Συντάξεις χηρείας: Καταργείται η περικοπή τους μετά την παρέλευση της τριετίας - Τι προβλέπει η νομοθετική ρύθμιση
«Καταργούμε μία μεγάλη κοινωνική αδικία δέκα ετών, η οποία ταλαιπώρησε χιλιάδες οικογένειες» λέει η υπουργός Εργασίας, Ν. Κεραμέως
Οι σημερινοί κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί δεν έχουν καμία σχέση με εκείνους οι οποίοι προέκυψαν στην κάλπη
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην GoogleΈνα από τα κλασικά κλισέ της πολιτικής είναι ότι «οι πρόωρες εκλογές είναι προνόμιο του πρωθυπουργού». Στη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας έχει επιβεβαιωθεί αρκετές φορές, άλλες τόσες όμως, ίσως και περισσότερες, έχει διαψευστεί. Για παράδειγμα, η προκήρυξη των πρώτων πρόωρων εκλογών μετά τη χούντα, το 1977, ήταν προσωπική απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή διότι έκρινε ότι αυτό εξυπηρετούσε τα πολιτικά του σχέδια να εκλεγεί τρία χρόνια αργότερα Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Σε πρόωρες εκλογές κατέφυγε το 1996 και ο Κώστας Σημίτης προκειμένου να αναβαθμιστεί στο αξίωμα του πρωθυπουργού από τη λαϊκή εντολή, καθώς σε αυτή τη θέση είχε εκλεγεί το 1993 από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ. Αντιθέτως, ο Κώστας Καραμανλής στη διάρκεια των πεντέμισι χρόνων της πρωθυπουργικής θητείας του αναγκάστηκε δύο φορές να προσφύγει σε πρόωρες εκλογές, το 2007 υπό το βάρος της επικείμενης αποκάλυψης του σκανδάλου του Βατοπεδίου και το 2009 υπό την απειλή της βέβαιης χρεοκοπίας της χώρας.
Στο παιχνίδι των πρόωρων εκλογών προσπαθεί συχνά να μπει και η αντιπολίτευση. Κυρίως όταν το κλίμα στην κοινωνία, αλλά και τα δημοσκοπικά δεδομένα προεξοφλούν κυβερνητική αλλαγή. Συνέβη το 1981 όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου πίεζε ήδη έναν χρόνο πριν για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Το ίδιο έγινε και το 2015 με τον Αλέξη Τσίπρα. Το βασικό επιχείρημα το οποίο χρησιμοποιεί η αντιπολίτευση προκειμένου να ζητήσει εκλογές είναι ότι η «Βουλή βρίσκεται σε πλήρη δυσαρμονία προς το λαϊκό αίσθημα».
Κάνοντας μία προβολή στο σήμερα εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι η σύνθεση του Κοινοβουλίου βρίσκεται σε πολλαπλή δυσαρμονία με τη λαϊκή βούληση, έτσι όπως αποτυπώθηκε στις τελευταίες εθνικές εκλογές.
Τον Ιούνιο του 2023 η Νέα Δημοκρατία είχε συγκεντρώσει 40,57% εκλέγοντας 158 βουλευτές. Έναν χρόνο μετά, στις ευρωεκλογές του 2024 το ποσοστό της υποχώρησε κατά δώδεκα ποσοστιαίες μονάδες φτάνοντας στο 28,31%. Όσο, πάνω κάτω, μετράται και στις τωρινές δημοσκοπήσεις ως προς την εκτίμηση ψήφου.
Πολύ μεγαλύτερες είναι οι ανατροπές στον χώρο της αντιπολίτευσης. Το 2023 ο ΣΥΡΙΖΑ είχε συγκεντρώσει 17,83% και με 47 βουλευτές βρέθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Σταδιακά, και έπειτα από δύο διασπάσεις το κόμμα ρευστοποιήθηκε στο βαθμό που μετά βίας να ανιχνεύεται στις δημοσκοπήσεις, ενώ την ώρα που θα διαβάζονται αυτές οι γραμμές είναι άγνωστο πόσοι από τους αρχικά 47 βουλευτές θα έχουν απομείνει.
Όμως δεν είναι μόνον αυτά. Προχωρώντας προς την ελάσσονα αντιπολίτευση, το κόμμα των Σπαρτιατών οι οποίοι είχαν εκλέξει 12 βουλευτές εδώ και καιρό δεν υφίσταται με απόφαση του Εκλογοδικείου. Μάλιστα η εκλογή τριών βουλευτών ακυρώθηκε χωρίς να αντικατασταθούν με αποτέλεσμα η Βουλή να αριθμεί 297 βουλευτές, αντί για 300, κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες.
Στη διάρκεια αυτής της κοινοβουλευτικής περιόδου «μπήκαν» στη Βουλή κόμματα τα οποία δεν είχαν καν κατέβει στις εκλογές. Πρόκειται για τη Νέα Αριστερά και τους Δημοκράτες οι οποίοι προέκυψαν από τις διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, ούτε αυτά υπάρχουν πλέον σε επίπεδο κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης λόγω των διασπάσεων ή αποχωρήσεων βουλευτών τους.
Παράλληλα, υπήρξε μπαράζ ανεξαρτητοποιήσεων και διαγραφών που έπληξαν τα περισσότερα κόμματα τα οποία υπέστησαν μικρές ή μεγαλύτερες απώλειες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι «ανεξάρτητοι» να αποτελούν πλέον «αξιωματική αντιπολίτευση» αφού ο αριθμός τους υπερβαίνει τους πενήντα.
Οι σημερινοί κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί δεν έχουν καμία σχέση με εκείνους οι οποίοι προέκυψαν στην κάλπη. Οι αλλεπάλληλες διασπάσεις και ανεξαρτητοποιήσεις βουλευτών έχουν οδηγήσει σε μία Βουλή «Φράνκεστάιν».
Συγχρόνως, έχουμε το τελευταίο δίμηνο τη δημιουργία δύο νέων κομμάτων, της ΕΛ.ΑΣ. του Αλέξη Τσίπρα και της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού τα οποία, ιδιαιτέρως αυτό του πρώην πρωθυπουργού, καταγράφουν αξιοσημείωτες δημοσκοπικές επιδόσεις.
Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν διατυπώνει ευθέως και επιμόνως αίτημα για άμεση προσφυγή στις κάλπες.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επαναλαμβάνει διαρκώς ότι οι εκλογές θα γίνουν λίγο πριν από το τέλος της τετραετίας, την άνοιξη του 2027, αν και πολλές από τις κινήσεις του δείχνουν ότι δεν έχει αποκλείσει εντελώς από τη σκέψη του το ενδεχόμενο εκλογικού αιφνιδιασμού το φθινόπωρο.
Πέρα, όμως, από τους σχεδιασμούς του πρωθυπουργού και από τους υπολογισμούς των κομμάτων της αντιπολίτευσης, η ανάγκη για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες επιβάλλεται πλέον εκ των πραγμάτων. Πρώτα και κύρια από τη σημερινή εικόνα της Βουλής. Ευλόγως διερωτάται κανείς πώς είναι δυνατόν, υπό αυτές τις συνθήκες να λειτουργήσει το Κοινοβούλιο για άλλους εννέα με δέκα μήνες, ως την άνοιξη του 2027. Πώς θα μπορεί να νομοθετεί, με ποια άραγε πολιτική νομιμοποίηση, καταπιανώμενη, μάλιστα, με θέματα υψηλής θεσμικής βαρύτητας όπως αυτό της Συνταγματικής Αναθεώρησης.
Τυχόν παράταση αυτής της πρωτοφανούς συνθήκης μόνο περαιτέρω πλήγματα μπορεί να επιφέρει στο ήδη βαριά πληγωμένο πολιτικό σύστημα. Δεδομένου ότι η αντιπολίτευση αποφεύγει να ζητήσει πρόωρες εκλογές, την πρωτοβουλία οφείλει να την αναλάβει ο πρωθυπουργός ο οποίος έχει έτσι κι αλλιώς τη θεσμική δυνατότητα.
*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 19.07.2026
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην Google«Καταργούμε μία μεγάλη κοινωνική αδικία δέκα ετών, η οποία ταλαιπώρησε χιλιάδες οικογένειες» λέει η υπουργός Εργασίας, Ν. Κεραμέως
«Οι μαθητές, οι φοιτητές, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί έχουν άλλη επιλογή. Να συμπορευτούν με το ΚΚΕ και την ΚΝΕ για να διεκδικήσουν αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν παιδεία για όλους, ολόπλευρη μόρφωση, πτυχία με αξία και δουλειά με δικαιώματα»
Ο Περισσός επισημαίνει ότι αποτελεί τη μοναδική σταθερή δύναμη που «υπερασπίζεται με συνέπεια τα εργατικά λαϊκά συμφέροντα και η ενίσχυσή του είναι εγγύηση για να δυναμώσει το ρεύμα αμφισβήτησης της κυρίαρχης αντιλαϊκής πολιτικής»
Ο πρωθυπουργός «δεν θεωρεί σοβαρό το ΠΑΣΟΚ, που πρότεινε τη δωρεάν μετακίνηση των νέων (...) αλλά θεωρεί σοβαρό τον εαυτό του, που πέταξε 30 εκατομμύρια από τα χρήματα των φορολογουμένων για την πανεπιστημιακή αστυνομία», λέει ο εκπρόσωπος του κόμματος