Γράφει ο Κομνηνός Δελβερούδης
Βουλευτής ΝΙΚΗΣ Πιερίας
Η ένταξη του Ολύμπου στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO αποτελεί αναμφίβολα μια ιστορική στιγμή και μια σημαντική εθνική επιτυχία για την Ελλάδα. Είναι μια διεθνής αναγνώριση της μοναδικότητας ενός τόπου που συνδυάζει τη φυσική ομορφιά, την ιστορία, τη μυθολογία και την πνευματική παράδοση του Ελληνισμού.
Ο Όλυμπος, όμως, δεν είναι μόνο το βουνό των δώδεκα θεών της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Είναι αδιαμφισβήτητα και ο τόπος που αγιάστηκε από την ασκητική παρουσία του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω, ο οποίος σφράγισε με το πνευματικό του αποτύπωμα την περιοχή και συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της ιδιαίτερης ταυτότητάς της.
Η επιτυχία αυτή ανήκει δικαιωματικά στους επιστήμονες και στους φορείς που πάλεψαν επί σειρά ετών γι’ αυτόν τον στόχο. Είναι μια στιγμή συλλογικής υπερηφάνειας, η οποία όμως, πέρα από τους δικαιολογημένους πανηγυρισμούς, δεν μπορεί και δεν πρέπει να εκληφθεί ως το τέλος μιας προσπάθειας.
Αντίθετα, η ένταξη σε έναν τόσο σημαντικό διεθνή κατάλογο αποτελεί την αφετηρία μιας νέας, πολύ πιο απαιτητικής πορείας που γεννά ευθύνες: για την προστασία του φυσικού και του πολιτιστικού αποθέματος, για την πρόληψη από φυσικές καταστροφές, για την ουσιαστική διαχείριση του απαράμιλλου αυτού μνημείου, για τη διατήρηση της αυθεντικότητας και του χαρακτήρα του απέναντι στις πιέσεις της υπερεκμετάλλευσης.
Η ελληνική εμπειρία, δυστυχώς, δεν επιτρέπει εφησυχασμό, αλλά αντιθέτως δίνει τροφή για έντονο προβληματισμό. Η χώρα μας διαθέτει ήδη πολλά και σημαντικά μνημεία ενταγμένα στον Κατάλογο της UNESCO, χωρίς όμως η διάκριση αυτή να συνοδεύεται πάντοτε από την αντίστοιχη βελτίωση στη διαχείριση και την προστασία τους.
Η Παλιά Πόλη της Κέρκυρας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις από την υπερτουριστική ανάπτυξη, ενώ η Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου δοκιμάζεται, εδώ και χρόνια, από προβλήματα συντήρησης και λειτουργικής διαχείρισης. Αντίστοιχα, στους Αρχαιολογικούς Χώρους Μυκηνών και Τίρυνθας η διεθνής αναγνώριση δεν στάθηκε από μόνη της αρκετή ώστε να επιλυθούν οι διαχρονικές ελλείψεις σε υποδομές, σε προσωπικό και στη συνολική τους ανάδειξη.
Τα παραδείγματα αυτά δεν παρατίθενται με διάθεση πολιτικής μεμψιμοιρίας, αλλά ως υπενθύμιση ότι, ακόμα και μια τόσο σημαντική διάκριση, δεν αρκεί από μόνη της να φέρει αποτέλεσμα όταν δεν συνοδεύεται από την ανάλογη πολιτική βούληση, από επαρκείς πόρους και από την απαιτούμενη διαρκή δημόσια φροντίδα.
Οι ανησυχίες αυτές εντείνονται μετά την πρόσφατη ψήφιση του νομοσχεδίου για τη σύσταση ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης αρχαιολογικών χώρων και μουσείων. Πρόκειται για μια επιλογή που προκαλεί εύλογο προβληματισμό, καθώς μεταβάλλει τη φιλοσοφία διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, εισάγοντας ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια σε έναν τομέα που οφείλει να υπηρετεί πρωτίστως το δημόσιο συμφέρον.
Ο Όλυμπος αξίζει κάτι πολύ περισσότερο από μια πανηγυρική ανακοίνωση ή μια επικοινωνιακή επιτυχία. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης και προστασίας, βασισμένο στην επιστημονική τεκμηρίωση, με επαρκή χρηματοδότηση, με στελέχωση των αρμόδιων υπηρεσιών και με ενεργό συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.
Μόνο τότε η διεθνής αυτή διάκριση θα αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο, διασφαλίζοντας ότι το κορυφαίο αυτό μνημείο της φύσης, της ιστορίας και της ορθόδοξης πνευματικής παράδοσης θα παραδοθεί αναλλοίωτο στις επόμενες γενιές.
Η ένταξη του Ολύμπου στην UNESCO είναι μια εθνική κατάκτηση που, δικαιολογημένα, μας γεμίζει υπερηφάνεια. Το πραγματικό στοίχημα, όμως, αρχίζει τώρα. Να αποδείξουμε ότι μπορούμε να προστατεύσουμε έμπρακτα αυτό που ολόκληρη η ανθρωπότητα αναγνώρισε ως πολύτιμη παγκόσμια κληρονομιά και να μη μείνει η σπουδαία αυτή διάκριση ένα ακόμα τιμητικό, αλλά τελικά «κενό» γράμμα.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 02.08.2026