Να επιβραδύνουμε την εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης; Γράφει ο Αργύρης Αργυριάδης

Μέχρι πριν λίγα χρόνια, το ερώτημα έμοιαζε παράδοξο ή θεωρητικό

Μέχρι πριν λίγα χρόνια, το ερώτημα έμοιαζε παράδοξο ή θεωρητικό. Ποιος δεν ήθελε γρήγορη εξέλιξη της πληροφορικής; Σήμερα, όμως, τίθεται από ανθρώπους που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της ίδιας της τεχνολογικής επανάστασης. Μήπως πρέπει να επιβραδύνουμε την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης;

Η πρώτη μεγάλη προειδοποίηση ήρθε το 2023. Περισσότεροι από 30.000 επιστήμονες, επιχειρηματίες και ερευνητές υπέγραψαν την πρωτοβουλία του Future of Life Institute που ζητούσε εξάμηνη παύση στην εκπαίδευση συστημάτων, ισχυρότερων από το GPT-4. Ανάμεσά τους ακαδημαϊκοί και άνθρωποι του επιχειρείν. Ο Yoshua Bengio (Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ), ο Stuart Russell (Πανεπιστήμιο Μπέρκλει στις ΗΠΑ), ο Elon Musk (SpaceX, Tesla και twitter - X), ο Steve Wozniak (συνιδρυτής της Apple) και ο Yuval Noah Harari (Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ). Δεν ζητούσαν να σταματήσει συνολικά η έρευνα, αλλά να δοθεί χρόνος στην κοινωνία και στους θεσμούς να προλάβουν την τεχνολογία.

Τρία χρόνια αργότερα, η συζήτηση επιστρέφει ακόμη πιο έντονα. Ο επικεφαλής της Anthropic, Dario Amodei, ζήτησε συντονισμένη επιβράδυνση της ανάπτυξης των ισχυρότερων μοντέλων, ώστε οι μηχανισμοί ασφάλειας και ελέγχου να μπορούν να ακολουθήσουν την εξέλιξή τους. Τη θέση αυτή υποστήριξαν, με τις δικές τους διαφοροποιήσεις, ο Sam Altman (OpenAI) και ο Elon Musk. Ο Altman έχει ταχθεί υπέρ της ρύθμισης και των διεθνών κανόνων, ενώ ο Musk έχει εκφράσει τόσο ανησυχίες για τους υπαρξιακούς κινδύνους όσο και κριτική στη συγκέντρωση ελέγχου σε λίγες εταιρείες.

Υπάρχει, όμως, και η αντίθετη άποψη. H επιβράδυνση μπορεί να αποδειχθεί ανέφικτη, να περιορίσει την καινοτομία και τελικά να ευνοήσει εκείνους που ήδη προηγούνται. Άλλωστε, υπάρχει και ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Αν ορισμένες επιχειρήσεις ή χώρες σταματήσουν, γιατί να κάνουν το ίδιο όλες οι υπόλοιπες; Αυτή η θέση συνδέεται με τον «τεχνολογικό επιταχυντισμό» και με την πεποίθηση ότι η καινοτομία, ο ανταγωνισμός και η ανοιχτή έρευνα μπορούν να παράγουν λύσεις ταχύτερα από οποιαδήποτε κανονιστική εποπτεία. Η ζώσα πραγματικότητα, όμως, δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Πράγματι, η καινοτομία μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα, αλλά η ταχεία διάδοση συστημάτων χωρίς επαρκείς ελέγχους έχει ήδη συνδεθεί με παραπληροφόρηση, διακρίσεις, παραβιάσεις ιδιωτικότητας και απορρύθμιση της αγοράς εργασίας.

Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν θα επιβραδύνουμε την Τεχνητή Νοημοσύνη. Είναι ποιος αποφασίζει την ταχύτητα, τους κανόνες και τον προορισμό της. Χρειαζόμαστε αυστηρούς κανόνες για τα συστήματα υψηλού κινδύνου, ανεξάρτητους ελέγχους, προστασία της εργασίας και των προσωπικών δεδομένων και, κυρίως, δημοκρατικό έλεγχο απέναντι στη συγκέντρωση τεράστιας τεχνολογικής και οικονομικής ισχύος. Ποιοι δημιουργούν αυτήν την ισχύ και ποιοι δύνανται να συμμετάσχουν -δίχως αποκλεισμούς αλλά βάσει ικανοτήτων- στην τεχνολογική κοσμογονία; Ποιοι θα συμμετάσχουν στο αναπτυξιακό μέρισμα και ποιοι θα υποστούν τις αρνητικές συνέπειες της τεχνολογικής προόδου;

Στην Ευρώπη συμμετέχουμε στον ανωτέρω διάλογο. Θεσπίζουμε κανόνες (όπως ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη), αλλά έχουμε πολύ μικρότερη συμμετοχή στο οικονομικό και τεχνολογικό μέρισμα που δημιουργεί η Τεχνητή Νοημοσύνη. Συζητάμε πολύ για κάτι που δεν γνωρίζουμε και ελάχιστα συνδημιουργούμε. Πέραν, όμως, της τεχνολογικής υστέρησης αναδεικνύεται και το βασικότερο πρόβλημα. Πώς θα διαχειριστούμε τον εύλογο φόβο για το άγνωστο; Ποιος θα ρυθμίσει μια «νοημοσύνη» που σύντομα θα σκέπτεται πιο έξυπνα από τον άνθρωπο; Υπάρχει και ένας κίνδυνος διαφορετικός από εκείνον μιας ανεξέλεγκτης μηχανής, που σπανίως συζητάμε στην Ευρωπαϊκή ήπειρο. Η πιθανότητα -μπροστά στον φόβο για το άγνωστο- να εκχωρήσουμε περισσότερες αρμοδιότητες ελέγχου της Τεχνητής Νοημοσύνης σε άλλες κυβερνήσεις και σε ακόμη λιγότερες πολυεθνικές εταιρίες.

Ο ανωτέρω κίνδυνος γίνεται ακόμη αμεσότερος εάν αντιληφθούμε το μέγεθος υπολογιστικής ισχύος, δεδομένων, υποδομών και εξειδικευμένου προσωπικού που ήδη διαθέτουν συγκεκριμένες χώρες και εταιρίες. Τα ανωτέρω αποτελούν δύναμη ανάσχεσης για την είσοδο νέων ανταγωνιστών και ενισχύουν ολιγοπωλιακές δομές.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να επιλέξουμε ανάμεσα στην πρόοδο και στο φόβο. Δεν πρέπει να επιβραδύνουμε τη γνώση. Πρέπει να επιταχύνουμε τη δημοκρατία, τους θεσμούς και την ικανότητά μας να ελέγχουμε τη Νοημοσύνη που πρέπει να συνδημιουργούμε. Το μέλλον δεν μπορεί ούτε να σταματήσει ούτε να αφεθεί στην τύχη του. Πρέπει να παραμείνει ανθρώπινη επιλογή. Με όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους να μπορούν να κάνουν τη συγκεκριμένη επιλογή.

*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 20.09.2026

ESPA