Μάκης Βορίδης στη «ΜτΚ»: Το σχέδιο Τσίπρα; Μη κοστολογημένα μέτρα και ανεφάρμοστες υποσχέσεις

Ο πρώην υπουργός μιλά για τις ανακοινώσεις της ΔΕΘ και για το τι πρέπει να κάνει η κυβέρνησης μέχρι το τέλος της τετραετίας, σχολιάζει την επιστροφή του Ηλία Κασιδιάρη και το υπό ίδρυση κόμμα του Σαμαρά

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

«Η κυβέρνηση έχει εντολή τετραετίας και αυτή ασκείται μέχρι την τελευταία ημέρα. Και οι υπουργοί είναι εκεί για να παίρνουν αποφάσεις και να υλοποιούν το κυβερνητικό πρόγραμμα. Αυτό δεν αλλάζει επειδή μπαίνουμε στον τελευταίο χρόνο της κυβερνητικής περιόδου», τονίζει ο Μάκης Βορίδης.

Ο πρώην υπουργός και βουλευτής Ανατολικής Αττικής της ΝΔ, σε συνέντευξή του στη «ΜτΚ», επισημαίνει για τις προτάσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης ότι «κάθε πρόσθετο μέτρο έχει δημοσιονομικό κόστος. Και όταν κάποιος προτείνει να μειωθεί ένας φόρος, οφείλει ταυτόχρονα να εξηγήσει και από πού θα καλυφθεί η απώλεια των εσόδων».

Για τις προτάσεις του Νίκου Ανδρουλάκη απαντά ότι «όταν διεκδικείς να κυβερνήσεις, δεν αρκεί να αθροίζεις επιθυμητές παροχές. Πρέπει να εξηγείς ποιες είναι οι προτεραιότητές σου, πόσο κοστίζουν και πώς θα τις χρηματοδοτήσεις, ενώ για το οικονομικό σχέδιο του Αλέξη Τσίπρα τονίζει ότι «γυρίζουμε στα γνωστά. Έχουμε ξαναζήσει τα μη κοστολογημένα μέτρα του κ. Τσίπρα και έχουμε ξανακούσει υποσχέσεις οι οποίες τελικά δεν μπορούν να εφαρμοστούν».

Κύριε Βορίδη, η πολιτική ΔΕΘ τελείωσε. Τι κατά τη γνώμη σας έμεινε από τις φετινές ανακοινώσεις; Καταρχάς από τις προτάσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.

Το πακέτο μέτρων των 2,2 δισ. ευρώ που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός είναι αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο των τελευταίων ετών, το οποίο αξιοποιεί ουσιαστικά τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια για τη στήριξη της κοινωνίας. Πρόκειται για συγκεκριμένες και στοχευμένες παρεμβάσεις στο διαθέσιμο εισόδημα, που αφορούν συνταξιούχους, δημοσίους υπαλλήλους, αγρότες, οικογένειες και ελεύθερους επαγγελματίες. Αυτό, είναι και το βασικό αποτύπωμα της φετινής ΔΕΘ: Ότι η καλή πορεία της οικονομίας μετατρέπεται σε ουσιαστικό όφελος για όσο το δυνατόν περισσότερους πολίτες.

Μία κριτική που ακούστηκε λέει ότι τα «λίγα για πολλούς» που ανακοίνωσε δε φτάνουν και ότι απαιτούνται πιο θαρραλέα μέτρα. Τι απαντάτε;

Τι σημαίνει «πιο θαρραλέα»; Να δώσουμε 3 δισ.; 4; 5; Ωραία. Από πού θα βρεθούν; Γιατί τελικά, σε αυτές τις αποφάσεις, το κρίσιμο είναι ποια είναι τα δημοσιονομικά μεγέθη, ποιες είναι οι αντοχές της οικονομίας και με βάση αυτές, ποιες επιλογές κάνεις. Επομένως, η συζήτηση πρέπει κάποια στιγμή να φύγει από το επίπεδο της ευχής. Προφανώς όλοι θέλουμε περισσότερα για όλους. Η ουσία, όμως, είναι να λες τι μπορείς πράγματι να κάνεις, να εξηγείς πώς θα το χρηματοδοτήσεις και κυρίως, να μην ξαναβάλεις τη χώρα σε δημοσιονομικές περιπέτειες. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι θα ήθελε διαφορετική κατανομή των 2,2 δισ. Να πει, δηλαδή, περισσότερα στους συνταξιούχους, λιγότερα στους μισθωτούς ή στις οικογένειες. Αυτή είναι μία απολύτως θεμιτή πολιτική συζήτηση. Εκείνο, πάντως, που δεν μπορεί να λέει είναι ότι τα 2,2 δισ. είναι λίγα.

Για την ακρίβεια, που είναι κατά γενική ομολογία το Νο1 πρόβλημα της χώρας αρκούν οι παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν;

Η ακρίβεια είναι πραγματικό πρόβλημα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Και τώρα έχουμε μπροστά μας μία πρόσθετη πίεση από την αύξηση των τιμών της ενέργειας. Πρόκειται, όμως, για μία διεθνή κρίση, την οποία προφανώς δεν προκαλέσαμε εμείς και η οποία απαιτεί και ευρωπαϊκή απάντηση. Η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει σε μία σειρά στοχευμένων παρεμβάσεων, τόσο στο πετρέλαιο θέρμανσης όσο και στο πετρέλαιο κίνησης, και θα συνεχίσει να αξιοποιεί κάθε δυνατότητα που υπάρχει. Υπάρχει όμως κάτι που συστηματικά απουσιάζει από την αντιπολιτευτική ρητορική: Πρέπει να γνωρίζουμε ότι υπάρχει συγκεκριμένο όριο δαπανών, το οποίο απορρέει από τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Κάθε πρόσθετο μέτρο έχει δημοσιονομικό κόστος. Και όταν κάποιος προτείνει να μειωθεί ένας φόρος, οφείλει ταυτόχρονα να εξηγήσει και από πού θα καλυφθεί η απώλεια των εσόδων.

Ακριβώς γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η πρωτοβουλία του πρωθυπουργού, ο οποίος θα θέσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο το ζήτημα του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, ζητώντας να υπάρξει η αναγκαία δημοσιονομική ευελιξία, ώστε μία ενδεχόμενη προσωρινή μείωσή του να μην προσμετράται στο όριο δαπανών. Εάν υπάρξει αυτή η ευρωπαϊκή δυνατότητα, τότε δημιουργείται ένα πρόσθετο εργαλείο για την αντιμετώπιση της πίεσης στις τιμές των καυσίμων. Και πάντως σε κάθε περίπτωση οι επιλογές πρέπει να σταθμίζονται με βάση την αποτελεσματικότητά τους. Ο κόσμος καταλαβαίνει τις προσπάθειες που καταβάλλονται, αλλά αυτό δεν αναιρεί την πίεση και τη δυσκολία που έχει.

Πώς κρίνετε τις προτάσεις που ακούστηκαν στη ΔΕΘ από την αντιπολίτευση; Ξεκινώντας από τον Νίκο Ανδρουλάκη: Πολλοί είπαν ότι έκανε μία σοβαρή παρουσία. Εσείς τι λέτε;

Εγώ θα προτιμούσα να μείνω στην ουσία των όσων είπε. Παρουσίασε μία σειρά προτάσεων και φιλοδοξεί προφανώς να εμφανίσει το ΠΑΣΟΚ ως εναλλακτική κυβερνητική πρόταση. Αυτές όμως οι προτάσεις πρέπει να κρίνονται με βάση το αν είναι δημοσιονομικά βιώσιμες, αν μπορούν πράγματι να εφαρμοστούν και τελικά αν συγκροτούν ένα συνεκτικό σχέδιο διακυβέρνησης. Γιατί τι ακούσαμε στη ΔΕΘ; 13ο μισθό, 13η σύνταξη, νέο ΕΚΑΣ, μειώσεις φόρων, μειώσεις ΦΠΑ, παρεμβάσεις στα κόκκινα δάνεια. Ωραία. Όλα αυτά όμως έχουν ένα συγκεκριμένο κόστος. Και μάλιστα έρχονται επιπλέον των μέτρων που έχει ήδη ανακοινώσει η κυβέρνηση και τα οποία, απ’ όσο αντιλαμβάνομαι, το ΠΑΣΟΚ δεν προτείνει να καταργηθούν. Επομένως, το ερώτημα είναι πολύ συγκεκριμένο: πόσο κοστίζει συνολικά αυτή η πολιτική και από πού θα χρηματοδοτηθεί; Αρκετά από όσα παρουσίασε ο κ. Ανδρουλάκης ως προτάσεις του ΠΑΣΟΚ ήδη εφαρμόζονται. Μίλησε για περιορισμούς στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, για κίνητρα προκειμένου να ανοίξουν κλειστά ακίνητα, για προγράμματα προληπτικών εξετάσεων, για αλλαγές στο Λύκειο. Σε όλα αυτά υπάρχουν ήδη κυβερνητικές πολιτικές και πρωτοβουλίες. Άρα, δεν αμφισβητώ το δικαίωμα του κ. Ανδρουλάκη ή οποιουδήποτε κόμματος της αντιπολίτευσης να προτείνει περισσότερα. Αλλά όταν διεκδικείς να κυβερνήσεις, δεν αρκεί να αθροίζεις επιθυμητές παροχές. Πρέπει να εξηγείς ποιες είναι οι προτεραιότητές σου, πόσο κοστίζουν και πώς θα τις χρηματοδοτήσεις. Αυτό είναι που διαχωρίζει, τελικά, μία αντιπολιτευτική εξαγγελία από μία εφαρμόσιμη κυβερνητική πρόταση.

Και το οικονομικό σχέδιο που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας; Πώς το αξιολογείτε;

Εδώ νομίζω ότι γυρίζουμε στα γνωστά. Έχουμε ξαναζήσει τα μη κοστολογημένα μέτρα του κ. Τσίπρα και έχουμε ξανακούσει υποσχέσεις οι οποίες τελικά δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Η αποτίμηση που έχει γίνει από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ανεβάζει το κόστος των εξαγγελιών του περίπου στα 13 δισ. ευρώ. Επομένως, το πρώτο ερώτημα είναι πολύ απλό: Πού θα βρεθούν αυτά τα χρήματα; Γιατί εδώ δεν μιλάμε για έναν άνθρωπο που εμφανίζεται για πρώτη φορά και του οποίου τις προθέσεις καλούμαστε να αξιολογήσουμε. Ο κ. Τσίπρας κυβέρνησε τη χώρα. Έχουμε επομένως συγκεκριμένο δείγμα γραφής και μπορούμε να κρίνουμε τις σημερινές του εξαγγελίες και με βάση τα πεπραγμένα της διακυβέρνησής του. Και επειδή έχουμε ήδη πληρώσει πολύ ακριβά τις περίφημες «αυταπάτες» του κ. Τσίπρα, δεν νομίζω ότι υπάρχει κανένα περιθώριο να επιστρέψουμε στην ίδια λογική.

Μπορεί να έχουμε φαινόμενα υπουργών που θα κατεβάσουν τα μολύβια φοβούμενοι το πολιτικό κόστος ενόψει εκλογών;

Η κυβέρνηση έχει εντολή τετραετίας και αυτή ασκείται μέχρι την τελευταία ημέρα. Ο πρωθυπουργός και αυτή η κυβέρνηση έχουν αποδείξει, άλλωστε, πολλές φορές ότι αντιλαμβάνονται πλήρως τη θεσμική τους ευθύνη. Οι υπουργοί είναι εκεί για να παίρνουν αποφάσεις, να λύνουν προβλήματα και να υλοποιούν το κυβερνητικό πρόγραμμα. Αυτό δεν αλλάζει επειδή μπαίνουμε στον τελευταίο χρόνο της κυβερνητικής περιόδου.

Πολλή συζήτηση γίνεται αυτές τις ημέρες για τα πολιτικά σχέδια του Ηλία Κασιδιάρη. Αρκεί το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο για να αντιμετωπιστεί μια πιθανή υποψηφιότητα; Πολιτικά τι απαντάτε στα σχέδιά του;

Εάν υπάρχει οποιαδήποτε εμπλοκή στην ηγεσία πραγματική ή κεκρυμμένη ενός κόμματος προσώπου καταδικασμένου για εγκληματική οργάνωση, το Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου, εφόσον το διαπιστώσει, είναι υποχρεωμένο να μην επιτρέψει την ανακήρυξη των συνδυασμών. Και έχουμε ήδη ένα πολύ συγκεκριμένο προηγούμενο με τους Σπαρτιάτες, για τους οποίους ο Άρειος Πάγος έκρινε στη συνέχεια ότι ο Ηλίας Κασιδιάρης ασκούσε την πραγματική ηγεσία του κόμματος. Ακόμη όμως και αν δεν υπάρχει τέτοια εμπλοκή και εμφανίζεται απλώς ως υποψήφιος, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρίνει εάν ο συγκεκριμένος πολιτικός σχηματισμός εξυπηρετεί την εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και αναλόγως, να μην ανακηρύξει τον συνδυασμό. Επομένως, το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο είναι επαρκές. Υπάρχει βεβαίως και η δυνατότητα να κατέβει ως ανεξάρτητος υποψήφιος. Εκεί όμως, για να εκλεγεί, πρέπει να συγκεντρώσει σε μία εκλογική περιφέρεια αριθμό ψήφων που αντιστοιχεί στο 3% των εγκύρων ψηφοδελτίων πανελλαδικά. Αντιλαμβάνεστε ότι αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο. Από εκεί και πέρα, προφανώς η εφαρμογή του νόμου και η τελική κρίση ανήκουν στο αρμόδιο Τμήμα του Αρείου Πάγου. Πολιτικά, νομίζω ότι τα πράγματα είναι επίσης καθαρά. Η συγκεκριμένη πολιτική διαδρομή έχει κριθεί, υπάρχουν συγκεκριμένες πράξεις και συγκεκριμένη καταδίκη. Επομένως, δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο καινούργιο πολιτικό φαινόμενο το οποίο τώρα καλούμαστε να αξιολογήσουμε. Έχουμε να κάνουμε με κάτι το οποίο η ελληνική κοινωνία γνωρίζει πολύ καλά.

Ποιο είναι το μήνυμά σας προς τους δυσαρεστημένους και θυμωμένους πρώην ψηφοφόρους τη ΝΔ, που θέλουν στις επερχόμενες εκλογές να στείλουν μήνυμα προς το κόμμα σας;

Στις εθνικές εκλογές δεν στέλνεις απλώς ένα μήνυμα. Εκλέγεις κυβέρνηση. Και επομένως, όταν έρθει η ώρα της κάλπης, το ερώτημα για τον πολίτη δεν θα είναι μόνο αν είναι θυμωμένος με τη Νέα Δημοκρατία. Θα είναι ποιος θέλει να κυβερνήσει τη χώρα την επόμενη ημέρα, με ποιο πρόγραμμα και με ποια δυνατότητα να το εφαρμόσει. Γιατί η ψήφος διαμαρτυρίας μπορεί να εκφράζει απολύτως τη δυσαρέσκεια της στιγμής. Η εθνική κάλπη, όμως, στο τέλος πρέπει να δώσει απάντηση σε ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα: Ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα.

Για το τέλος μία ερώτηση για το υπό ίδρυση κόμμα του Αντώνη Σαμαρά. Πολλοί λένε ότι δυσκολεύει την προσπάθεια της ΝΔ για την αυτοδυναμία. Πώς αξιολογείτε το σχετικό σενάριο;

Εγώ εδώ λέω κάτι πολύ απλό: Ας γίνει πρώτα αυτό το κόμμα. Γιατί αυτή τη στιγμή συζητάμε για έναν πολιτικό σχηματισμό ο οποίος δεν υπάρχει. Δεν ξέρουμε τι θα είναι, ποιοι θα συμμετέχουν σε αυτόν, ποιες θα είναι οι θέσεις του, ποια θα είναι τα πολιτικά και προγραμματικά χαρακτηριστικά του και συζητάμε ήδη ποια εκλογική επίπτωση θα έχει. Εγώ προτιμώ να συζητώ επί συγκεκριμένων πολιτικών θέσεων και προτάσεων και όχι να κάνω εκτιμήσεις για κάτι που ακόμη δεν έχει συγκροτηθεί. Ας γίνει λοιπόν και τότε θα μπορούμε να το αξιολογήσουμε. Θεωρώ ότι αυτή είναι και η λογική σειρά των πραγμάτων.

*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 27.09.2026

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA