Μια πόλη και ο Άγιός της. Γράφει η Μπαγιάτισσα
Κάθε του Αγίου Δημητρίου, στα εφηβικά και νεανικά μου χρόνια, ντυνόμουν καλά και πήγαινα στην αφετηρία του λεωφορείου για την Επανομή, στην πλατεία Αριστοτέλους, στο κατέβασμα της ρωμαϊκής Αγοράς, να πάρω το περίφημο λεωφορείο «69» με στάση στο Πλαγιάρι. Η αγαπημένη μου, θεία, Δήμητρα είχε μετακομίσει εκεί με τον θείο μου και τον ξάδερφό μου.
Μια Δήμητρα που σημάδεψε τη ζωή μου, κλασική φιλόλογος, ευφυής και ανθρώπινη συνομιλήτρια και μέντοράς μου, εκεί στην εξοχή, σε μια πλαγιά με αμπέλια, αφήνοντας πίσω της την πολύβουη Αναγεννήσεως και τον «αμαρτωλό» Βαρδάρη. Όλοι έχουμε έναν Δημήτρη, μια Δημητρούλα, έναν Μήτσο (μην πω και Τάκη και κάνω λογοπαίγνιο), έναν αγαπημένο με το όνομα του Πολιούχου. Συχνά και έναν Νέστορα.
Τότε, περιμένοντας στη στάση, έβλεπα τις κυρίες της πόλης, με τις κομμώσεις τους και τα παλτά τους να κατεβαίνουν κρατώντας το μπράτσο εξίσου φροντισμένων κύριων. Μια εντυπωσιακή παρέλαση από μείζονες και ελάσσονες προσωπικότητες της πόλης, που περίμεναν να γιορτάζει ο Άγιος μας, να βγουν, να δουν, να χαιρετήσουν, να εξωραΐσουν και να σχολιάσουν τις ξεσκονισμένες κοσμικότητες της πόλης. Επίσης, παρούσα κάθε φορά η ηγεσία της χώρας, να θυμίζει ότι «Ελλάδα δεν είναι μόνο Αθήνα».
Σιγά σιγά έπιανε και ο Βαρδάρης, βλέπαμε τους φοιτητές από τον Νότο, να τουρτουρίζουν, και εμείς, οι Βόρειοι, γελούσαμε που δεν αντέχανε λίγο από το κρύο στο οποίο ήμασταν εμείς συνηθισμένοι. Και πάνω από τα κεφάλιά μας, ο Δημήτριος, ο τρανός μας συμπαραστάτης στους κινδύνους.
Τότε δεν γνώριζα πολλά για την ιστορία του πολιούχου. Μεγαλώνοντας όμως κατάλαβα ότι πίσω από τις γιορτές, τις παρελάσεις και τις οικογενειακές αναμνήσεις κρυβόταν κάτι βαθύτερο: η ίδια η ιστορία της Θεσσαλονίκης. Ο Δημήτριος δεν ήταν ποτέ μόνο ένας άγιος. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο η πόλη αφηγούνταν τον εαυτό της. Από τα βυζαντινά τείχη ως την απελευθέρωση του 1912, που ήρθε ανήμερα της γιορτής του και χαράχτηκε στη συλλογική μνήμη ως ημέρα λύτρωσης και ελευθερίας, ο πολιούχος συνόδευε κάθε μεγάλο σταυροδρόμι της Θεσσαλονίκης.
Και όταν, μόλις πέντε χρόνια αργότερα, η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 κατέκαψε το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, αφανίζοντας γειτονιές, σπίτια, καταστήματα και αναμνήσεις γενεών, οι Θεσσαλονικείς στράφηκαν και πάλι στα σημεία που τους συνέδεαν με τη συνέχεια της ιστορίας τους.
Ανάμεσά τους ο Άγιος Δημήτριος, σύμβολο μιας πόλης που μπορεί να πληγώνεται, αλλά δεν παύει να ξαναγεννιέται. Από τις στάχτες εκείνης της καταστροφής μέχρι τους πολέμους, τους σεισμούς και τις μεταμορφώσεις του νεότερου καιρού, η Θεσσαλονίκη έμαθε να επιβιώνει χωρίς να χάνει τη μνήμη της. Γι' αυτό και κάθε Οκτώβρη, όταν οι καμπάνες χτυπούν πανηγυρικά, δεν γιορτάζει μόνο ο πολιούχος. Γιορτάζει η ίδια η πόλη, η αντοχή της, οι άνθρωποί της και η βαθιά, σχεδόν οικογενειακή σχέση της με τον Άγιό της.
Έτσι τον γνώρισα κι εγώ: μέσα από τις γιορτές, τις παρελάσεις, τα Δημήτρια, τους δρόμους που γέμιζαν κόσμο και τις οικογενειακές επισκέψεις. Κι έτσι συνεχίζω να τον σκέφτομαι. Ως τον άγιο της γενέτειράς μου, που όπως εμείς, έμαθε να χάνει και να ξανακερδίζει, να πληγώνεται και να προχωρά, κρατώντας πάντα ένα βλέμμα στραμμένο προς τον προστάτη της. Και έτσι τον ένιωσα παρόντα και στα προσωπικά μου τάματα, και στα τάματα της οικογένειάς μας, στον γάμο των παππούδων μου και τους οικογενειακούς και φιλικούς γάμους αλλά και αποχαιρετισμούς.
Η 26η Οκτώβρη είναι γιορτή μεγάλη και σημαντική, πάντα, και σηματοδοτεί το απόγειο της ζωτικότητας της πόλης με επισκέπτες, προσκυνητές, φιλότεχνους και εραστές. Είναι δίκαιο να χαιρόμαστε, να καλοντυνόμαστε, ο Οκτώβρης και ο Νοέμβρης είναι η Θεσσαλονίκη στις μεγάλες στιγμές και ευκαιρίες της. Μήνες που παίρνουν τη σκυτάλη από τον Σεπτέμβρη της ΔΕΘ. Με τα πάσο για το Διεθνές Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, βόλτες στο Ολύμπιον, κρυμμένα διαμαντάκια ανεξάρτητης κινηματογραφίας και καταξιωμένοι καλλιτέχνες, πάρτι στο λιμάνι και μια γενικευμένη γιορτή.
Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι οι Θεσσαλονικείς επί αιώνες συνεχίζουμε να ψάλλουμε τον Δημήτριο ως «μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις». Η πόλη μας τον επικαλούνταν όχι μόνο στις προσωπικές της αγωνίες αλλά και στις μεγάλες ιστορικές δοκιμασίες της. Δεν είναι τυχαίο, επίσης, που το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης έχει την εικόνα του.
Από τα βυζαντινά χρόνια έως τα Δημήτρια, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου και τις ατέλειωτες βόλτες στην παραλία, η πόλη μοιάζει να συνομιλεί με τον άγιό της όχι μόνο μέσα από την ευσέβεια αλλά και μέσα από μια κοινή πίστη στη ζωτικότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι η παρότρυνση «Μούσαις Χάρισι θύε» έγινε το μόττο της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου. Γιατί η Θεσσαλονίκη δεν υπήρξε ποτέ μόνο πόλη εμπόρων, στρατιωτών και προσκυνητών. Υπήρξε και είναι μια ανθηρή πόλη γραμμάτων, ιδεών, τέχνης, γαστριμαργίας και νεότητας. Πόλη φοιτητική, ερωτική, ανήσυχη. Κι ίσως γι' αυτό ο δεσμός της με τον Άγιο Δημήτριο αποκτά μια ιδιαίτερη διάσταση.
Έτσι και ο πολιούχος μας δεν είναι ένας γηραιός ασκητής που αποσύρθηκε από τον κόσμο, αλλά ένας νέος άνθρωπος, που μαρτύρησε στην ακμή της ζωής του. Μια μορφή που μοιάζει να συνομιλεί με την αιώνια νεότητα της πόλης, με τα αμφιθέατρα, τα φεστιβάλ, τα θέατρα, τους ποιητές, τους έρωτες της παραλίας και τις παρέες που συζητούν ως αργά τη νύχτα. Αν το «μέγαν εύρατο εν τοις κινδύνοις» εκφράζει τη Θεσσαλονίκη των δοκιμασιών και της αντοχής, το «Μούσαις Χάρισι θύε» εκφράζει τη Θεσσαλονίκη της δημιουργίας, της ομορφιάς και της χαράς της ζωής. Και ίσως η πόλη να αγαπά τόσο πολύ τον Άγιό της, γιατί μέσα του αναγνωρίζει και τις δύο αυτές όψεις του εαυτού της.
Σαν να αναγνωρίζουμε στον Άγιο Δημήτριο όχι μόνο τον μάρτυρα και τον προστάτη, αλλά και τον αιώνια νέο συνοδοιπόρο μας, στον οποίο ψιθυριστά απευθύνουμε τις έγνοιες και ακουμπάμε τις προσευχές μας, κατεβαίνοντας προς την αγκαλιά του Θερμαϊκού ανεβαίνοντας προς το άχρονο της Άνω Πόλης.
Σε υπέρμαχον η οικουμένη, Αθλοφόρε τα έθνη τροπούμενον…
*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 25.10.2026