- Newsroom
Η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό παραμένει επίκαιρη στην Ελλάδα, με τους ειδικούς να διαφωνούν για τις πραγματικές του επιπτώσεις στην απασχόληση και την οικονομία. Η νέα μελέτη του ΚΕΦΙΜ, με τίτλο «Κατώτατος Μισθός: Επισκόπηση της Σχετικής Βιβλιογραφίας και οι Πολιτικές στην Ελλάδα και την Ε.Ε.», ρίχνει φως στο ζήτημα, εξετάζοντας την διεθνή βιβλιογραφία και τις πολιτικές για τον κατώτατο μισθό σε ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού συνδέονται συχνότερα με βελτίωση των αποδοχών των χαμηλόμισθων και μείωση της μισθολογικής ανισότητας, χωρίς όμως να απουσιάζουν ενδείξεις για αρνητικές συνέπειες κυρίως στους νέους, στους λιγότερο εξειδικευμένους εργαζόμενους και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ειδικά όταν οι αυξήσεις δεν συμβαδίζουν με την παραγωγικότητα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Με βάση τα δεδομένα της Eurostat, ήδη πριν από την αύξηση που ανακοινώθηκε στις 26 Μαρτίου 2026, η Ελλάδα καταγράφει την υψηλότερη αναλογία κατώτατου προς μέσο μισθό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο 63%, ενώ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης ο κατώτατος μισθός της είναι ο 13ος υψηλότερος στην ΕΕ.
Η υψηλή αναλογία κατώτατου προς μέσο μισθό δείχνει ότι στην Ελλάδα ο κατώτατος δεν είναι απλώς ένα κατώφλι προστασίας, αλλά ένας μισθός που αγγίζει τον πυρήνα της μισθολογικής δομής, αποκαλύπτοντας πόσο χαμηλά παραμένει συνολικά το επίπεδο αμοιβών στην οικονομία.
Το εύρημα αυτό αναδεικνύει ότι η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό στην Ελλάδα δεν αφορά μόνο το ύψος του, αλλά και τη σχέση του με τη συνολική διάρθρωση των αμοιβών στην οικονομία.
Η μελέτη εξετάζει επίσης την τελευταία αύξηση του κατώτατου μισθού, από τα 880 στα 920 ευρώ μεικτά από την 1η Απριλίου 2026, και επισημαίνει ότι το τελικό της οικονομικό αποτύπωμα παραμένει ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες. Από τη μία πλευρά, μπορεί να στηρίξει το διαθέσιμο εισόδημα των χαμηλόμισθων εργαζομένων· από την άλλη, αυξάνει το μισθολογικό και δημοσιονομικό κόστος, ενώ η πραγματική της επίδραση θα εξαρτηθεί από την πορεία του πληθωρισμού, του ενεργειακού κόστους και της παραγωγικότητας.
Ο Πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, δήλωσε: «Ο κατώτατος μισθός είναι ένα από τα πιο κρίσιμα και ταυτόχρονα πιο ιδεολογικώς φορτισμένα εργαλεία οικονομικής πολιτικής. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι δεν υπάρχουν εύκολες ή μονοσήμαντες απαντήσεις. Γι’ αυτό και η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα χρειάζεται περισσότερη τεκμηρίωση, προσοχή στα δεδομένα και αξιολόγηση όχι μόνο των προθέσεων, αλλά και των πραγματικών συνεπειών κάθε αύξησης για τους εργαζόμενους, τις επιχειρήσεις και την οικονομία συνολικά.
Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι οι πραγματικοί μισθοί δεν αυξάνονται με έναν νόμο και ένα άρθρο. Αυξάνονται κυρίως μέσω της αύξησης των επενδύσεων και της παραγωγικότητας».