Πολλά έχουν γραφεί και ειπωθεί για την πολιτική της νέας γερμανικής κυβέρνησης. Η πανδημία και το ενδεχόμενο μιας σύρραξης στην Ανατολική Ευρώπη έχουν ρίξει τη νέα ομάδα υπό τον καγκελάριο Όλαφ Σολτς στα βαθιά. Μέρος του νέου αφηγήματος είναι ότι, παρά τις ανακοινώσεις για ριζικές αλλαγές, πολλά πράγματα θα παραμείνουν ίδια. Η συνέχεια είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της γερμανικής πολιτικής. Τελικά ο καγκελάριος είναι αυτός που αποφασίζει. Και ο Όλαφ Σολτς ενσαρκώνει την πολιτική συνέχεια καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον. Αυτό ισχύει κυρίως για την εξωτερική πολιτική.
Ένα από τα σημαντικότερα θέματα στην εξωτερική πολιτική της Γερμανίας είναι η Τουρκία. Δεν υπάρχει άλλη χώρα που να διατηρεί τόσο στενές σχέσεις με την Άγκυρα όσο η Γερμανία. Ακόμη δεν υπάρχουν συγκεκριμένες δηλώσεις για το πώς θα τοποθετηθεί η νέα κυβέρνηση στο Βερολίνο στα ελληνοτουρκικά ζητήματα. Πρώτες ενδείξεις για τη μελλοντική πολιτική της Γερμανίας βρίσκει κανείς στα πρακτικά της πρόσφατης συνόδου των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, η οποία ασχολήθηκε μεταξύ άλλων με την Τουρκία και την Κύπρο. Κανονικά οι διαβουλεύσεις των υπουργών είναι εμπιστευτικές. Ως εκ τούτου η δημοσίευση των πρακτικών της συνάντησης των Βρυξελλών στον κυπριακό (και ελλαδικό) Τύπο αποτελεί εξαιρετικό γεγονός. Μεταξύ των σημαντικότερων σημείων είναι ότι η γερμανική κυβέρνηση τάχθηκε κατά των κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας.
Σύμφωνα με τα πρακτικά, η νέα υπουργός Εξωτερικών δικαιολόγησε τη στάση της με έλλειψη χρόνου για να μελετήσει τα έγγραφα. Εάν αληθεύει, πρόκειται για μια αδύναμη και – τελικά - ανέντιμη δικαιολογία. Η απόρριψη των κυρώσεων κατά της Τουρκίας είναι μια σταθερά της γερμανικής πολιτικής. Το Βερολίνο δεν ήταν υπέρ της τιμωρίας της Τουρκίας για τη συμπεριφορά της στο παρελθόν και - όπως βλέπουμε - δεν είναι ούτε τώρα. Η τελευταία φορά που το θέμα των κυρώσεων κατά της Τουρκίας βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ήταν το 2020 κατά τη διάρκεια της κρίσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Τότε η Άνγκελα Μέρκελ διαμεσολάβησε μεταξύ Άγκυρας και Αθήνας και πέτυχε μια χαλάρωση της έντασης, χωρίς την επιβολή τιμωρητικών μέτρων. Η διατήρηση της αποκλιμάκωσης στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένει πρώτη προτεραιότητα της γερμανικής πολιτικής στα ελληνοτουρκικά.
Και ενώ η κυβέρνηση δεν έχει κάνει καμία επίσημη ανακοίνωση για την Τουρκία, οι πολιτικοί αναλυτές αναζητούν το δέον γενέσθαι. Μια προτροπή που ακούγεται συχνά αυτές τις μέρες ζητά από το Βερολίνο να κοιτάζει στο μέλλον και να σχεδιάζει από τώρα την εποχή μετά τον Ερντογάν. Τα σενάρια βασίζονται σε υποθέσεις, κανείς δεν ξέρει πως θα είναι το μέλλον. Είναι πρόωρο, αν όχι και αφελές, να υποθέσουμε ότι μια άλλη κυβέρνηση στην Τουρκία θα ακολουθήσει πιο ήπια, μετριοπαθή πολιτική. Τέλος, υπάρχει ακόμα πολύς χρόνος μέχρι τις εκλογές. Η ιστορία δείχνει ότι όταν οι κυβερνώντες στην Τουρκία δέχονται πιέσεις στο εσωτερικό, τους αρέσει να κλιμακώνουν την ένταση στα μέτωπα του εξωτερικού. Η επόμενη ελληνοτουρκική κρίση είναι θέμα χρόνου. Θα ήταν μεγάλη έκπληξη, εάν σε μια τέτοια περίπτωση η κυβέρνηση του Όλαφ Σολτς αντιδρούσε διαφορετικά από την Άνγκελα Μέρκελ.
* Ο Δρ. Ρόναλντ Μαϊνάρντους είναι πολιτικός αναλυτής, σχολιαστής και κύριος ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 είχε διατελέσει διευθυντής της ελληνικής σύνταξης της Deutsche Welle.