Η κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και η συνδεδεμένη κρίση εκπροσώπησης μεγάλων κοινωνικών δυνάμεων, για την οποία σχεδόν όλοι μιλούν σήμερα στη χώρα μας, ανέδειξε τις δομικές αδυναμίες των πολιτικών κομμάτων.
Αδυναμίες που νεοϊδρυόμενα κόμματα ούτε καν φαίνεται να τις σκέπτονται, πόσο μάλλον να προσπαθούν να τις υπερβούν, λες και η ίδρυση ενός ακόμα κόμματος είναι από μόνη της μία απάντηση.
Όμως, πραγματικά «νέα κόμματα» είναι αυτά που φέρουν μία «νέα θέσμιση».
Σε διαφορετική περίπτωση τα «νέα κόμματα» θα είναι μία αναπαραγωγή παθογενειών, ίσως και μία εμπέδωσή τους, δημιουργώντας νέα προσκόμματα στην απολύτως αναγκαία και επείγουσα διαδικασία μεταβολής του πολιτικού συστήματος.
Μία προσέγγιση-οδηγός για το τι σημαίνει υγιής πολιτικός οργανισμός, ιδιαίτερα μάλιστα όταν θέλει να ονομάζεται προοδευτικός είναι η άποψη Γκράμσι: «Ένα κόμμα πρέπει να είναι το προείκασμα της κοινωνίας που θέλει να δημιουργήσει».
Αυτό σημαίνει για παράδειγμα: Ένα συγκεντρωτικό κόμμα δεν μπορεί να εξαγγέλλει αποκέντρωση του κράτους, ένα κόμμα εξουσίας δεν μπορεί να μην έχει λειτουργίες προγραμματικής απόφασης, ένα κόμμα που θέλει αυτόνομα τα μαζικά κινήματα της κοινωνίας δεν μπορεί να έχει σιδερένιο έλεγχο στις «συνδικαλιστικές» παρατάξεις, ένα δημοκρατικό κόμμα δε μπορεί να είναι προσωποπαγές, ένα κόμμα κοινωνίας δεν μπορεί να έχει πολιτικό λόγο, ο οποίος να τελεί υπό την αίρεση έγκρισης κάποιων ολιγαρχών (αν δεν έχει ιδρυθεί κιόλας υπό τις ευλογίες τους) κ.λπ.
Με βάση αυτές τις σκέψεις θα μπορούσαν να γίνουν οι εξής συγκεκριμένες προτάσεις, για να έχουμε πραγματικά «νέα κόμματα»:
1. Ετήσιο προγραμματικό συνέδριο. Είτε στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση ένα κόμμα πρέπει να υιοθετεί συγκεκριμένες θέσεις για τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας. Η σύνθεση του συνεδρίου (θεσμική ή δια ειδικής εκλογής) μπορεί να συζητηθεί αλλά η αναγκαιότητα του «κυλιόμενου» και κυρίως συγκεκριμένου προγραμματικού λόγου, με την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή του κομματικού σώματος, πρέπει να είναι αποδεκτή σχεδόν αξιωματικά.
2. Περιορισμός της μαζικότητας των γενικών συνεδρίων. Υπάρχουν ελληνικά κόμματα τα οποία διεξάγουν συνέδρια σε αριθμό πολλαπλάσιο από όλα τα ευρωπαϊκά κόμματα. Είναι προφανές πως υπό το πρόσχημα της δημοκρατίας ασφυκτιά ο πολιτικός διάλογος…
3. Αναβάθμιση της λειτουργίας των περιφερειακών οργάνων. Για αποφάσεις προγραμματικού ή τοπικού πολιτικού χαρακτήρα δε μπορεί να αποφασίζει το Κέντρο, την ίδια στιγμή που εξαγγέλλονται μακρόπνοες πολιτικές αποκέντρωσης για την υπόλοιπη κοινωνία.
4. Εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη των υποψηφίων σε αιρετές θέσεις. Ο τύπος της εκλογικής διαδικασίας και η σύνθεση του εκλογικού σώματος (μέλη, φίλοι κ.λπ.) είναι θέματα που κάθε κόμμα μπορεί να λύσει με βάση την καταστατική του αυτονομία και την ιδιαίτερη πολιτική του κουλτούρα. Η διαδικασία, όμως, του διορισμού αναπαράγει τις πελατειακές σχέσεις τη στιγμή μάλιστα που σχεδόν όλα τα κόμματα ομνύουν στην κατάργησή τους.
5. Διαφάνεια στα οικονομικά. Ανεξάρτητα από τους νόμους της Πολιτείας, ένα κόμμα που δηλώνει ταγμένο να υπηρετεί τη διαφάνεια θα πρέπει πρωτοβουλιακά να γνωστοποιεί τους πόρους και την προέλευσή τους. Θα πρέπει επίσης να ενημερώνει τακτικά και αναλυτικά για τα ποσά που εισπράττει από την κρατική χρηματοδότηση και που τα διέθεσε.
Όλα τα παραπάνω δίνουν και νόημα στην έννοια του «μέλους» -μία έννοια η οποία ουσιαστικά δεν παίζει σπουδαίο ρόλο σε πολλά σημερινά κόμματα.
Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο: Οι εσωτερικές λειτουργικές και κανονιστικές ρυθμίσεις των κομμάτων δεν διαχωρίζονται με σινικά τείχη από την πολιτική τους ταυτότητα. Αντίθετα, την καταξιώνουν ή την απαξιώνουν…
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 28.06.2026