Οι 500 κομπάρσοι που μας έβαλαν σε μπελάδες, μια πραγματικά εντυπωσιακή γυναίκα, ένας καυγάς – σίριαλ και ένας ξυπόλυτος στον κόσμο των τεχνών

Οι 500 κομπάρσοι που μας έβαλαν σε μπελάδες, μια πραγματικά εντυπωσιακή γυναίκα, ένας καυγάς – σίριαλ και ένας ξυπόλυτος στον κόσμο των τεχνών

Για μια θέση στο… «Madre»

Από τη στιγμή που η Μιμή Ντενίση ανακοίνωσε ότι η νέα της σειρά «Madre – Μάνα», με φόντο και την ιστορία των προσφύγων και των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, θα χρειαστεί περίπου 500 κομπάρσους από την πόλη, τα δημοσιεύματα πήραν φωτιά. Και μαζί τους, τα σχόλια των αναγνωστών που έσπευσαν να δηλώσουν συμμετοχή, ζητώντας λεπτομέρειες για το πώς θα μπορούσαν να βρεθούν μπροστά στις κάμερες. Μόνο που, όπως φαίνεται, κάποιοι μπέρδεψαν τους δημοσιογράφους με το γραφείο παραγωγής! Αγαπητοί φίλοι, ούτε εμείς ούτε οι συνάδελφοι των άλλων μέσων κάνουμε το casting της σειράς. Λίγη υπομονή χρειάζεται. Μόλις ανακοινωθεί ο τρόπος υποβολής συμμετοχών, θα φροντίσουμε να σας ενημερώσουμε. Και τότε, ποιος ξέρει; Μπορεί το όνειρο της τηλεοπτικής εμφάνισης να γίνει πραγματικότητα. Μέχρι τότε, όμως, ας μην πέφτουν τα μηνύματα βροχή κάτω από κάθε σχετική ανάρτηση. Δεν γίνουμε και παραγωγοί τώρα!

Ενάντια στους κανόνες

Σε έναν χώρο όπου η νεότητα μοιάζει συχνά με υποχρεωτικό προσόν και η παραμικρή ρυτίδα αντιμετωπίζεται περίπου ως επαγγελματικό μειονέκτημα, υπάρχουν ακόμη γυναίκες που δεν αισθάνονται την ανάγκη να απολογηθούν για το πέρασμα του χρόνου. Η Κατερίνα Διδασκάλου είναι μία από αυτές. Η αγαπημένη ηθοποιός έρχεται στη Θεσσαλονίκη ως Αρκάντινα στον εμβληματικό «Γλάρο» του Τσέχοφ, ενώ τη βλέπουμε και στη μικρή οθόνη, με ένα πρόσωπο που δεν προσπαθεί να κρύψει τις γραμμές του. Και ευτυχώς! Γιατί η γοητεία δεν μετριέται με το πόσο ατσαλάκωτος παραμένει κάποιος, ούτε με το πόσο μοιάζει με δεκάδες άλλους στην προσπάθειά του να γίνει ένας σύγχρονος Ντόριαν Γκρέι. Η Διδασκάλου εξακολουθεί να είναι εντυπωσιακή, ακριβώς επειδή η ομορφιά της δεν μοιάζει να υπακούει σε προδιαγραφές. Ίσως τελικά ο χρόνος να μην είναι αντίπαλος, αλλά ένας πολύτιμος σύμμαχος για όποιον δεν φοβάται να τον αφήσει να κάνει τη δουλειά του.

Δουλειά δεν είχαμε, δουλειά αποκτήσαμε…

Με τόσα να συμβαίνουν γύρω μας, από τους πολέμους που συνεχίζουν να σκορπούν θάνατο και ανασφάλεια μέχρι την καθημερινή αγωνία για το πώς θα βγει ο μήνας, ομολογώ πως δυσκολεύομαι να βρω χώρο στο μυαλό μου για τον τελευταίο γύρο των καυγάδων της Άννας Βίσση με τον Νίκο Καρβέλα. Θα ξανατραγουδήσει τραγούδια του η πρώτη ή δεν θα ξανατραγουδήσει; Αυτό είναι, τελικά, το μείζον ζήτημα της εποχής; Σε μια κοινωνία όπου η ψυχική υγεία δοκιμάζεται, οι υποχρεώσεις πολλαπλασιάζονται και πολλοί άνθρωποι κάνουν δύο και τρεις δουλειές για να τα βγάλουν πέρα, η κλειδαρότρυπα εξακολουθεί να έχει φανατικό κοινό. Δεν λέω, η «showbiz» έχει τη θέση της και οι προσωπικές ιστορίες των καλλιτεχνών πάντα θα κινούν το ενδιαφέρον. Αλλά κάπου υπάρχει και ένα όριο. Δεν χρειάζεται να μετατρέπουμε κάθε φήμη σε εθνικό ζήτημα και κάθε προσωπική διαφωνία σε σίριαλ με ατελείωτα επεισόδια. Αγαπημένοι μου, τόσα συμβαίνουν εκεί έξω. Ας σηκώσουμε πού και πού το βλέμμα από την κλειδαρότρυπα. Η πραγματική ζωή έχει πολύ σοβαρότερα έργα σε εξέλιξη.

Ξυπόλυτος στον κόσμο των θαυμάτων

Υπάρχουν δημιουργοί που επιμελούνται μια έκθεση και άλλοι που μπαίνουν μέσα της με όλο τους το είναι. Ο Γιάννης Μετζικώφ, όπως μας αποκάλυψε ο ίδιος μιλώντας για την προετοιμασία της έκθεσής του στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών, ανήκει μάλλον στη δεύτερη κατηγορία. Η εικόνα του να βγάζει ακόμη και τα παπούτσια του και να τρέχει ξυπόλυτος στις αίθουσες, προσπαθώντας να προλάβει και την τελευταία λεπτομέρεια, είναι ίσως η πιο εύγλωττη περιγραφή της σχέσης του με τη δουλειά του. Γιατί ο κόσμος του Μετζικώφ δεν χωρά σε μια απλή παράθεση κοστουμιών, σχεδίων και ζωγραφικών έργων. Χρειάζεται το βλέμμα, το χέρι, την κίνηση, την αγωνία του δημιουργού που θέλει να δει το σύνολο να αποκτά ζωή. Και αυτό ακριβώς επιχειρεί η έκθεσή του στο Τελλόγλειο: να μεταφέρει κάτι από τη μαγεία του θεάτρου στον εκθεσιακό χώρο, μέσα από δεκάδες κοστούμια, αξεσουάρ και έργα ζωγραφικής. Ο ίδιος έχει άλλωστε επισημάνει πως το θέατρο είναι θέαμα, όχι ακρόαμα, και πως η έκθεση οφείλει να γεννά σκέψεις και φαντασία, ιδίως στα παιδιά και στους νέους. Όσο για τον ίδιο, μάλλον δεν χρειάζεται να του εξηγήσει κανείς τι σημαίνει να αφήνεσαι στον κόσμο που δημιουργείς. Το αποδεικνύει ακόμη και… ξυπόλυτος.