- Newsroom
Άφησε χθες την τελευταία του πνοή ο Θανάσης Βέγγος
Επιμέλεια: Κυριακή Τσολάκη
ktsolaki@makthes.gr
Ο ηθοποιός που έκανε το πανελλήνιο να γελάσει ίσως όσο κανείς άλλος κωμικός του ελληνικού κινηματογράφου προκαλεί σήμερα το κλάμα και τη βαθιά συγκίνηση. Γιατί ο Θανάσης Βέγγος έφυγε από τη ζωή αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό όχι μόνο στην τέχνη του, που υπηρέτησε με πάθος, αλλά και στην ηθική και στην αξιοπρέπεια, αξίες που κράτησε όσο λίγοι του χώρου του μέχρι την τελευταία στιγμή.
Η ύστατη κινηματογραφική του κατάθεση ήταν ένα πέρασμα από την ταινία του Παντελή Βούλγαρη “Ψυχή βαθιά”, σύντομο μεν, που όμως έδωσε άλλη χροιά στο φιλμ χάρη στη στιβαρότητα της υποκριτικής του καταξιωμένου ηθοποιού. Άλλωστε, ο Θανάσης Βέγγος μπορεί να ήταν καταγραμμένος στη συνείδηση του κοινού ως κωμικός ηθοποιός, είχε όμως τη δυνατότητα να συγκινεί όσο κανείς σε ρόλους που περιείχαν δραματικά στοιχεία.
Ηθοποιός με πολύ μεγάλη ευρύτητα ταλέντου ακροβατούσε με μεγάλη ευκολία μεταξύ του γέλιου και του κλάματος, του κωμικού και του δραματικού, του αστείου και του σοβαρού, χωρίς να ξεφεύγει από τις ισορροπίες.
Εδειχνε τι σημαίνει ανθρωπιά
Δημοφιλής ως φαλακρός πράκτορας Θου-Βου, έχοντας συνεργαστεί με σημαντικούς σκηνοθέτες και ηθοποιούς του ελληνικού σινεμά και πρωταγωνιστήσει σε εμβληματικές παραγωγές της ελληνικής έβδομης τέχνης, όπως το “Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;” ή το “Θανάση πάρε τ’ όπλο σου”, είχε πολύ σημαντική διαδρομή στον χώρο, η οποία ολοκληρώθηκε με την επιλεκτική παρουσία του σε λίγα σύγχρονα ελληνικά φιλμ (“Όλα είναι δρόμος”, “Ψυχή βαθιά”, αμφότερα του Παντελή Βούλγαρη).
Συνολικά έπαιξε σε 126 κινηματογραφικές ταινίες, σε 52 από τις οποίες ως πρωταγωνιστής, ενώ έχει σκηνοθετήσει επτά φιλμ, στα οποία επίσης πρωταγωνιστούσε. Ακόμη, γύρισε επτά βιντεοταινίες, δύο τηλεταινίες, και έχει πάρει μέρος σε επτά τηλεοπτικές σειρές.
Ο Θανάσης Βέγγος έγινε περισσότερο αγαπητός ως ο “καλός μας άνθρωπος”. Όχι μόνο για την ατάκα που ο ίδιος καθιέρωσε μέσα από τις ταινίες του, αλλά και επειδή με την πορεία του τόσο στη μεγάλη οθόνη όσο και στη ζωή έδειχνε σε όλους τι σημαίνει ανθρωπιά, ευαισθησία, τρυφερότητα, αφοσίωση και αυθεντικότητα.
Ενδεικτικό είναι ότι τα τελευταία χρόνια είχε επιλέξει να κρατά αποστάσεις από τα μέσα ενημέρωσης και τη δημοσιότητα, ενώ είναι γνωστό ότι πολύ δύσκολα έδινε συνεντεύξεις. Τη χαμηλών τόνων ζωή του την πέρασε με τη σύντροφό του Ασημίνα, την οποία νυμφεύθηκε όταν γυριζόταν η ταινία “Ο δράκος” και απέκτησε μαζί της δύο γιους.
Ως εξαιρετικό ταλέντο
Ο Θανάσης Βέγγος γεννήθηκε στις 29 Μαΐου 1927 στο Νέο Φάληρο του Πειραιά, μοναδικό παιδί του Βασίλη και της Ευδοκίας Βέγγου. Δεν έκανε υποκριτικές σπουδές. Ο πατέρας του ήταν δημόσιος υπάλληλος στην Εταιρεία Ηλεκτρισμού και μέλος της αντίστασης. Μετά τον πόλεμο εκδιώχθηκε από τη δουλειά του εξαιτίας των πολιτικών φρονημάτων του. Η απόλυση του πατέρα του προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, σοβαρό οικονομικό πρόβλημα στην οικογένεια, κάτι που ανάγκασε τον Θανάση να ριχτεί στον αγώνα για το μεροκάματο. Μεταξύ των επαγγελμάτων με τα οποία ασχολήθηκε ήταν και αυτό του τσαγκάρη, ενώ συχνά έκανε μικροθελήματα.
Τα χρόνια 1948-1950 εξορίστηκε στη Μακρόνησο, όπου γνωρίστηκε με τον μετέπειτα γνωστό σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο, γνωριμία που οδήγησε στην πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο το 1954 στην ταινία “Μαγική πόλις” του Κούνδουρου. Για τα επόμενα πέντε χρόνια έπαιξε σε μικρούς ρόλους, εργαζόμενος παράλληλα και ως φροντιστής στα πλατό. Εμφανίστηκε σε μερικές από τις πιο ιστορικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπως “Ο δράκος”, “Διακοπές στην Αίγινα”, “Μανταλένα”, “Συννεφιασμένη Κυριακή”, “Ο Ηλίας του 16ου”, “Ποτέ την Κυριακή”. Ο πρώτος μεγάλος ρόλος του ήταν μαζί με τον Νίκο Σταυρίδη στην ταινία του 1960 “Οι δοσατζήδες”. Το 1959 πήρε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού όχι από σχολή αλλά ως εξαιρετικό ταλέντο με εξετάσεις σε ειδική επιτροπή και την ίδια χρονιά δούλεψε στην πρώτη του θεατρική παράσταση, στην επιθεώρηση “Ομόνοια πλατς πλουτς” με τους Νίκο Ρίζο και Γιάννη Γκιωνάκη.
Ένας ξεχωριστός κινηματογραφικός τύπος
Με το πέρασμα των χρόνων ο Θανάσης Βέγγος διαμόρφωσε έναν ιδιαίτερο και ξεχωριστό κινηματογραφικό τύπο, που τον έκανε αναγνωρίσιμο και δημοφιλή στους θεατές όλων των ηλικιών. Εγινε πρωταγωνιστής και σύστησε δική του εταιρεία παραγωγής, η οποία όμως εξελίχθηκε σε μεγάλη οικονομική καταστροφή για τον ίδιο. Ωστόσο μέσα από αυτήν άφησε σημαντική παρακαταθήκη στον ελληνικό κινηματογράφο με ταινίες που σκηνοθέτησε ο ίδιος ή ο Ντίνος Κατσουρίδης και θεωρούνται πολύ σημαντικές.
Χαρακτηριστικό του γνώρισμα, τόσο στο σινεμά όσο και στη ζωή, ήταν οι γρήγοροι ρυθμοί του (δεν είναι λίγοι ακόμη και σήμερα αυτοί που, όταν θέλουν να περιγράψουν τις πολλές ασχολίες τους, λένε “τρέχω σαν τον Βέγγο”), αλλά και ο αυθορμητισμός και η ενεργητικότητά του.
Το 1983 σταμάτησε να κάνει κινηματογράφο για λίγα χρόνια. Τη δεκαετία του ’80 ασχολήθηκε με το γύρισμα έξι βιντεοταινιών, αλλά και της τηλεοπτικής σειράς “Βεγγαλικά”, που, μετά τις προσπάθειες πολλών ετών, προβλήθηκε τελικά στην τηλεόραση το 1988. Το 1990 πρωταγωνίστησε στη σειρά του ΑΝΤΙ “Αστυνόμος Θανάσης Παπαθανάσης”. Το 1997 εμφανίστηκε στην Επίδαυρο στον ρόλο του Δικαιόπολι στους “Αχαρνής” και το 2001 στην “Ειρήνη” του Αριστοφάνη με μεγάλη επιτυχία. Το 2002, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή του, κράτησε έναν από τους βασικούς ρόλους στην τηλεοπτική σειρά “Περί ανέμων και υδάτων”, ενώ αργότερα έλαβε μέρος στη σειρά ντοκιμαντέρ της ΕΤ3 “Η Θεσσαλονίκη της νοσταλγίας μας”.
- Βραβεύσεις
- 1962 Ένωση Ελλήνων Κριτικών
- 1971 Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης α' ανδρικού ρόλου “Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;”
- 1971 Ένωση Ελλήνων Κριτικών “Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;”
- 1972 Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης α' ανδρικού ρόλου “Θανάση, πάρε τ' όπλο σου”
- 1991 Κρατικό βραβείο Ερμηνείας β' ανδρικού ρόλου “Ήσυχες μέρες του Αυγούστου”
- 1993 Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ειδικό βραβείο για το σύνολο του έργου του
- 2008 Πρόσωπα 2008 ειδικό βραβείο για το σύνολο του έργου του
Την Πέμπτη η κηδεία
Η καρδιά του Θανάση Βέγγου σταμάτησε να χτυπά λίγο μετά τις 7.00 π.μ. χθες το πρωί στον “Ερυθρό Σταυρό”, όπου νοσηλευόταν από τις 18 Οκτωβρίου λόγω εγκεφαλικής αιμορραγίας από χτύπημα. Η υγεία του είχε επιδεινωθεί πολύ τον τελευταίο καιρό λόγω και του εγκεφαλικού που είχε πάθει τον προηγούμενο χρόνο. Η αιτία του θανάτου του, σύμφωνα με το ιατρικό ανακοινωθέν, ήταν η πολυοργανική ανεπάρκεια.
Για τον ίδιο μπορεί κάποιος να πει και να γράψει πολλά. Με αφορμή τον χαμό του θα γραφτούν ακόμη περισσότερα. Όλοι και όλα αναμφισβήτητα θα συγκλίνουν στο ότι είναι ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Για τον θάνατό του εξέδωσαν συλλυπητήρια μηνύματα πολλοί κυβερνητικοί οργανισμοί, πολιτικά κόμματα, πολιτιστικοί φορείς, θεσμικά και μη όργανα, μεμονωμένοι γνωστοί καλλιτέχνες. Ο ίδιος όμως θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένος στη μνήμη των ανώνυμων πολιτών και του απλού λαού ως ο άνθρωπος που έκανε όλους να ξεχνούν τα προβλήματά τους μέσα από τους ρόλους του και τη θετική στάση του στη ζωή.
Η κηδεία του θα γίνει την Πέμπτη από το Α’ νεκροταφείο Αθηνών.