Ιπποκράτης Αθανασιάδης - Πώς διασκεύασα και ενορχήστρωσα το εμβατήριο «Μακεδονία ξακουστή»

Τι λέει στη «ΜτΚ» ο αντισυνταγματάρχης ε.α. του μουσικού σώματος του στρατού

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

Ποιος δεν γνωρίζει το εμβατήριο «Μακεδονία ξακουστή»; Ποιος θυμάται, όμως, τον μουσικό που διασκεύασε και ενορχήστρωσε το εμβατήριο το οποίο ξεσήκωσε τον ελληνικό λαό την δεκαετία του 1990;

Τον συνάντησα στη Θεσσαλονίκη, στις εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν για τα 100 χρόνια από την ίδρυση του Μουσικού Γυμναστικού συλλόγου Αποφοίτων Παπαφείου «ο Μελιτεύς».

Ο Ιπποκράτης Αθανασιάδης μπήκε στο Παπάφειο σε ηλικία 12 ετών. Ξεκίνησε τις μουσικές του σπουδές στα ανώτερα θεωρητικά στο μουσικό όργανο τρομπόνι στο κρατικό ωδείο Θεσσαλονίκης και τις ολοκλήρωσε στο ωδείο Αθηνών.

Το 1969, μετά από εξετάσεις, τοποθετήθηκε στη στρατιωτική μουσική του Γ’ Σώματος Στρατού. Στη συνέχεια μετατέθηκε στη ΑΣΔΕΝ και στην ορχήστρα του ΝΑΤΟ στην Νάπολη. Αποστρατεύτηκε από το μουσικό σώμα στρατού με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη.

Ποια είναι η πρώτη σας ανάμνηση από τα παιδικά σας χρόνια στο Παπάφειο;

Τα παιδικά μου χρόνια στο Στεφανόβουνο Ελασσόνας ήταν ιδιαίτερα σκληρά, σημαδεμένα από έντονες μεταπολεμικές στερήσεις. Θυμάμαι την πρώτη ημέρα στο Παπάφειο, στο μεσημεριανό γεύμα, μας σέρβιραν το γνωστό σε όλους παστίτσιο. Για ένα παιδί της επαρχίας σαν εμένα, αυτό ήταν ένα πρωτόγνωρο φαγητό που δεν είχα ξαναδοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου. Μου έκανε τεράστια εντύπωση, που η γεύση εκείνη καταγράφηκε βαθιά στη μνήμη μου. Ακόμη και σήμερα, κάθε φορά που δοκιμάζω αυτό το φαγητό, η γεύση του με γυρίζει αμέσως πίσω και αναπολώ με βαθιά συγκίνηση εκείνη την πρώτη ημέρα της νέας μου ζωής στο ίδρυμα.

Ποιοι άνθρωποι εκείνης της περιόδου σας σημάδεψαν περισσότερο;

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσω μόνο ορισμένα πρόσωπα, καθώς όλοι όσοι στελέχωναν το ίδρυμα επιτελούσαν έναν σπουδαίο σκοπό και έβαλαν το δικό τους λιθαράκι στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μας. Ωστόσο, νιώθω την ηθική υποχρέωση να αναφέρω τρεις ανθρώπους. Ο πρώτος είναι ο δήμαρχος Ελασσόνας Χρήστος Βλαχοδήμος, χάρη στον οποίο εισήχθη στο Παπάφειο. Ο δεύτερος είναι ο αείμνηστος επιμελητής του Παπαφείου, Ανδρέας Τσιγκαλάκης. Η σπάνια και επιβλητική προσωπικότητά του μάς μαγνήτιζε κυριολεκτικά. Με την ίδια θέρμη θυμάμαι τον παιδονόμο μας, τον κ. Αναστασιάδη που ήταν εξαιρετικά αγαπητός στο σύνολο των παιδιών. Ξεχώριζε με την πατρική φροντίδα με την οποία μας περιέβαλλε καθημερινά.

Πότε μπήκε η μουσική στη ζωή σας;

Το γενεαλογικό μου δέντρο έχει τις ρίζες του στον αλησμόνητο Πόντο. Ο πατέρας μου έπαιζε λύρα ενώ ο παππούς μου ήταν ψάλτης στην εκκλησία. Η καθοριστική, ωστόσο, μύησή μου στον κόσμο της οργανικής μουσικής συνέβη και πάλι στους χώρους του Παπαφείου. Το 1963, το άκουσμα της περίφημης φιλαρμονικής μπάντας του ιδρύματος με μάγεψε…

Πώς οδηγηθήκατε στον στρατό;

Παράλληλα με τη γενική μου εκπαίδευση στη σχολή Εργοδηγών Σχεδιαστών του «Ευκλείδη», το Παπάφειο ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη χρηματοδότηση των σπουδών μου στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Εκεί εξειδικεύτηκα στο τρομπόνι και στα ανώτερα θεωρητικά. Το μεγάλο μου όνειρο τότε ήταν να ενταχθώ στην Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης. Όμως, καθώς πλησίαζα προς την ολοκλήρωση των σπουδών μου, συνέβη κάτι αναπάντεχο. Ο αείμνηστος καθηγητής μου, Μανώλης Αικατερίνης, με ενημέρωσε ότι ο στρατός επρόκειτο να διενεργήσει διαγωνισμό για την πρόσληψη 25 μουσικών και με παρότρυνε να συμμετάσχω. Η επιτυχία μου στις εξετάσεις άλλαξε ριζικά τη ζωή μου.

Στη συνέχεια συνάντησα τον δάσκαλο μου, που και αυτός ήταν ένα παιδί του Παπαφείου, έναν σπουδαίο μουσικό και μαέστρο τον Μάρκο Ντουβή που ήταν στην ορχήστρα του Γ’ Σώματος Στρατού.

Θυμάστε πότε ακούσατε για πρώτη φορά τη «Μακεδονία ξακουστή» που αργότερα διασκευάσατε σε εμβατήριο;

Στο δημοτικό σχολείο, χαράχθηκαν στη μνήμη μου δύο τραγούδια που τραγουδούσαμε καθημερινά: «Τα ρόδα, τα τριαντάφυλλα» και η «Μακεδονία ξακουστή». Το 1991, μία χρονιά-ορόσημο, υπηρετούσα στη Στρατιωτική Μουσική της ΑΣΔΥΣ στην Αθήνα, ως διευθυντής της ελαφράς ορχήστρας της μπάντας. Ήταν η περίοδος που το Μακεδονικό ζήτημα βρισκόταν στην κορύφωσή του και το κλίμα στην κοινωνία ήταν εξαιρετικά φορτισμένο. Τότε ήταν που ο διοικητής μου, μου ανέθεσε επισήμως το έργο της διασκευής και ενορχήστρωσης του «Μακεδονία ξακουστή» και τη μετατροπή του σε στρατιωτικό εμβατήριο. Ο στόχος μου ήταν να προσφέρω ψυχική ανάταση στον ελληνικό λαό σε μία κρίσιμη στιγμή και ταυτόχρονα να τιμήσω τη μνήμη του πατέρα μου, Ιωάννη Παπάφη, μέσα από ένα έργο γεμάτο φως και δυναμισμό.

Όταν ολοκληρώσατε τη διασκευή του «Μακεδονία ξακουστή», περιμένατε ότι θα αποκτούσε τόσο μεγάλη και διαχρονική απήχηση;

Ειλικρινά, η πρόκληση από μουσικής άποψης ήταν τεράστια και δεν μπορούσα να προδικάσω την πορεία του. Το «Μακεδονία ξακουστή» είναι ένα σύντομο παραδοσιακό κομμάτι, με δομή μόλις 8+8 μέτρων. Για να το μετατρέψεις σε ένα επιβλητικό εμβατήριο που αντέχει στον χρόνο, πρέπει να επιστρατεύσεις όλη τη μουσική επιστήμη: Να αναπτύξεις τις γραμμές, να εμπλουτίσεις την αρμονία, διατηρώντας όμως ανέπαφο τον αυθεντικό βυζαντινό του δρόμο. Όταν το πρωτοπαίξαμε στην αίθουσα δοκιμών, το αποτέλεσμα ήταν τόσο μεγαλειώδες που ούτε εγώ ο ίδιος δεν μπορούσα να το πιστέψω. Η πρώτη επίσημη ηχογράφηση έγινε στα στούντιο της ΕΡΤ και οι δημοσιογράφοι στους διαδρόμους σταματούσαν άναυδοι. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι αυτό το έργο είχε αποκτήσει μία δική του, ανεξάρτητη δυναμική που θα ξεπερνούσε τα όρια της εποχής του.

Τι θυμάστε από την πρώτη φορά που ακούσατε τη δική σας διασκευή να παίζεται δημόσια από μπάντα;

Η παγκόσμια πρώτη παρουσίαση της ενορχήστρωσής μου πραγματοποιήθηκε σε ένα περιβάλλον μοναδικής εθνικής και συναισθηματικής φόρτισης: Στη Νέα Υόρκη, κατά τη διάρκεια της μεγάλης παρέλασης της ομογένειας για την επέτειο της 25ης Μαρτίου το 1991, στην περίφημη 5η Λεωφόρο. Καθώς παιανίζαμε με την μπάντα τη νέα αυτή διασκευή, η αντίδραση του κόσμου ήταν συγκλονιστική. Έβλεπα γύρω μου χιλιάδες Έλληνες της διασποράς, ανθρώπους κάθε ηλικίας, να ξεσπούν με δάκρυα συγκίνησης και υπερηφάνειας στο άκουσμα του εμβατηρίου. Αυτή η ένταση παρέσυρε και εμένα τον ίδιο. Έπαιζα και έκλαιγα μαζί τους, νιώθοντας έναν ανεπανάληπτο παλμό ενότητας. Αυτές οι μοναδικές στιγμές έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στην ψυχή μου και αποτελούν το μεγαλύτερο παράσημο της ζωής μου.

Σήμερα, το έργο αυτό έχει αποβάλει κάθε αυστηρό στρατιωτικό ένδυμα· έχει μετατραπεί στο εμβατήριο της καρδιάς μας, άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελληνική ψυχή της Μακεδονίας. Το να βλέπω τη μουσική μου σφραγίδα να παραμένει ζωντανή στα χείλη του κόσμου είναι η μεγαλύτερη δικαίωση για έναν δημιουργό.

*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 11.10.2026

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA