Αλβανική Ριβιέρα: Ο viral προορισμός που ανταγωνίζεται τουριστικά την Ελλάδα

Η φιλοξενία των ντόπιων και όσα προσφέρουν οι διακοπές σε Αγίους Σαράντα, Εξαμίλι και Χειμάρα

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

Μπαίνεις σε ένα τουριστικό μαγαζί εστίασης στους Αγίους Σαράντα και από τα ηχεία ακούγεται ελληνική μουσική. Δεν έχουν περάσει ούτε λίγα δευτερόλεπτα μέχρι οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες να καταλάβουν από την προφορά σου ότι είσαι Έλληνας. Αμέσως προσπαθούν να σου μιλήσουν στα ελληνικά, σε καλωσορίζουν με χαμόγελο, σε ρωτούν από ποια περιοχή της Ελλάδας είσαι και, πριν ακόμη παραγγείλεις, θέλουν να μάθουν πώς σου φαίνεται η περίφημη πλέον αλβανική Ριβιέρα.

«Σας αρέσει εδώ;», είναι ίσως η πιο συχνή ερώτηση που θα ακούσεις. Και μαζί της ακολουθεί σχεδόν πάντα μια εξομολόγηση για τα χρόνια που έζησαν στην Ελλάδα, για συγγενείς που βρίσκονται ακόμη εκεί ή για την επιθυμία τους να διατηρήσουν ζωντανή τη σχέση τους με τη χώρα που αποτέλεσε για πολλούς δεύτερη πατρίδα.

img-1554.jpeg

Κάπως έτσι ξεκινούν οι διακοπές στην αλβανική Ριβιέρα. Μια περιοχή που τα τελευταία χρόνια γνωρίζει εντυπωσιακή τουριστική ανάπτυξη, κερδίζει συνεχώς έδαφος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και προσελκύει επισκέπτες από όλο τον κόσμο. Η δική μας απόφαση να περάσουμε τα σύνορα ήταν σχεδόν αυθόρμητη. Αναζητώντας μια πιο οικονομική λύση της τελευταίας στιγμής, διαπιστώσαμε ότι στην Ελλάδα ήταν πλέον δύσκολο να βρει κανείς αξιοπρεπές δωμάτιο κάτω από τα 100 ευρώ τη βραδιά. Έτσι, η επιλογή της αλβανικής Ριβιέρας έμοιαζε σχεδόν μονόδρομος.

Από τους Αγίους Σαράντα μέχρι το Εξαμίλι και τη Χειμάρρα, η εικόνα θυμίζει ένα τεράστιο εργοτάξιο τουριστικής ανάπτυξης. Πολυτελή ξενοδοχεία, ολοκαίνουργια καταλύματα, beach bars, εστιατόρια, καφετέριες και τουριστικά καταστήματα ξεφυτρώνουν σχεδόν σε κάθε σημείο της ακτογραμμής. Ένας προορισμός που μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να μετατραπεί σε έναν από τους πιο δημοφιλείς των Βαλκανίων, προκαλώντας εύλογα το ερώτημα: πώς κατάφερε η Αλβανία να δημιουργήσει έναν τουριστικό προορισμό που πλέον ανταγωνίζεται παραδοσιακές επιλογές της Μεσογείου;

img-1533.jpeg

Το ελληνικό στοιχείο που κυριαρχεί

Αν υπάρχει κάτι που δύσκολα περιμένει ένας Έλληνας επισκέπτης, αυτό είναι το πόσο έντονη είναι η παρουσία της Ελλάδας στην καθημερινότητα της αλβανικής Ριβιέρας.

Σχεδόν σε κάθε τουριστική επιχείρηση θα βρεθεί κάποιος που μιλά ελληνικά. Οι περισσότεροι έζησαν για χρόνια στην Ελλάδα, εργάστηκαν, δημιούργησαν οικογένειες και μέσα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης επέστρεψαν στην Αλβανία, αποφασισμένοι να επενδύσουν στον τόπο τους. Οι νεότεροι, που έφυγαν από την Ελλάδα σε μικρή ηλικία, εξακολουθούν να μιλούν τη γλώσσα, έστω και με μικρές δυσκολίες.

Η Ελλάδα δεν βρίσκεται μόνο στις συζητήσεις, αλλά και στη μουσική. Από ταβέρνες και beach bars μέχρι μικρά καφέ και καντίνες, ελληνικά τραγούδια ακούγονται σχεδόν παντού. Λαϊκά, έντεχνα αλλά και οι τελευταίες εμπορικές επιτυχίες συνθέτουν ένα σκηνικό που πολλές φορές σε κάνει να ξεχνάς ότι βρίσκεσαι εκτός συνόρων.

img-1783-1.jpeg

Η διαμονή και οι άνθρωποι πίσω από τις επιχειρήσεις

Η διαμονή μας κόστισε 85 ευρώ τη βραδιά, με πρωινό και πισίνα, σε ένα οικογενειακό ξενοδοχείο που αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανάπτυξης που γνωρίζει η περιοχή. Οι ιδιοκτήτες είχαν ζήσει περίπου είκοσι χρόνια στην Ελλάδα. Το 2016 αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Αλβανία και να ξεκινήσουν από το μηδέν. Μέσα σε λίγα χρόνια κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα σύγχρονο ξενοδοχείο περίπου 20 δωματίων.

«Μου λείπει πολύ η Ρόδος και δεν θα ξεχάσω ποτέ τους ανθρώπους που με βοήθησαν εκεί», μας λέει η ιδιοκτήτρια. Ο 24χρονος γιος της συμπληρώνει: «Δουλεύουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ, αλλά εδώ καταφέραμε να δημιουργήσουμε κάτι δικό μας. Στην Ελλάδα θα ήταν πολύ πιο δύσκολο».

Η φιλοξενία τους δεν περιορίζεται στις τυπικές υποχρεώσεις ενός ξενοδόχου. Όταν βιαζόμασταν να κατέβουμε στο κέντρο των Αγίων Σαράντα, ο πατέρας της οικογένειας προσφέρθηκε να μας μεταφέρει με το προσωπικό του αυτοκίνητο. Την ίδια στιγμή ο γιος είχε ήδη παραγγείλει δύο freddo espresso από κατάστημα της περιοχής, ώστε να τους παραλάβουμε χωρίς να χάσουμε χρόνο.

img-1673.jpeg

Φθηνότερο φαγητό, μεγαλύτερες μερίδες

Το ελληνικό στοιχείο εμφανίζεται ξανά και στη γαστρονομία. Γύρος, σουβλάκι, τζατζίκι, μουσακάς και χωριάτικη σαλάτα υπάρχουν σχεδόν σε κάθε τουριστικό δρόμο, δίπλα σε ιταλικά εστιατόρια που σερβίρουν πίτσα και ζυμαρικά.

Οι τιμές, ωστόσο, παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τις αντίστοιχες στην Ελλάδα. Ένα πλήρες γεύμα για δύο άτομα μπορεί να κοστίσει 15 έως 25 ευρώ, ενώ οι σαλάτες, τα θαλασσινά και τα πιάτα με κρέας σερβίρονται σε ιδιαίτερα μεγάλες μερίδες.

Αυτό όμως που κάνει μεγαλύτερη εντύπωση δεν είναι μόνο οι τιμές. Είναι η διάθεση των ανθρώπων να σε περιποιηθούν. Σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμη κι αν δεν το ζητήσεις, θα σου προσφέρουν κάποιο κέρασμα, ένα ποτό, ένα γλυκό ή ένα τοπικό έδεσμα, ιδιαίτερα όταν αντιληφθούν ότι είσαι Έλληνας.

 

 

Σε μια παραδοσιακή ταβέρνα με ψητά κρέατα, η ιδιοκτήτρια μάς πρόσφερε κοκορέτσι πριν ακόμη παραγγείλουμε. «Γύρισα πριν από τρία χρόνια από την Ελλάδα», μας είπε. «Σήμερα απασχολώ περίπου 40 εργαζόμενους. Τα αδέλφια μου ζουν ακόμη εκεί, όμως δυσκολεύονται. Δεν σκέφτομαι να επιστρέψω».

Λίγο αργότερα, σε κατάστημα που διαφήμιζε τον ελληνικό γύρο, η ιδιοκτήτρια μάς ετοίμασε ένα τυλιχτό εκτός μενού, μόνο και μόνο επειδή είδε ότι είμαστε Έλληνες. Έζησε σχεδόν τριάντα χρόνια στην Αθήνα, όπου διατηρούσε καταστήματα εστίασης, ενώ τα παιδιά της εξακολουθούν να ζουν στην Ελλάδα.

«Στην Ελλάδα ήμουν η Αλβανίδα. Στην Αλβανία είμαι η Ελληνίδα», μας είπε χαμογελώντας. «Όπου γη και πατρίδα». Και λίγο πριν αποχαιρετιστούμε, συμπλήρωσε με εμφανή συγκίνηση: «Δεν ξέρω τι έγινε... αλλά την Ελλάδα την κατέστρεψαν».

img-1580.jpeg?v=0

Τα beach bars και η τουριστική ανάπτυξη

Τα beach bars της αλβανικής Ριβιέρας δύσκολα περνούν απαρατήρητα. Στους Αγίους Σαράντα, το Εξαμίλι και τη Χειμάρρα, τα περισσότερα ανήκουν σε μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, ωστόσο είναι ανοιχτά και για τους επισκέπτες που δεν διαμένουν στα συγκεκριμένα καταλύματα.

Το χαρακτηριστικό τους είναι οι τεράστιες ξύλινες πλατφόρμες που εκτείνονται πάνω από τη θάλασσα, φιλοξενώντας ξαπλώστρες, κρεβάτια, ομπρέλες και εντυπωσιακά δίχτυα αιώρησης πάνω από το νερό, όπου οι επισκέπτες μπορούν να χαλαρώσουν ή να φωτογραφηθούν. Πρόκειται για μια εικόνα που έχει κυριαρχήσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αποτελεί βασικό στοιχείο της τουριστικής ταυτότητας της περιοχής.

Οι τιμές, ωστόσο, δεν θυμίζουν σε όλες τις περιπτώσεις έναν οικονομικό προορισμό. Ένα απλό σετ ξαπλώστρας μπορεί να ξεκινά από τα 15 ευρώ, ενώ στις πρώτες σειρές δίπλα στη θάλασσα οι χρεώσεις φτάνουν ακόμη και τα 150 ευρώ την ημέρα.

 

 

Την ίδια στιγμή, η έντονη τουριστική ανάπτυξη γεννά ερωτήματα σχετικά με την επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος. Σε πολλές παραλίες οι οργανωμένες εγκαταστάσεις καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της ακτογραμμής, αφήνοντας περιορισμένο χώρο για ελεύθερη πρόσβαση των λουόμενων. Παράλληλα, σχεδόν σε κάθε παραλία δραστηριοποιούνται επιχειρήσεις που προσφέρουν μεταφορά με σκάφη, βάρκες ή θαλάσσια ποδήλατα προς απομονωμένους κολπίσκους και παραλίες, με τις τιμές να ξεκινούν συνήθως από τα 30 ευρώ ανά άτομο.

Κατά τη διάρκεια της δικής μας επίσκεψης, σε αρκετές από αυτές τις συναλλαγές δεν μας εκδόθηκε απόδειξη, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο τηρούνται παντού οι προβλεπόμενες φορολογικές διαδικασίες και πόσο αποτελεσματικοί είναι οι σχετικοί έλεγχοι.

Η περίφημη νυχτερινή ζωή

Αν το φαγητό αποτελεί ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα της αλβανικής Ριβιέρας, το ίδιο δεν ισχύει απαραίτητα για τη διασκέδαση. Οι μπίρες και το κρασί ξεκινούν συνήθως από τα 3 ευρώ, όμως στα ποτά οι τιμές διαμορφώνονται από τα 8 ευρώ και πάνω, ενώ τα περισσότερα κοκτέιλ κοστίζουν περίπου όσο και στην Ελλάδα, με τιμές που ξεκινούν από τα 10 ευρώ.

Η περιοχή επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να αποκτήσει το προφίλ ενός premium καλοκαιρινού προορισμού, επενδύοντας έντονα στη νυχτερινή διασκέδαση. Δεν είναι λίγα τα beach clubs που διοργανώνουν πάρτι με γνωστούς DJs, όπου η είσοδος κυμαίνεται από 15 ευρώ και μπορεί να συνοδεύεται ακόμη και από συγκεκριμένο dress code.

Για τα πιο δημοφιλή πάρτι της περιοχής, ένας 20χρονος τουρίστας από τη Γαλλία μάς ανέφερε ότι το εισιτήριο μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 40 ευρώ, συνήθως μαζί με ένα ποτό. Τιμές που δείχνουν ότι, παρά τη φήμη της ως οικονομικού προορισμού, η αλβανική Ριβιέρα επιχειρεί να προσελκύσει και ένα κοινό που αναζητά πιο πολυτελείς εμπειρίες, ακολουθώντας το μοντέλο γνωστών ελληνικών νησιών.

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA