Ηλικιακό όριο στη χρήση των social media μπαίνει από την 1η Ιανουαρίου του 2027, προκειμένου να μην έχουν πρόσβαση σε αυτά, παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών. Το δύσκολο αυτό εγχείρημα προβλέπεται σε νομοσχέδιο που παρουσίασε η κυβέρνηση και αναμένεται να ψηφιστεί στις 22 Οκτωβρίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που βασίζονται σε διεθνείς επιστημονικές έρευνες και παρουσιάστηκαν από τον υπουργό Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη, ο οποίος εστίασε στην επίδραση των social media στην ψυχική υγεία των παιδιών, περισσότεροι από τους μισούς μαθητές γυμνασίου και λυκείου ξεκίνησαν να τα χρησιμοποιούν σε ηλικία 10 έως 12 ετών, ενώ ένας στους τέσσερις δηλώνει ότι κάνει υπερβολική χρήση. Το 23% των 15χρονων αισθάνεται νευρικότητα ή ανασφάλεια όταν δεν έχει πρόσβαση στο κινητό του. Το 17% των παιδιών ηλικίας 11 έως 15 ετών έχει υποστεί διαδικτυακή παρενόχληση την περίοδο 2021-2022, ενώ ένας στους πέντε 15χρονους παραμελεί άλλες δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός και τα χόμπι, εξαιτίας της χρήσης των social media.
Στο επίκεντρο της «φραγής» βρίσκονται αρχικά το Instagram, το Facebook και το TikTok. Στόχος είναι να περιοριστεί η έκθεση των παιδιών σε επιβλαβές περιεχόμενο και πρακτικές που ενισχύουν την υπερβολική χρήση. Όταν μία πλατφόρμα δεν είναι βέβαιη για την ηλικία του χρήστη, θα μπορεί να εμφανίζει κωδικό QR, τον οποίο ο χρήστης θα σαρώνει μέσω του Kids Wallet ή του Gov.gr Wallet, προκειμένου να ολοκληρωθεί η επαλήθευση. Όπως σημείωσε ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρης Παπαστεργίου και οι ίδιες οι πλατφόρμες θα πρέπει να αξιοποιούν τα στοιχεία και τους αλγορίθμους που διαθέτουν για να εκτιμούν την ηλικία των χρηστών.
Η «ΜτΚ» απευθύνθηκε σε ειδικούς διαφορετικών επιστημονικών πεδίων που εξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να γίνει ομαλά αυτή η αλλαγή στη ζωή των ανηλίκων αλλά και για το κατά πόσο ο νόμος θα μπορεί πράγματι να έχει αποτέλεσμα.
Ζώνες χωρίς οθόνες
«Η προστασία των εφήβων από τους κινδύνους των social media δεν είναι υπόθεση ατομικής αυτοπειθαρχίας του παιδιού, αλλά συλλογικό έργο της κοινωνίας μας και ο στόχος για ασφαλή και επωφελή ψηφιακή αλληλεπίδραση μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν η οικογένεια, το σχολείο και η παιδιατρική φροντίδα λειτουργούν ως αλληλο-ενισχυόμενοι πυλώνες» λέει στη «ΜτΚ» η Eλένη Π. Κοτανίδου, επίκουρη καθηγήτρια Παιδιατρικής-Εφηβικής Ιατρικής στη Σχολή Επιστημών Υγείας ΑΠΘ. Εξηγεί πως η οικογένεια αποτελεί τον πρωταρχικό διαμορφωτή των ψηφιακών συνηθειών, καθώς ο ρόλος των γονέων δεν περιορίζεται στην απαγόρευση αλλά στο να λειτουργούν ως «γέφυρα» ανάμεσα στον έφηβο και τα ψηφιακά μέσα.
«Η επιστημονική έρευνα διακρίνει δύο βασικές προσεγγίσεις: Την περιοριστική διαμεσολάβηση των γονέων (δηλαδή τα όρια χρόνου, τα φίλτρα, την εποπτεία) και την ενεργητική διαμεσολάβησή τους (δηλαδή την συζήτηση, την ερμηνεία και την κριτική αξιολόγηση του ψηφιακού περιεχομένου μαζί με τον έφηβο). Οι περιοριστικές στρατηγικές σχετίζονται πράγματι με μικρότερο χρόνο χρήσης, όμως το επιστημονικό όργανο των παιδιάτρων η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής (ΑΑP) επισημαίνει ότι τα αμιγώς περιοριστικά μέτρα έχουν ασθενή επίδραση και αντικρουόμενα ευρήματα αποτελεσματικότητας στην προβληματική χρήση. Αντιθέτως, όταν τα όρια συν-διαμορφώνονται μέσω ουσιαστικού διαλόγου και συνοδεύονται από ενεργητική διαμεσολάβηση, οι έφηβοι δαπανούν αληθώς λιγότερο χρόνο στα social media και καταγράφονται λιγότερα συμπτώματα προβληματικής χρήσης». Στην πράξη, αναφέρει η κ. Κοτανίδου, συνιστάται η δημιουργία του Οικογενειακού Πλάνου Ψηφιακών Μέσων (Family Media Plan), δηλαδή η θέσπιση στο σπίτι «ζωνών χωρίς οθόνες» (τραπέζι, υπνοδωμάτιο), η προστασία του ύπνου, και το ίδιο το γονεϊκό πρότυπο, καθώς οι έφηβοι μιμούνται τη συμπεριφορά των ενηλίκων απέναντι στην οθόνη.
Ο ρόλος του σχολείου
Το σχολείο, όπως επισημαίνει η κ. Κοτανίδου, φιλοξενεί μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητας των εφήβων και μπορεί να συνεισφέρει θεμελιωδώς σε αυτό τον στόχο. «Γνωρίζουμε με τεκμήρια από μελέτες ότι σχολικές παρεμβάσεις ψηφιακού εγραμματισμού ενισχύουν την ικανότητα κριτικής αξιολόγησης του ψηφιακού περιεχομένου και συμβάλλουν αποτελεσματικά στην μείωση του εθισμού στα social media. Ανάμεσα στους δύο αυτούς πυλώνες (οικογένεια-σχολείο), ο παιδίατρος ενοποιεί και κατευθύνει την όλη προσπάθεια για επωφελή ψηφιακή αλληλεπίδραση εφήβων-social media εντάσσοντας την συμβουλευτική για τα ψηφιακά μέσα. Η μη χρήση των social media από εφήβους δεν επιβάλλεται αλλά καλλιεργείται. Απαιτεί γονείς που συνομιλούν, σχολεία που ενδυναμώνουν, και παιδιάτρους που παρέχουν καθοδήγηση σε κάθε ευκαιρία. Πιστεύω ότι λαμβάνοντας αυτή την συλλογική ευθύνη όλοι μας, μπορεί ο στόχος της επωφελούς αλληλεπίδρασης εφήβων-social media να γίνει πραγματικότητα».
Πού οφείλεται ο εθισμός
Εστιάζοντας στο κομμάτι του εθισμού αυτών των πλατφορμών, ο Βαγγέλης Καραβέλας Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής περιγράφει πως πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα. «Τα παιδιά αναζητούν το αίσθημα του ανήκειν και μία είδους επιβεβαίωση. Αυτό που προβάλουν τα social media είναι να σκεφτόμαστε πρώτα τον εαυτό μας, να είμαστε υλιστές και επικριτικοί, εκ τους ασφαλούς. Πρόκειται για έναν φανταστικό κόσμο ο οποίος δεν έχει όριο, κριτήριο, πλαίσιο και κανενός είδους πνευματικότητας και ηθικών φραγμών. Αποτελεί ένα χάος μέσα στο οποίο ως έφηβοι χανόμαστε. Μπορούμε να κρίνουμε οποιονδήποτε χωρίς καμία συνέπεια και δίχως να γνωρίζουμε το περιεχόμενο (γιατί κάποιος λειτούργησε με αυτόν τον τρόπο). Μαζεύοντας likes και hates τα παιδιά νιώθουν σημαντικά καθώς αυτό αναζητούν. Στη φυσική κοινωνία δεν μπορώ να έχω πάνω από πέντε φίλους, στην ψηφιακή όμως μπορώ να έχω χιλιάδες “φίλους” κάτι που γίνεται εθιστικό καθώς επιδρά στον κύκλο της ντοπαμίνης (την ευχαρίστηση του εγκεφάλου), χωρίς προσπάθεια. Λαμβάνουν επιβεβαίωση και νιώθουν ότι ανήκουν κάπου αλληλεπιδρώντας απλώς στο κινητό τους, χωρίς σκέψη και δίχως προσπάθεια».
Πιθανές επιπτώσεις
Η Στέλλα Μίζιου MSc Ψυχολόγος/Γνωστικό-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεύτρια εξηγεί πως, με βάση τη σύγχρονη βιβλιογραφία, αναμένονται πιθανές επιπτώσεις από την επικείμενη απαγόρευση. «Ο κοινωνικός αποκλεισμός (Ostracism) καταγράφεται ως πιθανή επίπτωση καθώς το παιδί αποκόπτεται από το δίκτυο ομοτίμων. Αυτό βιώνεται νευροβιολογικά με παρόμοιο τρόπο όπως ο σωματικός πόνος και προκαλείται όξυνση του άγχους αποκλεισμού. Η αδυναμία παρακολούθησης των κοινών σημείων αναφοράς της ομάδας συνομηλίκων μπορεί να επιτείνει τα καταθλιπτικά συμπτώματα και την αποξένωση. Όταν τα άτομα αντιλαμβάνονται ότι απειλείται ή καταργείται μια συμπεριφορική τους ελευθερία, κινητοποιούνται συναισθηματικά για να την ανακτήσουν, προσδίδοντας μεγαλύτερη αξία στο απαγορευμένο αντικείμενo. Στο ψηφιακό περιβάλλον, η απαγόρευση δημοφιλών και ρυθμιζόμενων πλατφορμών ενέχει τον κίνδυνο της «υπόγειας χρήσης»: Είτε με χρήση εργαλείων παράκαμψης (μαζική στροφή σε VPN και ανώνυμους περιηγητές), ενέργεια που εξοικειώνει τον ανήλικο με μεθόδους απόκρυψης της ψηφιακής του δραστηριότητας από τους γονείς είτε με την προσφυγή σε άλλα δίκτυα όπου η απουσία αλγορίθμων εποπτείας αυξάνει γεωμετρικά την έκθεση σε διαδικτυακή αποπλάνηση, κυβερνοεκφοβισμό, παραπληροφόρηση και εξτρεμιστικές ιδεολογίες. Εν κατακλείδι, αυτό που επιτάσσει μία επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση επί του θέματος είναι η μετατόπιση από την ψηφιακή αποχή στην ψηφιακή παιδεία και ενσυνειδητότητα».
Κίνδυνος νέων συμπεριφορικών στρεβλώσεων
Η Στέλλα Μίζιου MSc Ψυχολόγος/Γνωστικό-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεύτρια τονίζει πως: «Η ραγδαία επιδείνωση των δεικτών ψυχικής υγείας των εφήβων έχει συσχετιστεί βιβλιογραφικά με την διαρκώς αυξανόμενη χρήση κινητών/tablet και των αλγοριθμικά καθοδηγούμενων μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Για τη σύγχρονη γενιά (Gen Z και Gen Alpha), τα ψηφιακά μέσα δεν αποτελούν απλώς εργαλεία ψυχαγωγίας, αλλά το πρωταρχικό περιβάλλον διαμόρφωσης ταυτότητας και κοινωνικοποίησης. Ως απάντηση, διατυπώνονται όλο και συχνότερα προτάσεις για αυστηρές νομικές και θεσμικές απαγορεύσεις. Παρότι η πρόθεση περιορισμού της έκθεσης σε μη ελεγχόμενο ψηφιακό περιεχόμενο είναι κατανοητή, η επιστημονική κοινότητα οφείλει να διερευνήσει κατά πόσο οι οριζόντιες απαγορεύσεις αποτελούν όντως λύση ή ενέχουν τον κίνδυνο δημιουργίας νέων ψυχοπαθολογικών και συμπεριφορικών στρεβλώσεων».
Ραγδαία αύξηση καταθλιπτικών διαταραχών
O Βαγγέλης Καραβέλας Ψυχίατρος – Ψυχοθεραπευτής περιγράφει πως: «Το περιεχόμενο που προβάλλεται στα social media βάζει τα παιδιά σε μία συνθήκη σύγκρισης, με αυτό που βλέπουν. Νομοτελειακά αυτό οδηγεί σε άγχος και κατάθλιψη. Από το 2014 και μετά, οπότε και εισήχθη η χρήση smartphones στα παιδιά, ερευνητικά παρουσιάστηκε μία έκρηξη αυτών των ψυχικών διαταραχών. Πρόταση της επιστημονικής κοινότητας είναι τα παιδιά να έχουν κινητό στα 12, χωρίς δυνατότητα χρήσης του internet, στα 14 να μπαίνουν στο διαδίκτυο και στα 16 να έχουν πρόσβαση σε social media. Στόχος αυτής της πρότασης είναι τα παιδιά να περάσουν από το κοινωνικό τσεκάριμα της εφηβείας στον πραγματικό κόσμο, προκειμένου να αναπτύξουν περισσότερες άμυνες απέναντι στα social media».
Τι πρέπει να κάνουν οι γονείς
Μιλώντας για το πώς θα μπορούσαν οι γονείς να προετοιμαστούν και να διαχειριστούν το επικείμενο μέτρο, η κ. Μίζιου επισημαίνει πως έννοια-κλειδί αποτελεί η συν-ρύθμιση. «Αφορά τη μετάβαση από τον εξωτερικό έλεγχο στην εσωτερικευμένη αυτορρύθμιση η οποία φυσικά απαιτεί σταδιακή εκπαίδευση και ο μακροπρόθεσμος στόχος της είναι καθώς το παιδί μεγαλώνει να μαθαίνει την συναισθηματική επίδραση της χρήσης της οθόνης στον ίδιο. Η θέσπιση ορίων (π.χ. όχι συσκευές στο υπνοδωμάτιο κατά τη διάρκεια του ύπνου ή στο οικογενειακό τραπέζι) είναι αποτελεσματικότερη όταν συν-διαμορφώνεται μέσω διαλόγου και ισχύει για όλα τα μέλη της οικογένειας. Τέλος, σημαντική είναι η αντιστάθμιση των εμπειριών, γνωρίζοντας οι γονείς ότι η απαγόρευση δημιουργεί ένα «υπαρξιακό κενό» χρόνου χρειάζεται να επενδύσουν ενεργά στην παροχή ελκυστικών εναλλακτικών στον φυσικό κόσμο (αθλητισμός, διαπροσωπικές συναντήσεις, καλλιτεχνικές δραστηριότητες)».
Κίνδυνοι παράκαμψης
Ο Θρασύβουλος Τσιάτσος καθηγητής στο Τμήμα Πληροφορικής ΑΠΘ επισημαίνει στη «ΜτΚ» πως η επιβολή ενός ηλικιακού ορίου δεν σημαίνει αυτομάτως και αποτελεσματική προστασία. «Από τεχνολογική άποψη, η επαλήθευση ηλικίας είναι σήμερα εφικτή. Υπάρχουν μηχανισμοί που μπορούν να επιβεβαιώνουν ότι ένας χρήστης έχει συμπληρώσει μία συγκεκριμένη ηλικία, ακόμη και χωρίς να αποκαλύπτεται η ταυτότητά του στην πλατφόρμα. Άλλο, όμως, είναι να ελέγξουμε την ηλικία κατά τη δημιουργία ενός λογαριασμού και άλλο να εξασφαλίσουμε ότι αυτός δεν θα χρησιμοποιηθεί αργότερα από ένα παιδί. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η εφαρμογή τέτοιων περιορισμών είναι δύσκολη. Οι ανήλικοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν λογαριασμούς ενηλίκων ή να αναζητήσουν άλλους τρόπους παράκαμψης. Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος να μετακινηθούν σε άλλες, λιγότερο γνωστές ή λιγότερο ελεγχόμενες πλατφόρμες, όπου οι μηχανισμοί προστασίας μπορεί να είναι ακόμη ασθενέστεροι». Τονίζει πως, δεν πρέπει να βιαστούμε να κρίνουμε την επιτυχία ή την αποτυχία ενός τέτοιου μέτρου. «Χρειάζονται διαχρονικά δεδομένα, σύγκριση πριν και μετά την εφαρμογή και αξιολόγηση όχι μόνο της χρήσης των social media, αλλά και της ψυχικής υγείας, της κοινωνικής συμπεριφοράς και της μετακίνησης των παιδιών σε άλλες ψηφιακές υπηρεσίες. Γι’ αυτό απαιτείται μία ευρύτερη προσέγγιση: Ασφαλέστερος σχεδιασμός των πλατφορμών, περιορισμός μηχανισμών που ενθαρρύνουν την υπερβολική χρήση, προστασία προσωπικών δεδομένων και συστηματικός ψηφιακός γραμματισμός. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να κρατήσουμε τα παιδιά μακριά από τα social media, αλλά να δημιουργήσουμε ένα ασφαλέστερο ψηφιακό περιβάλλον και να αξιολογήσουμε με υπομονή και επιστημονικά δεδομένα τι πραγματικά λειτουργεί».
Από την πλευρά του ο Θεοδόσιος Σαπουνίδης, αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής ΑΠΘ υπογραμμίζει πως ο ρόλος του γονέα είναι κομβικός για την προστασία των ανηλίκων από τη χρήση των social media. Περιγράφει πως υπάρχουν επωφελείς εφαρμογές που μπορούν να αξιοποιηθούν για την παιδαγωγική εκπαίδευση των παιδιών. «Όλες οι εφαρμογές προσπαθούν να κρατήσουν τον χρήστη. Το ζήτημα με τα social media είναι πως έχουν ένα επιπλέον όπλο: Μέσω αλγορίθμων διαβάζουν τι ενδιαφέρει τον χρήστη και του προβάλουν αντίστοιχο περιεχόμενο προκειμένου να τον κρατήσουν. Απεναντίας, οι εκπαιδευτικές εφαρμογές δεν λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο. Είναι σαφές λοιπόν πως πρέπει να μπουν όρια, με την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτό βρίσκει σύμφωνο τον γονέα. Δηλαδή, για να παρακαμφθούν οι δικλείδες ασφαλείας που θέτει το Kids Wallet, μέσω του Gov.gr, είναι απαραίτητη η “συμβολή” του γονέα».
Όσον αφορά τη δυνατότητα, οι ίδιες οι πλατφόρμες να «διαβάζουν» το περιεχόμενο που έχει δημοσιεύσει ο χρήστης, να διασταυρώνουν τις πληροφορίες και να καταλήγουν πως πρόκειται για άτομο κάτω των 15 ετών, ο κ. Σαπουνίδης εξηγεί πως δεν πρόκειται για κάτι εύκολα υλοποιήσιμο. «Είναι μία ιδιαίτερα κοστοβόρα διαδικασία άρα δεν γνωρίζουμε εάν οι ίδιες οι πλατφόρμες θα μπουν σε τέτοια διαδικασία. Σε πολλές περιπτώσεις γονείς εκθέτουν τα παιδιά τους στα social media άρα, εάν ασχοληθούν πλημμελώς με το θέμα, το σύστημα θα μπορεί να ξεγελαστεί. Υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας που μπορούν να βοηθήσουν σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα γι’ αυτό απαιτείται επαγρύπνηση».
Τα πρόστιμα
Από την 1η Ιανουαρίου 2027, οι πλατφόρμες θα πρέπει να κλειδώνουν τους λογαριασμούς για τους οποίους γνωρίζουν ότι ανήκουν σε χρήστες κάτω των 15 ετών. Η εφαρμογή της ρύθμισης θα βασίζεται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις ψηφιακές υπηρεσίες (Digital Services Act - DSA), ενώ για τις παραβάσεις προβλέπεται η ενεργοποίηση των μηχανισμών εποπτείας και κυρώσεων που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Όπως επεσήμανε ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Δημήτρης Παπαστεργίου, τα πρόστιμα βάσει του DSA μπορεί να φτάσουν έως το 6% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών μίας πλατφόρμας. Διευκρίνισε δε ότι, σε περίπτωση καταγγελίας που αφορά πλατφόρμα, ενεργοποιείται η προβλεπόμενη διαδικασία εποπτείας στο πλαίσιο του DSA. Για τις πολύ μεγάλες πλατφόρμες, η διαδικασία ακολουθεί τους μηχανισμούς που προβλέπει ο ευρωπαϊκός κανονισμός, με τη συμμετοχή των αρμόδιων αρχών.
*Δημοσιεύτηκε στη «ΜτΚ» στις 18/10/2026