Η 90ή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης δεν είναι απλώς μία ακόμα διοργάνωση. Συμπίπτει με τα 100 χρόνια από την πρώτη ΔΕΘ του 1926 και πραγματοποιείται από τις 5 έως τις 13 Σεπτεμβρίου 2026, με τιμώμενη χώρα την Ιαπωνία -στοιχεία που προσδίδουν στη φετινή διοργάνωση ισχυρό ιστορικό και διεθνές αποτύπωμα.
Η απόσταση ανάμεσα στα εκατό χρόνια και στις ενενήντα διοργανώσεις δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια· είναι η ίδια η ιστορία της χώρας. Η Έκθεση σιώπησε από το 1941 έως το 1950, στη σκιά του πολέμου και της Κατοχής, και ξανά το 2020, στη σκιά της πανδημίας. Κάθε φορά επέστρεψε. Αυτό είναι ίσως το πρώτο δίδαγμα της επετείου: Οι θεσμοί που αντέχουν δεν είναι εκείνοι που δεν δοκιμάστηκαν ποτέ, αλλά εκείνοι που ξαναστήθηκαν στα πόδια τους.
Η ΔΕΘ υπήρξε διαχρονικά κάτι περισσότερο από ένας εκθεσιακός θεσμός: Υπήρξε σταθερό σημείο συνάντησης της οικονομίας, της πολιτικής, της επιχειρηματικότητας και της κοινωνίας, όπου η Θεσσαλονίκη και η χώρα δοκίμαζαν κάθε φορά να διατυπώσουν το επόμενο βήμα τους.
Η «Μακεδονία» ως μάρτυρας, συμμέτοχος και θεσμός λογοδοσίας
Για τη «Μακεδονία», η επέτειος αυτή δεν είναι εξωτερική παρατήρηση, αλλά μέρος της ίδιας της ιστορικής της διαδρομής. Η εφημερίδα κατέγραψε από την πρώτη στιγμή το κλίμα και τη σημασία της ΔΕΘ, με το φύλλο της 3ης Οκτωβρίου 1926 -ημέρας των εγκαινίων της πρώτης Έκθεσης- να αποτυπώνει την ατμόσφαιρα μίας διοργάνωσης που έμελλε να ταυτιστεί με την οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της Θεσσαλονίκης. Το αφιέρωμα «100 χρόνια ΔΕΘ μέσα από τις σελίδες της Μακεδονίας» δεν αποτελεί απλώς αναδρομή στο αρχείο, αλλά υπενθύμιση ότι η ιστορία της Έκθεσης και η ιστορία της πόλης γράφτηκαν, σε μεγάλο βαθμό, παράλληλα και αλληλένδετα.
Η «Μακεδονία» δεν έχει λόγο να περιοριστεί στην καταγραφή των δηλώσεων και των συμβολισμών της επετειακής ΔΕΘ. Οφείλει να διατηρήσει τον ρόλο της ως σταθερό δημόσιο βήμα της πόλης: Να αναδεικνύει τις δυνατότητες, να καταγράφει τις καθυστερήσεις, να ελέγχει τις δεσμεύσεις και να δίνει χώρο στις τεκμηριωμένες προτάσεις της κοινωνίας και της πραγματικής οικονομίας.
Από τις ανακοινώσεις στην εκτέλεση
Ακριβώς γι’ αυτό, η φετινή ΔΕΘ δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως επαναλαμβανόμενη σκηνή εξαγγελιών. Το κρίσιμο ζητούμενο για τη Θεσσαλονίκη είναι αν μπορεί επιτέλους να περάσει από τη ρητορική της προσδοκίας στη λογική της εκτέλεσης.
Και εδώ η φετινή χρονιά προσφέρει κάτι που έλειπε επί δεκαετίες: Αποδείξεις. Το Μετρό λειτουργεί, και από τις 27 Αυγούστου λειτουργεί και η επέκταση προς την Καλαμαριά, με πέντε νέους σταθμούς. Το Flyover έχει ξεπεράσει το μισό της διαδρομής του, με προγραμματισμένη ολοκλήρωση την άνοιξη του 2027. Η ανάπλαση της ΔΕΘ έχει μπει σε διαγωνιστική διαδικασία. Το Thess INTEC προωθείται ως οργανωμένο τεχνολογικό πάρκο 4ης γενιάς.
Κανένα από αυτά δεν έχει αξία ως μεμονωμένο έργο βιτρίνας. Έχουν αξία ως κρίκοι μίας ευρύτερης αλυσίδας που μπορεί να αναβαθμίσει την καθημερινότητα, την επενδυτική ελκυστικότητα και τη θέση της πόλης στον χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πλέον αν η Θεσσαλονίκη μπορεί να ολοκληρώνει μεγάλα έργα· απέδειξε ότι μπορεί. Είναι αν αυτό θα γίνει κανόνας ή θα παραμείνει εξαίρεση.
Η νέα ΔΕΘ ως δοκιμασία υλοποίησης
Η ανάπλαση της ΔΕΘ έχει πλέον περάσει από τη μακρά φάση της διαβούλευσης και του σχεδιασμού στη φάση της διαγωνιστικής διαδικασίας. Με απόφαση του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το έργο εντάχθηκε στο Τομεακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης του υπουργείου, στο πλαίσιο του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης 2026-2030, με συνολικό προϋπολογισμό 204,6 εκατ. ευρώ (165 εκατ. ευρώ πλέον ΦΠΑ), διασφαλίζοντας τη δημόσια χρηματοδότησή του. Ο διαγωνισμός μελετοκατασκευής έχει ήδη αναρτηθεί, με καταληκτική ημερομηνία υποβολής προσφορών την 21η Σεπτεμβρίου 2026 -λίγες μόλις ημέρες μετά τη λήξη της φετινής Έκθεσης.
Το φυσικό αντικείμενο, συνολικής έκτασης περίπου 89.000 τ.μ., περιλαμβάνει δύο νέα βιοκλιματικά εκθεσιακά κτίρια περίπου 43.000 τ.μ., την πλήρη ανακαίνιση του Συνεδριακού Κέντρου «Ιωάννης Βελλίδης», περίπου 1.000 υπόγειες θέσεις στάθμευσης και τη διαμόρφωση περίπου 120 στρεμμάτων ελεύθερων χώρων και κοινόχρηστων υποδομών με χαρακτηριστικά μητροπολιτικού πάρκου.
Η συζήτηση, συνεπώς, δεν αφορά πλέον το αν η πόλη συμφωνεί με την ανάπλαση. Αφορά το αν όλοι οι εμπλεκόμενοι θεσμοί μπορούν να εγγυηθούν συνέπεια στα χρονοδιαγράμματα, τεχνική ποιότητα, διαφάνεια και λειτουργική ενσωμάτωση του έργου στην καθημερινότητα της πόλης. Η «Μακεδονία» οφείλει εδώ να επιμείνει σε ένα απλό αλλά κρίσιμο πεντάπτυχο, που θα έπρεπε να συνοδεύει κάθε μεγάλη δέσμευση για τη Θεσσαλονίκη: Σαφές χρονοδιάγραμμα, κοστολόγηση, χρηματοδοτική πηγή, υπεύθυνος φορέας υλοποίησης και δημόσια λογοδοσία για την πορεία του έργου.
Μία ΔΕΘ σε πολιτική συγκυρία υψηλών απαιτήσεων
Είναι προφανές ότι η φετινή ΔΕΘ διεξάγεται σε κλίμα αυξημένης πολιτικής και προεκλογικής φόρτισης. Η δημόσια συζήτηση ήδη περιστρέφεται γύρω από μέτρα, φορολογικές παρεμβάσεις, εισοδηματική στήριξη και πολιτικά μηνύματα με ορίζοντα τις εκλογές του 2027. Ακριβώς γι’ αυτό, η αξία της φετινής διοργάνωσης θα κριθεί από το αν θα αντισταθεί στον πειρασμό της εύκολης υπόσχεσης και της πρόσκαιρης εντύπωσης.
Η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία δεν έχουν ανάγκη από μία ακόμα σκηνή παροχών ή από έναν ανταγωνισμό εξαγγελιών. Έχουν ανάγκη από συγκεκριμένες, κοστολογημένες και εφαρμόσιμες προτάσεις για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα, το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, τη φορολογική και ασφαλιστική σταθερότητα, τη στέγη, τις μεταφορές, την ενέργεια και την ποιότητα της καθημερινής ζωής. Και, κυρίως, έχουν ανάγκη από ουσιαστικό διάλογο με τους παραγωγικούς φορείς, τους εμπόρους, τους επαγγελματίες, τους μικρομεσαίους, τους εκθέτες και όλους όσοι βιώνουν στην πράξη τα προβλήματα της αγοράς και της πόλης.
Η ανάπτυξη, άλλωστε, δεν μετριέται μόνο σε προϋπολογισμούς και μακέτες. Μετριέται στον χρόνο που χάνει ο πολίτης στις μετακινήσεις του, στο κόστος που επιβαρύνει μια μικρή επιχείρηση, στην ασφάλεια του δημόσιου χώρου, στη δυνατότητα των νέων να βρουν ποιοτική εργασία και να παραμείνουν στον τόπο τους. Εκεί πρέπει να δοκιμαστεί η αξιοπιστία κάθε πολιτικής πρότασης.
Αν η ΔΕΘ θέλει να τιμήσει πραγματικά την ιστορία της, οφείλει να παραμείνει βήμα σοβαρής εθνικής και περιφερειακής στρατηγικής. Όχι χώρος όπου τα κόμματα θα δοκιμάζουν απλώς το πολιτικό τους αφήγημα, αλλά πεδίο όπου θα καταθέτουν δεσμεύσεις ικανές να αντέξουν στο ίδιο ακριβώς πεντάπτυχο. Αυτό είναι το μέτρο ευθύνης που απαιτεί όχι μόνο η συγκυρία, αλλά και το ίδιο το βάρος των 100 χρόνων της ΔΕΘ.
Πέρα από το κέντρο: Η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία ως ενιαίο πεδίο
Η ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης δεν μπορεί να εξαντλείται στο ιστορικό και διοικητικό της κέντρο. Η δυτική πλευρά της πόλης και συνολικά η βιομηχανική και διαμετακομιστική γεωγραφία της Μακεδονίας απαιτούν πιο δίκαιη και λειτουργική αναπτυξιακή ιεράρχηση, με έμφαση στις συνδέσεις, στις μεταφορές, στη βιομηχανική υποδομή και στη σχέση του λιμανιού με το σιδηροδρομικό και οδικό δίκτυο.
Το ίδιο ισχύει και για τη Μακεδονία ως ευρύτερη περιφέρεια. Η Κεντρική Μακεδονία δεν μπορεί να στηρίζεται επ’ αόριστον σε αποσπασματικές ενισχύσεις· χρειάζεται ένα πιο καθαρό παραγωγικό υπόδειγμα, με έμφαση στην αγροδιατροφή, στη μεταποίηση, στην ενέργεια, στην έρευνα, στις εξαγωγές και στη σύνδεση της καινοτομίας με την πραγματική οικονομία. Το Περιφερειακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Κεντρικής Μακεδονίας 2026-2030 εγκρίθηκε με αρχικό προϋπολογισμό 215 εκατ. ευρώ, ενώ με την υπερδέσμευση οι διαθέσιμοι πόροι για νέες αναπτυξιακές παρεμβάσεις ανέρχονται σε 279,5 εκατ. ευρώ. Το πλαίσιο υπάρχει· το ζητούμενο είναι να μη διασπαρεί σε παρεμβάσεις χωρίς μεταξύ τους συνοχή.
Η αναπτυξιακή στρατηγική της Μακεδονίας οφείλει, τέλος, να είναι και χωρικά δίκαιη: Να συνδέει τη μητροπολιτική Θεσσαλονίκη με τη δυτική βιομηχανική ζώνη, τα λιμάνια και τις μεταφορές, την αγροδιατροφική παραγωγή, τη μεταποίηση, τον τουρισμό και τις τοπικές κοινωνίες της περιφέρειας. Η 90ή ΔΕΘ προσφέρει ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: να μην είναι μόνο μια μεγάλη διοργάνωση, αλλά πεδίο όπου η περιφέρεια θα επαναδιατυπώσει σοβαρά το αναπτυξιακό της αφήγημα.
Το μήνυμα της Ιαπωνίας
Η επιλογή της Ιαπωνίας ως τιμώμενης χώρας προσδίδει στη φετινή διοργάνωση πρόσθετη στρατηγική σημασία. Δεν πρόκειται μόνο για προβολή πολιτισμού και τεχνολογίας, αλλά για υπενθύμιση ότι η ανταγωνιστικότητα οικοδομείται με πειθαρχία, ποιότητα, ακρίβεια και διάρκεια -στοιχεία που συμπυκνώνονται στη φιλοσοφία του «Takumi», του μάστορα που αφιερώνει μια ολόκληρη ζωή στην τελειοποίηση της τέχνης του και που συνοδεύει τη φετινή ιαπωνική συμμετοχή. Αυτό είναι και το βαθύτερο δίδαγμα για τη Θεσσαλονίκη: Οι πόλεις δεν αλλάζουν επειδή το δηλώνουν, αλλά επειδή οργανώνουν θεσμικά, χρηματοδοτικά και διοικητικά την αλλαγή τους.
Η ευθύνη της επόμενης ημέρας
Η «Μακεδονία», με τη μνήμη ενός αιώνα στις σελίδες της, έχει χρέος να θέτει ακριβώς αυτό το ερώτημα. Όχι αν η Θεσσαλονίκη έχει δυνατότητες· τις έχει. Όχι αν η Μακεδονία μπορεί να αποτελέσει ξανά πρωταγωνιστική περιφέρεια· μπορεί. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν το πολιτικό σύστημα, η αυτοδιοίκηση, οι παραγωγικοί φορείς, τα πανεπιστήμια και η επιχειρηματική κοινότητα μπορούν να λειτουργήσουν με συνέχεια, συνεργασία και μετρήσιμους στόχους.
Στα 100 χρόνια της ΔΕΘ, η μεγαλύτερη τιμή προς την ιστορία της δεν είναι η νοσταλγία. Είναι η απόφαση να μετατραπεί ξανά σε αφετηρία μιας σοβαρής, ώριμης και απαιτητικής αναπτυξιακής επανεκκίνησης για τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία. Η αισιοδοξία για την περιοχή δεν είναι ευχή· έχει βάση στις δυνατότητές της, στους ανθρώπους της, στη γνώση που παράγεται, στην επιχειρηματικότητα που επιμένει και στις υποδομές που, επιτέλους, ολοκληρώνονται. Η «Μακεδονία» θα είναι παρούσα: για να καταγράφει την πρόοδο, να επισημαίνει τα κενά και να υπηρετεί έναν δημόσιο διάλογο που απαιτεί αποτέλεσμα.
*Δημοσιεύθηκε στο ειδικό ένθετο της «ΜτΚ» για τη ΔΕΘ στις 05-06.09.2026