Γράφει ο Μιχάλης Χάλαρης,
Αναπληρωτής Καθηγητής - Αντιστράτηγος Π.Σ.
(ε.α.), Διευθυντής του ΠΜΣ «Χημική Βιομηχανία: Διαχείριση Ποιότητας, Περιβάλλοντος, Υγείας και Ασφάλειας», Διευθυντής Ερευνών σε θέματα Διακινδύνευσης, Κινδύνων, Κρίσεων και Ασφάλειας, Θεσμοθετημένο Εργαστήριο «Ήφαιστος», Τμήμα Χημείας, Σχολή Θετικών Επιστημών, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
Η φωτιά στο Ωραιόκαστρο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη περιστατικό της αντιπυρικής περιόδου. Δεν ήταν απλώς μία αγροτοδασική πυρκαγιά που κινήθηκε απειλητικά προς κατοικημένες περιοχές. Εξελίχθηκε σε σύνθετο συμβάν δημόσιας υγείας, περιβαλλοντικής ασφάλειας και βιομηχανικού κινδύνου, στο δεύτερο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας.
Όταν μία πυρκαγιά φτάνει σε εργοστάσια, μονάδες ανακύκλωσης, αποθήκες και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, αλλάζει κατηγορία. Δεν καίγονται πλέον μόνο ξερά χόρτα, θάμνοι ή δασική ύλη. Καίγονται πλαστικά, τεχνητά υλικά, μέταλλα, οργανικά φορτία, πιθανώς χημικά προϊόντα, αποθηκευμένα εμπορεύματα και ανάμεικτα απόβλητα. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς καπνός. Είναι ένα σύνθετο τοξικό νέφος, με αιθάλη, λεπτά σωματίδια, πτητικές οργανικές ενώσεις, πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες, διοξίνες, φουράνια, μέταλλα και άλλα επικίνδυνα προϊόντα ατελούς καύσης.
Αυτό ακριβώς καθιστά το Ωραιόκαστρο κρίσιμο παράδειγμα πυρκαγιάς τύπου WUI - Wildland Urban Interface - δηλαδή πυρκαγιάς στη ζώνη επαφής φυσικού περιβάλλοντος, κατοικιών, παραγωγικών εγκαταστάσεων και αστικού ιστού. Στην ελληνική πραγματικότητα, όμως, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο σύνθετο. Δεν πρόκειται μόνο για τη ζώνη δάσους–οικισμού, αλλά για τη ζώνη δάσους–οικισμού–βιομηχανίας. Πρόκειται για εκείνο το κρίσιμο όριο όπου η φωτιά δεν απειλεί μόνο σπίτια και περιουσίες, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε χημικό και περιβαλλοντικό περιστατικό μεγάλης κλίμακας.
Η εικόνα του μαύρου νέφους πάνω από τη Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς εικόνα καταστροφής. Είναι προειδοποίηση. Και γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι τα σωματίδια και οι ρύποι μεταφέρθηκαν σε μεγάλη απόσταση, επηρεάζοντας όχι μόνο τη Θεσσαλονίκη και τον Θερμαϊκό, αλλά ευρύτερες περιοχές της Κεντρικής και Νότιας Ελλάδας. Η ατμόσφαιρα δεν γνωρίζει διοικητικά όρια. Οι ρύποι ταξιδεύουν με τον άνεμο, αραιώνουν, μετασχηματίζονται, εναποτίθενται και μπορεί να αφήσουν αποτύπωμα πέρα από την περιοχή της αρχικής φωτιάς.
Εδώ αναδεικνύεται το πρώτο μεγάλο κενό. Η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τέτοια περιστατικά κυρίως ως επιχειρήσεις κατάσβεσης, ενώ θα έπρεπε να τα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα ως επιχειρήσεις πρόληψης, περιβαλλοντικής παρακολούθησης και προστασίας της δημόσιας υγείας.
Η άμεση ειδοποίηση των πολιτών μέσω του 112 είναι αναγκαία και, σε πολλές περιπτώσεις, σωτήρια. Όμως δεν αρκεί. Μια γενική οδηγία του τύπου «κλείστε πόρτες και παράθυρα» δεν μπορεί να είναι το ανώτατο επίπεδο ενημέρωσης σε μια εποχή όπου υπάρχουν δορυφορικά δεδομένα, μετεωρολογικά μοντέλα, αισθητήρες, πλατφόρμες γεωχωρικής ανάλυσης και μοντέλα ατμοσφαιρικής διασποράς. Η Πολιτική Προστασία πρέπει να περάσει από την εποχή της γενικής ειδοποίησης στην εποχή της στοχευμένης πρόγνωσης.
Με το που εκδηλώνεται πυρκαγιά σε βιομηχανική ή περιαστική ζώνη, τα κρίσιμα δεδομένα είτε υπάρχουν ήδη είτε μπορούν να συλλεχθούν άμεσα. Ποιες εγκαταστάσεις απειλούνται, τι υλικά αποθηκεύονται, ποια είναι η διεύθυνση και η ταχύτητα του ανέμου, ποια είναι η υγρασία, η θερμοκρασία, το ύψος ανάμιξης, η ατμοσφαιρική ευστάθεια και ποια μπορεί να είναι η πιθανή πορεία του νέφους. Με βάση αυτά, η Πολιτική Προστασία θα έπρεπε μέσα σε λίγα λεπτά να μπορεί να εκτιμήσει ποιες περιοχές κινδυνεύουν, ποιοι ρύποι είναι πιθανό να απελευθερώνονται, σε ποια ένταση, για πόσο χρόνο και με ποιες οδηγίες προστασίας.
Δεν ζητά κανείς να μετατραπεί το 112 σε επιστημονική πραγματεία. Ζητάμε, όμως, να γίνει εξυπνότερο, ακριβέστερο και χρησιμότερο. Άλλο να λαμβάνει μια γενική οδηγία ολόκληρη η Θεσσαλονίκη και άλλο να ενημερώνεται συγκεκριμένα μια περιοχή: «Τοξικό νέφος κατευθύνεται προς την περιοχή σας. Μείνετε σε εσωτερικούς χώρους. Κλείστε πόρτες και παράθυρα. Αποφύγετε άθληση και μετακινήσεις. Χρησιμοποιήστε μάσκα υψηλής προστασίας αν πρέπει να βγείτε έξω. Θέστε τα κλιματιστικά αποκλειστικά σε ανακύκλωση εσωτερικού αέρα». Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην απλή ειδοποίηση και στην πραγματική προστασία.
Το δεύτερο μεγάλο κενό αφορά την πρόληψη. Η φωτιά δεν ξεκινά πάντα από μεγάλο γεγονός. Συχνά ξεκινά από μια μικρή εστία που βρίσκει μπροστά της το ιδανικό καύσιμο. Ξερά χόρτα, ακαθάριστα πρανή, εγκαταλελειμμένα χωράφια, συσσωρευμένη βιομάζα, πυκνή χαμηλή βλάστηση, παλιοί δρόμοι που έχουν κλείσει, ζώνες χωρίς συντήρηση και χώροι όπου η ύπαιθρος έχει αφεθεί στην τύχη της. Η εγκατάλειψη της υπαίθρου δεν είναι μόνο αγροτικό ή κοινωνικό ζήτημα. Είναι πλέον ζήτημα πολιτικής προστασίας.
Ο αγρότης, ο κτηνοτρόφος, ο τοπικός πληθυσμός, ο δήμος, η περιφέρεια, οι δασικές υπηρεσίες και η Πυροσβεστική πρέπει να λειτουργούν ως ενιαίο δίκτυο πρόληψης. Η βόσκηση, ο καθαρισμός πρανών, η διαχείριση ξερής βιομάζας, η συντήρηση αγροτικών δρόμων, η απομάκρυνση απορριμμάτων και η συνεχής επικοινωνία με τους κατοίκους δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι ενεργητική πυροπροστασία.
Το τρίτο κενό αφορά τις βιομηχανικές και ανακυκλωτικές εγκαταστάσεις. Όλες οι μονάδες που βρίσκονται σε περιαστικές, χορτολιβαδικές ή δασικές ζώνες πρέπει να ενταχθούν σε ειδικό χάρτη κινδύνου WUI και βιομηχανικής πυρκαγιάς. Δεν αρκεί να ξέρουμε πού υπάρχουν δάση. Πρέπει να ξέρουμε πού υπάρχουν πλαστικά, λάδια, ελαστικά, απορρυπαντικά, μπαταρίες, ανακυκλώσιμα, αποθηκευμένα καύσιμα φορτία και άλλα υλικά που, όταν καούν, μετατρέπουν μια φωτιά σε περιβαλλοντική απειλή.
Γύρω από τέτοιες εγκαταστάσεις πρέπει να υπάρχουν υποχρεωτικές και ελεγχόμενες ζώνες πυροπροστασίας. Καθαρισμένη βλάστηση, αντιπυρικές λωρίδες, προσβάσιμοι περιμετρικοί δρόμοι, λειτουργικά υδροστόμια, δεξαμενές νερού, αποστάσεις ασφαλείας από αποθηκευμένα εύφλεκτα υλικά και σχέδια άμεσης απομόνωσης της φωτιάς. Κάθε μονάδα ανακύκλωσης ή αποθήκευσης εύφλεκτων υλικών πρέπει να διαθέτει επικαιροποιημένη μελέτη πυρασφάλειας, απογραφή υλικών, σχέδιο πρώτης επέμβασης, σχέδιο περιορισμού ρυπασμένων νερών κατάσβεσης και τακτικές ασκήσεις με Πυροσβεστική, Δήμο και Περιφέρεια.
Παράλληλα, πρέπει να αξιοποιηθούν σύγχρονα κατασβεστικά υλικά. Σε τέτοιες πυρκαγιές, το απλό νερό συχνά δεν αρκεί. Ψύχει, αλλά απορρέει, εξατμίζεται και δεν έχει πάντα την απαιτούμενη πρόσφυση ή διείσδυση. ‘Έξυπνα κατασβεστικά υλικά περιβαλλοντικά ασφαλέστερα. όπως το Bonpet, αφροί, υδρογέλες, gel-forming υλικά, encapsulating agents μπορούν, όπου προβλέπεται επιχειρησιακά, να κάνουν την κατάσβεση πιο αποτελεσματική, να περιορίσουν τις αναζωπυρώσεις και να δημιουργήσουν φραγμό προστασίας σε εγκαταστάσεις υψηλού κινδύνου. Δεν μπορεί όλες οι πυρκαγιές να αντιμετωπίζονται σαν να καίγεται το ίδιο υλικό.
Το τέταρτο κενό αφορά τη μέτρηση. Η Θεσσαλονίκη δεν χρειάζεται γενικές διαβεβαιώσεις. Χρειάζεται περιβαλλοντική εικόνα με στοιχεία. Χρειάζονται κινητοί σταθμοί μέτρησης σε Ωραιόκαστρο, Ευκαρπία, Σταυρούπολη, Πολίχνη, Νεάπολη, κέντρο Θεσσαλονίκης και σε κάθε περιοχή που δείχνουν τα μετεωρολογικά δεδομένα ότι επηρεάστηκε. Πρέπει να μετρηθούν PM2.5, PM10, CO, NO2, SO2, πτητικές οργανικές ενώσεις, βενζόλιο, τολουόλιο, στυρένιο, φορμαλδεΰδη, πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες, διοξίνες, φουράνια, PCBs και βαρέα μέταλλα.
Χρειάζεται μοντέλο διασποράς ρύπων με βάση τα πραγματικά μετεωρολογικά δεδομένα. Τη διεύθυνση και την ταχύτητα του ανέμου ανά ώρα, το ύψος ανάμιξης, την υγρασία, τη θερμοκρασία, την ατμοσφαιρική ευστάθεια και την τοπογραφία. Η Πολιτεία οφείλει να απαντήσει με στοιχεία. Μέχρι πού έφτασαν οι ρύποι, σε ποιες συγκεντρώσεις, για πόσο χρόνο παρέμειναν στην ατμόσφαιρα και ποιες πληθυσμιακές ομάδες εκτέθηκαν περισσότερο.
Δεν αρκεί ο έλεγχος του αέρα την ώρα της φωτιάς. Πρέπει να υπάρξουν δειγματοληψίες επικαθίσεων σε σχολεία, παιδικές χαρές, αυλές, καλλιέργειες, ρέματα και βιομηχανικές επιφάνειες. Πρέπει να ελεγχθούν τα νερά κατάσβεσης, γιατί μπορεί να μεταφέρουν ρύπους στο έδαφος, στο αποχετευτικό δίκτυο και σε υδάτινους αποδέκτες. Και όλα αυτά πρέπει να δημοσιοποιούνται με απλή γλώσσα, όχι να χάνονται σε τεχνικές αναφορές που δεν βλέπει ποτέ ο πολίτης.
Το Ωραιόκαστρο δείχνει ότι οι κρίσεις της νέας εποχής δεν είναι μονοδιάστατες. Μια φωτιά μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να γίνει βιομηχανικό συμβάν, περιβαλλοντική απειλή, πρόβλημα δημόσιας υγείας και δοκιμασία εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε ένα νέο δόγμα ανθεκτικότητας. Πρόληψη πριν από τη φωτιά, επιστήμη την ώρα της κρίσης, τεχνολογία στην ενημέρωση, ειδικά υλικά στην κατάσβεση, μετρήσεις μετά το συμβάν και διαφάνεια απέναντι στους πολίτες.
Η πραγματική ανθεκτικότητα δεν αποδεικνύεται όταν μετράμε πόσες δυνάμεις ρίξαμε στη μάχη. Αποδεικνύεται όταν η φωτιά δεν αφήνεται να γίνει τοξικό νέφος πάνω από μια μεγάλη πόλη.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Μακεδονία της Κυριακής" στις 12 Ιουλίου 2026