Η δεοντολογία που ξεπουλήσαμε για τα κλικ. Της Σοφίας Χριστοφορίδου

Πώς νιώθουν οι συνομήλικοι της 17χρονης, που νιώθουν την ίδια ψυχολογική πίεση από τις εξετάσεις, όταν βλέπουν σε λούπα το ρεπορτάζ με το σημείωμα;

Κάποτε ήταν απαράβατος δημοσιογραφικός κανόνας, που τον μαθαίναμε από τους παλαιότερους συναδέλφους: γράφουμε για περιστατικά θανάτων μόνο όταν είναι δυστυχήματα, τροχαία ή εργατικά. Μπορεί κάποιος να βρισκόταν νεκρός στο σπίτι του, ή πεσμένος από μια γέφυρα. Ποτέ μα ποτέ δεν αναφέραμε τη λέξη «αυτοκτονία», «απαγχονισμός» ή ότι άλλο σχετικό. Αρκούσε ένα ξερό «ο θάνατος δεν οφείλεται σε παθολογικά αίτια ή εγκληματική ενέργεια». Κι αυτό τον κανόνα τον εφαρμόζαμε ευλαβικά.

Πώς φτάσαμε στο σημείο να βγαίνει φόρα παρτίδα το τελευταίο σημείωμα μιας έφηβης προς τους γονείς της; Ποιος εμπλεκόμενος στη διερεύνηση της υπόθεσης θεώρησε καλό να διαρρεύσει (επ' αμοιβή, ας μην έχουμε αμφιβολίες περί αυτού) αυτό το σημείωμα μιας 17χρονης προς τους γονείς της; Πώς νιώθει η τραγική οικογένεια, που βυθίστηκε στο πένθος μια για πάντα και θα μπορεί να ακούει ξανά και ξανά σε λούπα -όπως και το πανελλήνιο- τα τελευταία λόγια του κοριτσιού; Πώς νιώθουν άραγε οι συνομήλικοι της 17χρονης, που νιώθουν την ίδια ψυχολογική πίεση από τις πανελλαδικές εξετάσεις και σε λίγες μέρες θα βρεθούν μπροστά στη λευκή κόλλα; Ακόμα χειρότερα, πως νιώθουν όσοι υποφέρουν από κάποια ψυχική νόσο, και πέρασε από το μυαλό τους η αυτοκτονία, όταν διαβάζουν ξανά και ξανά όλες τις λεπτομέρειες της πράξης των δύο κοριτσιών; Όταν ακούν τον ήχο που έκαναν τα σώματα των δύο κοριτσιών, πέφτοντας στο δρόμο;

Το ΕΣΡ από το 2018 έχει προχωρήσει σε συστάσεις για τον τρόπο παρουσίασης περιπτώσεων αυτοκτονίας προσώπων από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Σύμφωνα με αυτές, οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί φορείς οφείλουν να αποφεύγουν την εντυπωσιοθηρική παρουσίαση της αυτοκτονίας και πρακτικές που, έστω εμμέσως, συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιμητικών συμπεριφορών, να λαμβάνουν υπόψη την πολύπλοκη και πολυπαραγοντική φύση του φαινομένου της αυτοκτονίας, και να αποφεύγουν παραπλανητικές αποδόσεις μιας αυτοκτονίας σε μεμονωμένα αίτια, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου το θέμα δεν έχει ακόμα πλήρως διερευνηθεί. Επίσης, να μην χρησιμοποιούν φωτογραφικό ή μαγνητοσκοπημένο υλικό για την παρουσίαση της σκηνής μιας αυτοκτονίας, φωτογραφίες του εκλιπόντος προσώπου ή σημειώματα αυτοκτονίας και να εξασφαλίζουν ρητή άδεια από τα μέλη της οικογένειάς του για τη χρήση σχετικού οπτικού υλικού.

Επέβαλλε μάλιστα και πρόστιμα στα κανάλια, της τάξης μερικών δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Όμως η πρόσβαση στην «κλειδαρότρυπα» του πόνου και της φρίκης (των άλλων) φέρνει κλικ και πολλαπλάσια διαφημιστικά έσοδα στα ΜΜΕ, κι όλοι εμείς που είδαμε και διαβάσαμε αυτά τα ρεπορτάζ δίνουμε ισχυρό κίνητρο να συνεχιστεί αυτή η πρακτική. Γιατί όλοι -ακόμα και όσοι φρίτουμε με αυτή την πράξη απόλυτου δημοσιογραφικού κιτρινισμού και τυμβωρυχίας- είδαμε τα ρεπορτάζ με το σημείωμα. Κι ακόμα χειρότερα, είδαμε και το άλλο ρεπορτάζ με τον ήχο που έκαναν τα σώματα των δύο 17χρονων κατά την πρόσκρουση με την άσφαλτο.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το σημείωμα της 17χρονης έριξε φως στα αίτια της πράξης της και άρα η δημοσιοποίηση του συμβάλλει στο να ανοίξει η συζήτηση για την ψυχική υγεία των εφήβων, για το άγχος της οικονομικής ανέχειας της οικογένειας που στραγγαλίζει τον ψυχισμό των παιδιών, ακόμα και για το τι πάει λάθος με το σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων. Θα μπορούσε να γίνει, χωρίς να χρειάζεται να διαβάσουμε το τελευταίο σημείωμα της 17χρονης ή να ακούσουμε τον γδούπο της πρόσκρουσης...

ESPA