- Newsroom
Ο πληθυσμός της Γης έφθασε το 2019 τα 7,7 δισεκατομμύρια κατοίκους, ενώ το 2050 αναμένεται να φθάσει τα 9,7 δισεκατομμύρια κατοίκους, αναφέρεται στην εισήγηση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, την οποία παρουσίασε χθες στην 52η σύνοδο της Επιτροπής του ΟΗΕ για τον πληθυσμό και την ανάπτυξη και πραγματοποιείται στη Νέα Υόρκη από 1ης έως 5 Απριλίου.
«Ο πληθυσμός του κόσμου, ο οποίος έφθασε το 2019 σύμφωνα με εκτιμήσεις τα 7,7 δισεκατομμύρια ανθρώπους, εξακολουθεί να αυξάνεται, παρότι οι ρυθμοί αύξησής του μειώνονται. Αναμένεται ότι ο πληθυσμός θα συνεχίσει να αυξάνεται και θα φθάσει τα 9,7 δισεκατομμύρια ανθρώπους το 2050, ενώ στα τέλη του 21ου αιώνα θα φθάσει περίπου τα 11 δισεκατομμύρια» αναφέρεται στην εισήγηση.
Οι βασικές τάσεις που διέπουν την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού, όπως αναφέρεται στην εισήγηση, συνίστανται στο ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός γίνεται «πιο γηραιός και πιο κινητικός, ενώ συγκεντρώνεται περισσότερο παρά ποτέ σε πόλεις». Εκτός των άλλων, αναμένεται ότι η αύξηση του πληθυσμού μπορεί να επιφέρει μείωση των φυσικών πόρων και να επιβαρύνει το οικοσύστημα του πλανήτη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρονται στην εισήγηση, ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν στις πόλεις μπορεί να αυξηθεί από το 59% που είναι σήμερα (το 2019) στο 68% το 2050.
Στην εισήγηση επισημαίνεται επίσης, ότι το μέσο προσδόκιμο ζωής το 2019 έφθασε τα 72,3 χρόνια, ενώ το 2030 αναμένεται να αυξηθεί κατά δύο χρόνια φθάνοντας τα 74,3 χρόνια.
Με βάση τα στοιχεία του ΟΗΕ, ο πληθυσμός της Γης έφθασε τα 7 δισεκατομμύρια ανθρώπους στις 31 Οκτωβρίου του 2011.
Οι επισιτιστικές κρίσεις
Οι επισιτιστικές κρίσεις θα επηρεάσουν δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους σε όλον τον κόσμο αυτή τη χρονιά, προειδοποίησαν σήμερα ερευνητές καθώς ο πόλεμος, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι οικονομικές κρίσεις το 2018 άφησαν πίσω τους περισσότερους από 113 εκατομμύρια ανθρώπους σε μεγάλη ανάγκη για βοήθεια.
Οι συγκρούσεις και η ανασφάλεια ευθύνονταν για την απέλπιδα κατάσταση που αντιμετώπισαν 74 εκατομμύρια άνθρωποι -ή τα δύο τρίτα από εκείνους που επηρεάστηκαν- το 2018, ανέφερε στην ετήσια έκθεσή του το Παγκόσμιο Δίκτυο για την Καταπολέμηση των Επισιτιστικών Κρίσεων.
Στα μέλη του Δικτύου περιλαμβάνονται ο Διεθνής Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) και το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αναλύει 53 χώρες χρησιμοποιώντας μια κλίμακα πέντε επιπέδων με το τρίτο επίπεδο να χαρακτηρίζεται ''κρίση'', το τέταρτο ''έκτακτη ανάγκη'' και το πέμπτο "λιμός/καταστροφή''.
Ο Λούκα Ρούσο, ο ανώτερος αναλυτής επισιτιστικών κρίσεων του FAO, προειδοποίησε ότι εκατομμύρια περισσότεροι άνθρωποι κινδυνεύουν σήμερα να φθάσουν στο επίπεδο τρία και πιο πάνω.
"Τα 113 εκατομμύρια είναι αυτό που σήμερα χαρακτηρίζουμε 'κορυφή του παγόβουνου'. Αν κοιτάξετε τους αριθμούς πιο κάτω, υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι επισιτιστικά ανασφαλείς αλλά βρίσκονται ένα βήμα πριν", δήλωσε ο Ρούσο στο Ίδρυμα Thomson Reuters.
Οι άνθρωποι αυτοί, άλλα 143 εκατομμύρια, είναι "τόσο ευάλωτοι που χρειάζεται μόλις μια ξηρασία" ώστε να βυθιστούν στην επισιτιστική κρίση, λέει ο ίδιος.
"Αν δεν εργαστούμε ουσιαστικά για αυτούς τους ανθρώπους και δεν απομακρύνουμε κάποιες από τις δυνάμεις που μπορεί να τους οδηγήσουν σε μια χειρότερη κατάσταση, ο συνολικός αριθμός είναι πιθανόν να αυξηθεί", εξηγεί.
Από τις χώρες που βίωσαν επισιτιστικές κρίσεις το 2018, περισσότερο επλήγη η Υεμένη, όπου σχεδόν 16 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν επείγουσα ανάγκη τροφίμων έπειτα από τέσσερα χρόνια πολέμου και ακολουθεί το ΛΔ Κονγκό με 13 εκατομμύρια και το Αφγανιστάν με 10,6 εκατομμύρια.
Η ανθρωπιστική βοήθεια
Όσο οικτρή και αν δείχνει η κατάσταση, θα ήταν χειρότερη χωρίς τη διεθνή ανθρωπιστική βοήθεια, με εκτιμήσεις να δείχνουν ότι ο αριθμός των ανθρώπων που στερούνται τροφής στην Υεμένη θα είχε ξεπεράσει τα 20 εκατομμύρια, τόνισε ο Ρούσο.
Αυτή είναι η τρίτη χρονιά όπου ο αριθμός των ανθρώπων σε επισιτιστική κρίση ξεπέρασε τα 100 εκατομμύρια, αλλά ο αριθμός είναι λίγο χαμηλότερος σε σχέση με το 2017, όταν χρειάζονταν βοήθεια 124 εκατομμύρια άνθρωποι.
Η μείωση οφείλεται κυρίως στο ότι το 2018 οι χώρες δεν βίωσαν τα ίδια επίπεδα ξηρασίας, πλημμυρών, αιφνίδιων βροχοπτώσεων και αυξήσεων θερμοκρασίας σε σχέση με το 2017, σύμφωνα με την έκθεση.
Ωστόσο, τα κλιματικά σοκ και οι συγκρούσεις θα συνεχίσουν να προκαλούν πείνα το 2019, προσθέτει η έκθεση.
Το ξηρό κλίμα και οι συνθήκες Ελ Νίνιο είναι πιθανόν να επηρεάσουν τη νότια Αφρική, τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, ενώ οι ανάγκες των προσφύγων και των μεταναστών στο Μπανγκλαντές και τη Συρία θα παραμείνουν υψηλές, όπως αναφέρεται.
"Ο αριθμός των εκτοπισμένων, των προσφύγων και των μεταναστών αναμένεται να αυξηθεί αν η πολιτική και η οικονομική κρίση συνεχιστούν στη Βενεζουέλα", σημειώνεται.
Στην έκθεση επισημαίνεται ότι παραλείφθηκαν 13 χώρες και περιοχές περιλαμβανομένων της Βόρειας Κορέας, της Βενεζουέλας και της Δυτικής Σαχάρας λόγω της έλλειψης πρόσφατα επιβεβαιωμένων στοιχείων.
ΑΠΕ/ΜΠΕ