Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην Google- Newsroom
Να επανασυστήσει το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη διεθνή πολιτιστική κοινότητα και να επαναφέρει το Βυζάντιο στο επίκεντρο του παγκόσμιου διαλόγου για την πολιτιστική κληρονομιά, θέτει ως βασικό στόχο η νέα γενική διευθύντρια του μουσείου, δρ Φλώρα Καραγιάννη.
Με πολυετή εμπειρία στη βυζαντινή αρχαιολογία, τη διαχείριση μνημείων και τον χώρο του πολιτισμού, αναλαμβάνει τα ηνία του μουσείου με όραμα για μεγαλύτερη εξωστρέφεια, νέες διεθνείς συνεργασίες και μια διαφορετική εμπειρία για τον επισκέπτη.
«Η πρώτη μου σκέψη, όταν ήρθα εδώ, ήταν πώς θα συμβάλω ώστε αυτό το μουσείο να εκτοξευθεί ως προς τον διεθνή του χαρακτήρα. Το πιστεύω ακράδαντα ότι αυτός είναι ο καταστατικός του στόχος», δηλώνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Όπως επισημαίνει, το μουσείο δεν είναι και δεν πρέπει να λειτουργεί ως ένα τοπικό μουσείο της Θεσσαλονίκης, αλλά ως ένας διεθνής θεσμός που αφηγείται στον κόσμο τι ήταν και τι σημαίνει ο βυζαντινός πολιτισμός. «Δεν είναι Βυζαντινό μουσείο της Θεσσαλονίκης, ούτε ως προς τον τίτλο του ούτε ως προς την ουσία του. Έχει τον ρόλο του μουσείου που θα έπρεπε να υπάρχει στην Κωνσταντινούπολη», λέει χαρακτηριστικά.
Η ίδια θεωρεί ότι η συμπλήρωση σχεδόν τριών δεκαετιών λειτουργίας του μουσείου αποτελεί μια ευκαιρία επανεκκίνησης. «Να ξαναπιάσουμε το νήμα από την αρχή και να κάνουμε ακόμη πιο εμφανή την παρουσία μας στα διεθνή πολιτιστικά δρώμενα. Να συμμετέχουμε σε μεγάλες εκθέσεις του εξωτερικού, να διοργανώσουμε σημαντικές εκθέσεις εδώ, να φέρουμε αντικείμενα από μεγάλα μουσεία της Ευρώπης, της Ασίας και από κάθε τόπο όπου αναπτύχθηκε μεσαιωνικός πολιτισμός. Του αξίζει να αποκτήσει έναν αέρα πολύ μεγαλύτερης εξωστρέφειας», σημειώνει, περιγράφοντας το όραμά της για την επόμενη ημέρα του μουσείου.
Να θυμηθεί ο κόσμος τι ήταν το Βυζάντιο
Για τη Φλώρα Καραγιάννη, διδάκτορα Βυζαντινής Αρχαιολογίας και διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Κέντρου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων, το Βυζάντιο δεν αποτελεί ένα κλειστό ιστορικό κεφάλαιο, αλλά έναν πολιτισμό που εξακολουθεί να επηρεάζει τον σύγχρονο κόσμο περισσότερο απ' όσο συνήθως αναγνωρίζεται. «Για τον δυτικό κόσμο το Βυζάντιο ήταν κάτι που υπήρχε, άκμασε, παρήκμασε και τελείωσε. Πρέπει να θυμηθούμε πόσο μεγάλη ήταν η συμβολή του στη δημιουργία του ευρωπαϊκού πολιτισμού», αναφέρει.
Όπως εξηγεί, η Παλαιολόγεια Αναγέννηση υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση της Αναγέννησης στη Δύση, καθώς λόγιοι, καλλιτέχνες και επιστήμονες του Βυζαντίου μετέφεραν εκεί τη γνώση της κλασικής αρχαιότητας. Παράλληλα, υπενθυμίζει τις σχέσεις του Βυζαντίου τόσο με την Ασία όσο και με τον ισλαμικό κόσμο, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια ιστορία που αξίζει να αναδειχθεί ξανά διεθνώς. «Είναι καιρός να θυμηθεί ο κόσμος τι ήταν το Βυζάντιο μέσα από αυτό το μουσείο. Ακούγεται φιλόδοξο, αλλά ό,τι πετύχουμε θα είναι πολύ μεγάλο κέρδος», τονίζει.
Ένα μουσείο για τη ζωή και όχι μόνο για την τέχνη
Το μουσείο που οραματίζεται είναι ανθρωποκεντρικό, καθολικά προσβάσιμο και προσεγγίζει τον βυζαντινό πολιτισμό μέσα από όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής ζωής. «Το μουσείο είναι ένας ζωντανός οργανισμός και αυτά που παρουσιάζει είναι η ζωή. Ακόμη και μέσα από τα αντικείμενα της αίθουσας που αφορά τον θάνατο, βλέπει κανείς τις αγωνίες, τα έθιμα και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι ήθελαν να αφήσουν το αποτύπωμά τους στον χρόνο. Είναι ένα βαθιά ανθρωποκεντρικό μουσείο», λέει.
Όπως υποστηρίζει, μέσα από τις έντεκα αίθουσές του, το μουσείο κατορθώνει να αναπαραστήσει μια ολόκληρη εποχή. Ο επισκέπτης γνωρίζει όχι μόνο τα σπουδαία έργα τέχνης, αλλά και την καθημερινότητα των ανθρώπων: τα παιχνίδια των παιδιών, τα σκεύη του σπιτιού, τα κοσμήματα, τη λατρεία, την οικία, την πόλη και τα ταφικά έθιμα. «Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία αντικειμένων που συνομιλούν μεταξύ τους και συνθέτουν την εικόνα μιας ολόκληρης εποχής. Από τα αποτυχημένα αγγεία ενός εργαστηρίου μέχρι τα πολυτελή σκεύη, από τις σπουδαίες εικόνες μέχρι εκείνες που είχε ο μέσος άνθρωπος, από τα χειρόγραφα μέχρι τα χαρακτικά του 18ου και του 19ου αιώνα», εξηγεί.
Το έκθεμα που συγκινεί περισσότερο την ίδια, είναι ένα απλό παιχνίδι, μια βυζαντινή «τρίλιζα». «Θεωρώ συγκλονιστικό ότι σήμερα τα παιδιά μπορούν να δουν ένα παιχνίδι που παίζουν και τα ίδια, μόνο που αυτό χρονολογείται στον 5ο αιώνα, δηλαδή 15 αιώνες πριν. Αυτό είναι η ζωή. Δεν είναι μόνο η εικόνα και η υψηλή τέχνη», υπογραμμίζει.
Από το «μην αγγίζετε» στην εμπειρία (και) της αφής
Η φιλοσοφία της νέας γενικής διευθύντριας απέχει από την εικόνα ενός στατικού μουσείου, όπου ο επισκέπτης περιορίζεται σε μια παθητική περιήγηση ανάμεσα στις προθήκες. Στόχος της είναι κάθε επίσκεψη να μετατρέπεται σε μια ολοκληρωμένη εμπειρία. «Για πολύ κόσμο, κακά τα ψέματα, η έννοια του μουσείου είναι κάτι παθητικό και ξεπερασμένο. Καιρός να αλλάξει αυτό», τονίζει.
Στο πλαίσιο αυτό, οι επισκέπτες μπορούν να παρακολουθούν κάθε Τρίτη τους συντηρητές του μουσείου να εργάζονται στους κήπους του, πάνω στο ψηφιδωτό δάπεδο μιας οικίας από την Άνω Πόλη. «Έρχονται άνθρωποι και συνομιλούν με τους συντηρητές μας. Είναι μια μοναδική εμπειρία, γιατί συνήθως όταν ένα αντικείμενο συντηρείται, απομονώνεται από το κοινό», αναφέρει.
Αντίστοιχα, σε επιλεγμένα γλυπτά οι επισκέπτες μπορούν να αγγίζουν τα εκθέματα, σπάζοντας το στερεότυπο της …απαγορευμένης αφής. «Μετά από μελέτη που κάναμε, είδαμε ότι μπορούμε να δώσουμε αυτήν τη δυνατότητα χωρίς να κινδυνεύουν τα γλυπτά. Κι αν χρειαστεί, υπάρχει το επιστημονικό προσωπικό που παρακολουθεί διαρκώς την κατάστασή τους», σημειώνει.
Ξεχωριστή θέση κατέχουν και τα εκπαιδευτικά προγράμματα, με πιο δημοφιλή την προσομοίωση ανασκαφής. «Τα παιδιά γίνονται μικροί αρχαιολόγοι ανακαλύπτοντας αντίγραφα αγγείων που έχουμε τοποθετήσει μέσα στο χώμα. Ο ενθουσιασμός τους είναι τεράστιος, γιατί αποκτούν μια εμπειρία που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να ζήσουν», λέει.
Μέρος της επόμενης ημέρας του μουσείου θα είναι και η ενίσχυση των ψηφιακών εφαρμογών. «Δεν θέλουμε να αντικαταστήσουμε το έκθεμα. Θέλουμε να βοηθήσουμε κυρίως τις νεότερες γενιές να έρθουν πιο κοντά σε αυτό, με τον τρόπο που πλέον αντιλαμβάνονται και διαβάζουν την εικόνα», εξηγεί.
«Δεν απευθυνόμαστε μόνο στη Θεσσαλονίκη»
Η νέα γενική διευθύντρια του ΜΒΠ επισημαίνει ότι στηρίζεται στην εμπειρία των ανθρώπων του μουσείου, θεωρώντας πως η δική της διαφορετική οπτική μπορεί να συμβάλει δημιουργικά στην επόμενη ημέρα. «Όταν υπέβαλα την υποψηφιότητά μου, έπρεπε να καταθέσω εγγράφως το όραμά μου για το μουσείο. Το γνώριζα ως επισκέπτρια, όχι ως μέλος του προσωπικού. Και αυτό που ένιωθα ότι του έλειπε ήταν η εξωστρέφειά του», αναφέρει.
Παρότι, όπως λέει, ακόμη και σήμερα πολλοί Θεσσαλονικείς δεν έχουν επισκεφθεί το μουσείο, θεωρεί ότι ο προορισμός του είναι πολύ ευρύτερος. «Είναι τόσο μεγάλο και τόσο βαρύ το όνομά του, που ίσως εστιάσαμε περισσότερο στο βάρος του και λιγότερο στο πώς θα το μεταφέρουμε στην ανθρωπότητα. Δεν απευθυνόμαστε μόνο στον πολίτη της Θεσσαλονίκης. Το πιστεύω πολύ αυτό», επισημαίνει.
Το όραμά της συνοψίζεται σε μια εικόνα που θα ήθελε να δει όταν ολοκληρωθεί η θητεία της. «Θα ήθελα στο τέλος της θητείας μου να ξαναγεμίσουν οι εκθεσιακοί χώροι με πάρα πολύ κόσμο. Να διαβάζεις γι' αυτό το μουσείο στα διεθνή δίκτυα. Γιατί τότε θα ξαναθυμηθεί ο κόσμος το Βυζάντιο», καταλήγει.
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην Google