Ο Αντίνοος Αλμπάνης στη «ΜτΚ»: «Υπάρχουν οι πόλεμοι που φαίνονται και αυτοί που δεν βλέπουμε»

Ο ηθοποιός μιλά για τον ρόλο του στον Βυσσινόκηπο του ΚΘΒΕ, τα τραύματα που διαμορφώνουν τους ανθρώπους και τη ρευστότητα του σύγχρονου κόσμου

Υπάρχει μια στιγμή στον «Βυσσινόκηπο» που δεν ακούγεται τίποτα! Κι όμως, όλα έχουν ήδη συμβεί. Είναι εκείνο το σημείο όπου η απώλεια δεν φωνάζει, δεν ξεσπά, αλλά εγκαθίσταται αθόρυβα, σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν μια απόφαση που άργησε πολύ να παρθεί. Ίσως γι’ αυτό το τελευταίο έργο του Τσέχωφ παραμένει τόσο ανησυχητικά οικείο και επίκαιρο: γιατί δεν μιλά για μεγάλες καταστροφές, αλλά για μικρές καθυστερήσεις που γίνονται μοιραίες.

Στη νέα παραγωγή του ΚΘΒΕ στο Βασιλικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Αθανασίας Καραγιαννοπούλου, ο κόσμος του «Βυσσινόκηπου» στήνεται ξανά από την αρχή, όχι ως ένα μουσειακό τοπίο μιας άλλης εποχής, αλλά ως κάτι που συνεχίζει να συμβαίνει. Στο κέντρο του, ο Λοπάχιν. Ένας άνθρωπος που ανεβαίνει κοινωνικά την ίδια στιγμή που κάτι μέσα του κατεδαφίζεται.

Τον υποδύεται ο Αντίνοος Αλμπάνης, που δεν μπήκε σε αυτή τη δουλειά για τον ρόλο, όσο κι αν πρόκειται για έναν από τους πιο σύνθετους της παγκόσμιας δραματουργίας. «Ανέβηκα για την Αθανασία Καραγιαννοπούλου», λέει σχεδόν κοφτά, σαν να θέλει να ξεκαθαρίσει από την αρχή τη θέση του. «Της έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Για μένα, οι δουλειές φτιάχνονται από τους ανθρώπους. Ακόμα νιώθω μαθητής».

Η σχέση τους, που ξεκινά από τα χρόνια της Σχολής του Θεάτρου Τέχνης, όταν την έχε δασκάλα, έχει εξελιχθεί σε μια σταθερή καλλιτεχνική συνομιλία πενταετίας. Και αυτή η συνθήκη φαίνεται να καθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο ο ηθοποιός προσεγγίζει τον Λοπάχιν: όχι ως μια φιγούρα εξουσίας, αλλά ως έναν άνθρωπο που δεν ανήκει πουθενά ολοκληρωτικά.

«Είναι γοητευτικός γιατί κινείται ανάμεσα σε δύο κόσμους», εξηγεί. «Έχει βαθιά συναισθηματική σύνδεση με αυτόν τον χώρο, με την οικογένεια της Λιουμπόφ, εκεί μεγάλωσε. Και ταυτόχρονα εκπροσωπεί το καινούριο: την πρακτικότητα, την εξέλιξη, την ανάγκη να προχωρήσεις».

ntng-vissinokipos-general-by-mike-rafail-20.jpg

«Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι»

Η άνοδος του Λοπάχιν δεν είναι απλώς κοινωνική. Είναι σχεδόν «βίαιη». Από παιδί ενός κακοποιητικού περιβάλλοντος, με μνήμες ταπείνωσης και στέρησης, μετατρέπεται σε έναν επιτυχημένο έμπορο που κρατά στα χέρια του την τύχη ενός ολόκληρου κόσμου. Και τελικά τον αγοράζει.

«Είναι ο μόνος ήρωας του Τσέχωφ που πετυχαίνει τον στόχο του», σημειώνει ο Αλμπάνης. «Και αυτό από μόνο του έχει ενδιαφέρον. Αλλά αυτή η επιτυχία κουβαλάει και κάτι άλλο: ένα κενό. Μια μοναξιά».

Η πρόταση που κάνει ο Λοπάχιν στην οικογένεια να κόψουν τον βυσσινόκηπο και να εκμεταλλευτούν τη γη ακούγεται σκληρή. Σχεδόν απάνθρωπη. Όμως ο ίδιος ο ηθοποιός δεν την αντιλαμβάνεται έτσι. «Δεν είναι ένας άνθρωπος που θέλει να εκδικηθεί», λέει. «Προσπαθεί πραγματικά να τους σώσει. Απλώς εκείνοι είναι τόσο δεμένοι με το παρελθόν που δεν μπορούν να δουν μπροστά».

Αυτή η αδυναμία, ίσως, είναι και το πιο οδυνηρό σημείο του έργου. Όχι η απώλεια καθαυτή, αλλά η ακινησία πριν από αυτήν. Η ανημποριά να δράσεις όταν όλα δείχνουν ότι πρέπει. Ο ίδιος ο Αλμπάνης μοιάζει να λειτουργεί αντίστροφα. Με μια διάθεση να κατανοήσει πριν κρίνει, να παρατηρήσει πριν αντιδράσει. «Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν καλοί και κακοί άνθρωποι», λέει. «Προσπαθώ να μην μένω στην πρώτη ανάγνωση. Οι άνθρωποι είναι πολυσύνθετοι».

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν δοκιμάζεται. «Έχω βγει εκτός εαυτού, όπως όλοι οι άνθρωποι», παραδέχεται. «Με ξαφνιάζω, ντρέπομαι για εμένα. Αλλά αυτά είναι που μας εξελίσσουν, αν τα δεις και δεν τα κρύψεις».

«Έχω πίστη στο μαζί»

Ο Λοπάχιν, με έναν παράξενο τρόπο, είναι παντού γύρω μας. Ίσως όχι ως πρόσωπο, αλλά ως στάση.«Βλέπουμε σήμερα πολλούς ανθρώπους που θέλουν να εξελιχθούν, να γίνουν επιχειρηματίες, να πετύχουν», λέει ο Αλμπάνης. «Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα χάσουν κάτι από τη μνήμη ή την παράδοση. Δεν μπορείς να τους κατακρίνεις απόλυτα. Είναι μια εποχή μετάβασης».

Η λέξη επιστρέφει ξανά: μετάβαση. Σαν κάτι που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αλλά διαρκεί. «Σκεφτείτε τι γίνεται με τις γειτονιές, με την εμπορευματοποίηση των τόπων», συνεχίζει. «Είναι κινήσεις που θυμίζουν τον Λοπάχιν. Αλλά όλα έχουν πολλές πλευρές. Δεν βοηθά να βλέπεις μόνο τη μία».

Ακόμη και η έννοια του πολέμου, που στο έργο αιωρείται ως ιστορική προοπτική, ενώ σήμερα μαίνεται δίπλα μας, αποκτά μια άλλη διάσταση σήμερα. «Υπάρχουν οι πόλεμοι που βλέπουμε και αυτοί που δεν φαίνονται», λέει. «Και αυτοί οι δεύτεροι είναι που γράφουν πιο βαθιά μέσα μας». Κι όμως, μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα, κρατά κάτι σταθερό: «Έχω πίστη στο ‘μαζί’. Στον κοινωνικό ιστό. Δεν έχουμε τίποτα άλλο πέρα από αυτό», τονίζει.

Η παράσταση έχει ήδη συναντήσει το κοινό της Θεσσαλονίκης, και το πρώτο αποτύπωμα είναι θετικό. «Νιώθουμε πλήρεις», λέει. «Και αυτό έχει να κάνει πολύ με το πώς δουλέψαμε. Υπήρχε οργάνωση, χρόνος, προετοιμασία. Και αυτά οφείλονται στη σκηνοθέτη μας. Αυτό σου δίνει μια ασφάλεια».

Το επόμενο διάστημα θα τον βρει ξανά μπροστά στην κάμερα, στα γυρίσματα του «Maestro», ενώ ένα νέο θεατρικό σχέδιο αρχίζει ήδη να παίρνει μορφή. Με μια προϋπόθεση: «Να προλάβω να ξεκουραστώ λίγο», λέει χαμογελώντας.

Γιατί, όπως και στον «Βυσσινόκηπο», τίποτα δεν κατακτάται χωρίς κάποιο κόστος. Ούτε η επιτυχία, ούτε η αλλαγή. Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι που κάνει τον Λοπάχιν τόσο σύγχρονο: δεν είναι απλώς ο άνθρωπος που προχωρά. Είναι ο άνθρωπος που προχωρά αφήνοντας πίσω του κάτι που δεν θα ξαναβρεί ποτέ.

Βασιλικό Θέατρο

Δημοσιεύτηκε στη Μακεδονία της Κυριακής 29 Μαρτίου 

Loader
ESPA