- Newsroom
Τα μικροπλαστικά βρίσκονται στο νερό που πίνουμε, στα τρόφιμα που καταναλώνουμε και στον αέρα που αναπνεύουμε και επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τη συσσώρευσή τους στον ανθρώπινο οργανισμό, αν και οι βλάβες που μπορεί να προκαλούν στην υγεία είναι ακόμα άγνωστες.
Θορυβημένοι από τις πιθανές επιπτώσεις των μικροπλαστικών στην ανθρώπινη υγεία, δύο Έλληνες φοιτητές αποφάσισαν να δώσουν λύση: Δημιούργησαν ένα προβιοτικό που δεσμεύει τα μικροπλαστικά στο έντερο πριν περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος.
«Είδαμε ότι το πρόβλημα των μικροπλαστικών είναι ολοένα και πιο επίκαιρο, καθώς έχουν προκύψει πολλές μελέτες που δείχνουν ότι τα μικροπλαστικά βρίσκονται σε όλο τον ανθρώπινο οργανισμό», περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Μαρία Δήμα, φοιτήτρια Ιατρικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μία από τους δύο εμπνευστές της ιδέας. Ο συνδημιουργός της ιδέας και φοιτητής στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Ζαχαρίας Σεμερτζίδης, συμπληρώνει: «Μας προβληματίζει πολύ το μέλλον. Μπορεί η συγκέντρωση μικροπλαστικών στον άνθρωπο να μην έχει συσχετιστεί με σοβαρά νοσήματα, αλλά δεν ξέρουμε τι θα προκύψει από τις έρευνες».
Ονόμασαν την ιδέα τους Kerberos και λίγους μήνες μετά τη σύλληψή της συγκαταλέγεται στις καινοτόμες ιδέες που επιλέχθηκαν στο πρόγραμμα «Lab to Market», μία σύμπραξη του Πανεπιστημίου Columbia και του Columbia Global Center in Athens με το ΕΜΠ με στόχο να προσφέρει σε ερευνητές και φοιτητές επιχειρηματικές δεξιότητες, καθοδήγηση και διασυνδέσεις για να μετατρέψουν τις ιδέες τους σε επιχειρήσεις.
«Είναι ένα πρόγραμμα με πολλαπλά οφέλη», τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Στέφανος Γκαντόλφο, διευθυντής στο Columbia Global Center in Athens. «Πρώτα από όλα έχει πολύ μεγάλο όφελος για τους φοιτητές που συμμετέχουν, καθώς έρχεται ένα πλαίσιο, μια δομή να τους υποστηρίξει σε όλα τα βήματα για να κάνουν πράξη μια ιδέα, ένα όνειρο. Το δεύτερο είναι για τα ίδια τα πανεπιστήμια, γιατί πιστεύω ότι οποιαδήποτε διεθνής συνεργασία που μας φέρνει πιο κοντά και έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε ο ένας από τον άλλον είναι ένα τεράστιο θετικό για τις ακαδημαϊκές κοινότητες. Τρίτον, είναι πολύ θετικό για τη χώρα μας, καθώς βάζουμε ένα λιθαράκι για να έχουμε ένα πιο εξωστρεφές, δημιουργικό, παραγωγικό μοντέλο».
Στη φετινή πρώτη χρονιά λειτουργίας του «Lab to Market» υπέβαλαν αίτηση 105 ομάδες νεαρών ερευνητών, αποτελούμενες από περίπου 400 άτομα. Έπειτα από διαδικασία αξιολόγησης επιλέχθηκαν 26 ομάδες, ανάμεσα στις οποίες και η ομάδα του Kerberos, με 90 συμμετέχοντες. Πάνω από το 20% αυτών προέρχεται από πόλεις εκτός Αθήνας.
Η εκκίνηση του προγράμματος έγινε τις προηγούμενες ημέρες στο ΕΜΠ με ένα τριήμερο bootcamp. Κατά τη διάρκειά του, οι ομάδες παρουσίασαν τις ιδέες τους σε καθηγητές του Πανεπιστημίου Columbia, μεταξύ των οποίων ο αντιπρύτανης Έρευνας της Σχολής Μηχανικών και Εφαρμοσμένης Επιστήμης, Γιώργος Δεοδάτης, και ο καθηγητής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, Ιωάννης Κυμίσης, και σε ιδρυτές νεοφυών επιχειρήσεων, όπως ο Γιώργος Ελευθερίου, από την εταιρεία βιοτεχνολογίας «Feel Therapeutics», οι οποίοι έδωσαν συμβουλές για τις ιδέες και τον τρόπο παρουσίασής τους.
Η ιδέα της ομάδας Kerberos είναι στο στάδιο του proof of concept και οι δύο φοιτητές έχουν διεξάγει τα πρώτα τους πειράματα, προκειμένου να επιβεβαιώσουν ότι το προβιοτικό που αναπτύσσουν παραμένει στο έντερο και δεσμεύει τα μικροπλαστικά εμποδίζοντάς τα να περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος. Η συμμετοχή τους στο πρόγραμμα θα τους βοηθήσει να εξελίξουν την ιδέα τους και να τη μετατρέψουν σε προϊόν. Στο πρώτο bootcamp συναντήθηκαν με μέντορες από διαφορετικά πεδία, άκουσαν σχόλια για την παρουσίασή τους και συμβουλές για τις επαφές που θα πρέπει να αναζητήσουν. «Είναι πολύ δύσκολο να μετατρέψεις μια ιδέα σε προϊόν και αυτό είναι ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ερευνητικός κόσμος. Δράσεις, όπως η σημερινή, μάς φέρνουν σε επαφή με άτομα που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και το εξωτερικό και είναι πολύ σημαντικό για μια startup να έχει εξωστρέφεια ώστε να εξελιχθεί το πρότζεκτ. Επίσης, έχουμε μιλήσει και με πολλές άλλες συμμετέχουσες ομάδες και το να βλέπεις τόσα ενδιαφέροντα πρότζεκτ από διαφορετικούς τομείς είναι πολύ ωραίο», επισημαίνουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
NeuroPulse: Τεχνολογία στη μάχη κατά του άγχους
Σχεδόν το 40% των συμμετεχόντων στο φετινό «Lab to Market» είναι γυναίκες. Τέσσερις γυναίκες από διαφορετικά επιστημονικά υπόβαθρα, η Φιλοξένη-Κυριακή Λασκαρίδου, βιοεπιστήμονας, η Ρέα Μπάτσαρη, βιολόγος, η Ευγενία Σκουλούδη, πληροφορικός, και η Ευδοκία Ταμπακοπούλου, οδοντίατρος, συναντήθηκαν στο μεταπτυχιακό τους στη Μεταφραστική Βιοϊατρική Μηχανική και Επιστήμη στο ΕΜΠ και αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αναπτύξουν μια φορετή συσκευή που θα προσφέρει εξατομικευμένα άμεση ανακούφιση του χρήστη της από κρίσεις άγχους. Με το πάτημα ενός κουμπιού η συσκευή θα παράγει δόνηση που θα ενεργοποιεί το νευρικό σύστημα για να βοηθήσει τον γεμάτο άγχος χρήστη της να χαλαρώσει. Η ιδέα τους ονομάζεται NeuroPulse.
«Την ιδέα είχε η Ευγενία Σκουλούδη και οι υπόλοιπες πιστέψαμε πάρα πολύ σε αυτήν. Το θέμα του άγχους είναι πολύ μεγάλο και γενικότερα υπάρχει ένας προβληματισμός γύρω από την ψυχική υγεία», εξηγεί η Φιλοξένη Λασκαρίδου. Η ιδέα βρίσκεται ακόμα σε αρχικό στάδιο και η κ. Λασκαρίδου περιγράφει ότι η υποστήριξη που λαμβάνουν από το πρόγραμμα είναι κρίσιμη: «Κάθε ώρα στο πρόγραμμα αυτό έχει πολύ μεγάλη αξία, γιατί μάς δίνει τρομερό feedback για το πώς θα κινηθούμε από εδώ και πέρα».
Λύσεις στον τομέα του τουρισμού
Πολλές από τις ιδέες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα είναι στον τομέα της βιοτεχνολογίας, ωστόσο οι συμμετέχοντες έχουν αναζητήσει λύσεις και σε μια πληθώρα άλλων τομέων, όπως την ανάλυση δορυφορικών εικόνων, την αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης για την υποστήριξη των λιμενικών αρχών, την καλύτερη οργάνωση των νομικών φακέλων και τη δημιουργία αντισεισμικών συστημάτων κτιρίων.
Η ιδέα VoyagAI στοχεύει στην παροχή λύσεων στον τομέα του τουρισμού με την αυτοματοποίηση του σχεδιασμού ταξιδιών για ταξιδιωτικά γραφεία με τη βοήθεια Τεχνητής Νοημοσύνης. Ο Δημήτρης Δημητρακόπουλος, ηλεκτρολόγος μηχανικός από το Πολυτεχνείο Κρήτης, είχε την ιδέα πριν από ένα χρόνο όταν δούλευε στον τομέα του τουρισμού, και διαπίστωσε ότι οι υπάλληλοι των ταξιδιωτικών γραφείων δαπανούν πολύ χρόνο για να φτιάξουν ταξιδιωτικά πλάνα. Μαζί με τον Κωνσταντίνο Αλεξάκη, διδακτορικό φοιτητή στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ, και τον Χρήστο Χρηστίδη, προγραμματιστή, αποφάσισαν να δημιουργήσουν το VoyagAI, που θα αποτελεί πολύτιμο βοηθό των ταξιδιωτικών γραφείων για την αυτοματοποίηση της διαδικασίας και τη μείωση του χρόνου εργασίας στο μισό, «χωρίς να αντικαθίσταται ο άνθρωπος», όπως διευκρινίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Δημήτρης Δημητρακόπουλος. «Είμαστε σε φάση που αναζητούμε πελάτες για να τους δείξουμε το prototype που φτιάχνουμε. Πήγαμε σε μεγάλο βαθμό στα τυφλά και ναι μεν έχουμε κάνει μια αρκετά μεγάλη δουλειά μέχρι στιγμής, αλλά το πρόγραμμα θα βοηθήσει περαιτέρω να βελτιώσουμε την ιδέα μας», συμπληρώνει ο ίδιος.
Το πρόγραμμα «Lab to Market» έχει εξασφαλισμένη διάρκεια πέντε ετών, μέσα από τη χρηματοδότησή του από το «Blavatnik Family Foundation». Ο φετινός πρώτος κύκλος θα συνεχιστεί με διαδικτυακά μαθήματα, αλλά και επίσκεψη στο Πανεπιστήμιο Columbia και στην επενδυτική κοινότητα της Νέας Υόρκης. Οι μέντορες που θα παρέχουν συμβουλευτική στους συμμετέχοντες προέρχονται από το δίκτυο του μη κερδοσκοπικού οργανισμού «Endeavor Greece» και της πρωτοβουλίας Ελλήνων επιστημόνων του εξωτερικού «Hellenic Initiative for Advanced Studies» (HIAS). Στο τέλος κάθε κύκλου του προγράμματος, οι συμμετέχοντες θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν την ιδέα τους σε επενδυτές και οι ομάδες που θα διακριθούν θα λάβουν χρηματοδότηση.
Προτεραιότητα της «Endeavor Greece» ήταν να ζητήσει από απόφοιτους ελληνικών πανεπιστημίων που έχουν κάνει ήδη επιτυχημένες επιχειρήσεις να γίνουν μέντορες στο πρόγραμμα. Τη λίστα των μεντόρων συμπληρώνουν και πολλοί άλλοι εκπρόσωποι του οικοσυστήματος καινοτομίας, όπως επενδυτές, ιδιοκτήτες μεγάλων εταιρειών, υποψήφιοι πελάτες και εκπρόσωποι φορέων.
Ο Παναγιώτης Καραμπίνης, managing director της «Endeavor Greece», τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «είμαστε σε μια φάση εξέλιξης της τεχνολογίας πολύ βαθιά, με την τεχνητή νοημοσύνη, την κρυπτογραφία, τη βιοτεχνολογία, το fintech. Στο πλαίσιο αυτό, οι ερευνητές είναι στην επιτομή της ανάπτυξης», ωστόσο, «στην Ελλάδα έχουμε το εξής παράδοξο, ότι έχουμε πολύ δυνατούς ερευνητές, τρομακτικά υψηλής αξίας έρευνα που παράγεται σε κορυφαία πανεπιστήμια από ερευνητές, αλλά η Ελλάδα και η Ευρώπη γενικότερα δεν ευνοεί τους ερευνητές να κάνουν επιχειρηματικότητα». «Αν θέλουμε να δούμε την επόμενη μέρα στο οικοσύστημα καινοτομίας», συμπληρώνει, «θα πρέπει να βοηθήσουμε τους ερευνητές να βρουν λύσεις, ώστε η έρευνα να γίνει επιχειρηματικότητα».