Σε μια πρώτη ανάγνωση τα δύο γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα μέσα στην εβδομάδα, είναι ασύνδετα μεταξύ τους. Δεδομένου, όμως, ότι και τα δύο αφορούν το δικαίωμα του “εκλέγεσθαι” αποκτούν αυτονόητη συνάφεια.
Την περασμένη Τρίτη ο πρώην βουλευτής και υπουργός Χάρης Καστανίδης ανακοίνωσε ότι παραιτείται από “το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη”. Αιτία είναι η καταστατική αλλαγή η οποία ψηφίστηκε στο πρόσφατο συνέδριο, βάσει της οποίας όσοι έχουν διατελέσει για είκοσι και πλέον χρόνια, βουλευτές, δεν θα έχουν δικαίωμα να συμμετέχουν στα ψηφοδέλτια του κόμματος. Της απαγόρευσης αυτής εξαιρούνται οι διατελέσαντες πρόεδροι του ΠΑΣΟΚ. Υπό αυτά τα δεδομένα, ο συγκεκριμένος “κόφτης” αφορά, προς το παρόν τουλάχιστον, μόνο τον Καστανίδη.
Δύο ημέρες αργότερα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, παρουσιάζοντας στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας τις προτάσεις του για την συνταγματική αναθεώρηση, συμπεριέλαβε και την τροποποίηση του άρθρου 55 (παρ.1) ώστε να μειωθεί το ηλικιακό όριο εκλογής στο Κοινοβούλιο, από τα 25 στα 21 έτη.
Κοινός τόπος των δύο αυτών αλλαγών, θα έλεγε κανείς, είναι η ενθάρρυνση της ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού. Βεβαίως και στις δύο περιπτώσεις δεν λείπουν οι πολιτικές σκοπιμότητες.
Ο Ανδρουλάκης αναζητούσε τρία χρόνια, τώρα, τρόπους να απαλλαγεί από τον Καστανίδη, από τον οποίο αφαίρεσε την έδρα της Α' Θεσσαλονίκης στις διπλές εκλογές του 2023.
Από την άλλη, ο Μητσοτάκης επιδιώκει να προσεταιριστεί το νεανικό κοινό, κυρίως της ηλικιακής κατηγορίας 17 έως 25 ετών όπου το κυβερνών κόμμα υστερεί.
Πέρα, όμως, από τις σκοπιμότητες, οι προτάσεις παρουσιάζουν ενδιαφέρον και θα συζητηθούν.
Η διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων είναι ότι η καταστατική αλλαγή στο ΠΑΣΟΚ συνεπάγεται περιστολή του δικαιώματος του “εκλέγεσθαι”, ενώ αυτή του πρωθυπουργού στοχεύει στη διεύρυνσή του. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, υπάρχουν “συν” και “πλην”.
Πέρα από το “φωτογραφικό” χαρακτήρα της καταστατικής διάταξης του ΠΑΣΟΚ η συζήτηση περί θέσπισης ορίων όσον αφορά τις θητείες των βουλευτών δεν είναι καινούργια. Κάθε φορά όμως τίθεται στο αρχείο καθώς εάν ποτέ φτάσει στη Βουλή μια τέτοια διάταξη προς ψήφιση είναι αμφίβολο εάν θα περάσει. Ποιος βουλευτής θα βάλει τα χεράκια του για να βγάλει τα ματάκια του;
Κι αυτό δεν αποτελεί ελληνικό φαινόμενο. Σε κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν ισχύει όριο θητειών, πλην μιας, δυο περιπτώσεων, παρόμοιων με αυτήν τους ΠΑΣΟΚ όπου όρια έχουν θεσπίσει τα ίδια τα κόμματα. Σε άλλες χώρες, κυρίως της Λατινικής Αμερικής, υπάρχουν όρια που απαγορεύουν τις συνεχόμενες θητείες (π.χ. δύο, τρεις).
Η μη ύπαρξη ορίων οδηγεί πολλές φορές σε “πολιτικούς κατ' επάγγελμα” των οποίων πρώτο, αν όχι αποκλειστικό μέλημα είναι η επανεκλογή τους και όλα τα υπόλοιπα έπονται. Αυτό διευκολύνει την εξάρτησή τους από επιχειρηματικά συμφέροντα καθώς οι συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις προϋποθέτουν υψηλές εκλογικές δαπάνες.
Από την άλλη, η θέσπιση συγκεκριμένου αριθμού θητειών οδηγεί σε απώλεια έμπειρων πολιτικών στελεχών, συνεπώς και θεσμικής μνήμης, στοιχεία αναγκαία σε κάθε πολιτικό σύστημα. Επιπλέον, υπάρχει ο “κόφτης” που λέγεται ψηφοφόρος. Είναι ενδεικτικό ότι στις εκλογές του 2023 εξελέγησαν 104 νέοι βουλευτές και άλλοι 13 επανεξελέγησαν αφού είχαν χάσει ενδιαμέσως τη βουλευτική τους ιδιότητα. Υπήρξε, δηλαδή, ολική ή μερική ανανέωση σε ποσοστό 39% (117 στους 300).
Το όριο θητειών -ή ακόμη περισσότερο, η κατάργηση του σταυρού προτίμησης- προϋποθέτει ότι τα κόμματα λειτουργούν δημοκρατικά. Διαφορετικά η εξάρτηση από τους ψηφοφόρους, αντικαθίσταται από αυτήν ενός μόνο προσώπου, του αρχηγού του κόμματος.
Η πρόταση του πρωθυπουργού να μπορούν οι νέοι από τα 21 τους να εκλέγονται βουλευτές συνάντησε ήδη αντιδράσεις από μέλη της κυβέρνησής του. Ο Τάκης Θεοδωρικάκος είπε ότι καλό θα ήταν οι νέοι, πρώτα να κολλήσουν μερικά ένσημα και μετά να επιχειρήσουν να διαβούν το κοινοβουλευτικό κατώφλι, ο δε Θάνος Πλεύρης έθεσε ως προϋπόθεση την εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων.
Από την άλλη, υπάρχουν φωνές που λένε πως, όταν παραχωρείς το δικαίωμα του “εκλέγειν” από τα 17 δεν μπορεί να μεταθέτεις αυτό του “εκλέγεσθαι” στα 25.
Η μείωση του ηλικιακού ορίου από τα 25 στα 21 ενισχύει ασφαλώς τη δημοκρατική συμμετοχή, την καλύτερη εκπροσώπηση της νεολαίας και συμβάλλει συγχρόνως στην ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, αλλά και του περιεχομένου της πολιτικής.
Οι νέοι μπορεί να στερούνται εμπειριών, άλλωστε δεν είναι υποχρεωτικό να αναλάβουν εξ αρχής υπουργικό χαρτοφυλάκιο, διαθέτουν όμως καλό μορφωτικό επίπεδο, τουλάχιστον αρκετοί απ' αυτούς και σίγουρα έχουν καλύτερη επαφή και δυνατότητα να εκπροσωπήσουν τους συνομηλίκους τους.
Από την άλλη η απουσία επαγγελματικής πείρας και κοινωνικών εμπειριών, σε συνδυασμό με την έλλειψη ειδικότερων γνώσεων γύρω από πολυσύνθετα θέματα όπως είναι οι διεθνείς σχέσεις, η λειτουργία της Δικαιοσύνης κ.ο.κ., καθιστούν τους νέους ευάλωτους σε προσπάθειες πολιτικής χειραγώγησης, κυρίως από διάφορα συμφέροντα, πολιτικά ή επιχειρηματικά.
Ο πιθανότερος κίνδυνος σε αυτή την περίπτωση είναι οι υποψήφιοι βουλευτές ετών 21 να προέρχονται απευθείας από τον κομματικό μηχανισμό, να πρόκειται δηλαδή για “παιδιά του κομματικού σωλήνα” καθώς δεν θα έχουν προλάβει να γειωθούν με άλλες κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες.
Σε κάθε περίπτωση η συζήτηση ανοίγει εκ νέου και ελπίζω να γίνει με νηφαλιότητα αν και ο προεκλογικός χρόνος δεν προσφέρεται για κάτι τέτοιο.