Ποιος βάζει κανόνες στην αγορά; Του Φίλιππου Γκανούλη

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε κρατικό καθορισμό των τιμών ούτε νέα γραφειοκρατία. Χρειάζεται μόνιμους θεσμούς που παρακολουθούν την αλυσίδα αξίας σε πραγματικό χρόνο

Του Φίλιππου Γκανούλη,

Πολιτικού Μηχανικού, Πρώην Περιφερειακού σύμβουλου

gkanoylis.jpg

Η ακρίβεια δεν είναι ατύχημα της αγοράς· είναι μεταφορά εισοδήματος από τους πολλούς στους λίγους και, στην ουσία της, ζήτημα κράτους δικαίου.

Υπάρχει ένα άρθρο του Συντάγματος που σπανίως ακούγεται στη συζήτηση για την ακρίβεια, αν και περιγράφει με ακρίβεια αυτό που ζούμε. Το άρθρο 106 ορίζει ότι «η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας».

Δεν είναι ένα άρθρο για να το θυμόμαστε μόνο στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα. Είναι η ρητή συνταγματική παραδοχή ότι η αγορά δεν είναι φυσικός νόμος, αλλά θεσμός που οφείλει να υπηρετεί το κοινό συμφέρον.

Όταν, λοιπόν, οι τιμές τρέχουν πολύ πάνω από τους μισθούς και πολύ πάνω από κάθε κόστος που θα τις δικαιολογούσε, δεν έχουμε απλώς «πληθωρισμό». Έχουμε μια σιωπηλή μεταφορά εισοδήματος από τους πολλούς στους λίγους.

Τον Μάιο του 2026 ο πληθωρισμός έφτασε το 5,2%, με το μοσχάρι στο +17,6%, το αρνί στο +16,2% και τα ψάρια στο +12,6% — αυξήσεις που δεν αντιστοιχούν σε καμία αντοχή του οικογενειακού προϋπολογισμού. Την ίδια ώρα, 2,8 εκατομμύρια συμπολίτες μας, το 27,5% του πληθυσμού, βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ το κόστος στέγασης έχει φέρει τη χώρα στις χειρότερες θέσεις της Ευρώπης. Αυτά δεν είναι παρενέργειες· είναι το αποτέλεσμα.

Και εδώ το οικονομικό γίνεται θεσμικό. Το κράτος δεν μπορεί να παριστάνει τον θεατή: διαθέτει την Επιτροπή Ανταγωνισμού, μια ανεξάρτητη αρχή που ακριβώς γι’ αυτό υπάρχει, ως θεσμικό αντίβαρο στη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος.

Όταν όμως οι έλεγχοι γίνονται εκ των υστέρων, όταν η διαδρομή του προϊόντος από τον παραγωγό στο ράφι παραμένει αδιαφανής, και όταν η ίδια η Πολιτεία προτιμά τις άτυπες «συμφωνίες κυρίων» και τα προσωρινά πλαφόν από τους μόνιμους κανόνες, τότε το αντίβαρο εκφυλίζεται σε άλλοθι.

Από πότε η προστασία του πολίτη εξαρτάται από τη διάθεση των ισχυρών και όχι από κανόνες που ισχύουν το ίδιο για όλους; Και τι είδους ρύθμιση είναι εκείνη που ζητά από τα νοικοκυριά «αντοχές», ενώ η ίδια αποφεύγει να επιβάλει διαφάνεια και λογοδοσία;

Η συζήτηση στήνεται συνήθως ως δίλημμα: αγορά ή κράτος, ελευθερία ή έλεγχος. Είναι όμως ένα ψευδοδίλημμα. Όπως η δημοκρατία δεν είναι η απουσία εξουσίας αλλά η εξουσία υπό κανόνες και αντίβαρα, έτσι και η ελεύθερη αγορά δεν είναι η απουσία κανόνων αλλά η αγορά μέσα σε κανόνες.

Χωρίς θεσμικά αντίβαρα, κάθε συγκεντρωμένη ισχύς , πολιτική ή οικονομική, τείνει να παρακάμπτει τους κανόνες προς όφελός της. Η θεωρία που ανάγει «τις αγορές» σε φυσικό νόμο, υπεράνω της πολιτικής, δεν είναι ουδέτερη· είναι κι αυτή μια πολιτική επιλογή, μια επιλογή που το ίδιο το Σύνταγμα ρητά αντιστρέφει.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε κρατικό καθορισμό των τιμών ούτε νέα γραφειοκρατία. Χρειάζεται μόνιμους θεσμούς που παρακολουθούν την αλυσίδα αξίας σε πραγματικό χρόνο και όχι εκ των υστέρων· ψηφιακή ιχνηλασιμότητα και δημόσια ορατότητα των περιθωρίων, ώστε να ξέρουμε επιτέλους ποιος κερδίζει, πόσο κερδίζει και πού ακριβώς φουσκώνει ο λογαριασμός και ανεξάρτητες αρχές με πραγματικά εργαλεία και πραγματική λογοδοσία.

Είναι, στο κάτω κάτω, αυτό που κάνει κάθε μηχανικός: δεν εμπιστεύεται την ασφάλεια της κατασκευής στην καλή προαίρεση κανενός· θέτει προδιαγραφές, τις ελέγχει, και στο τέλος κάποιος βάζει την υπογραφή του και αναλαμβάνει την ευθύνη.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν εμπιστευόμαστε την αγορά ή το κράτος. Είναι αν δεχόμαστε ότι η οικονομική ελευθερία των λίγων μπορεί να αναπτύσσεται σε βάρος της αξιοπρέπειας των πολλών — κάτι που το Σύνταγμα, ήδη από το 1975, απαγορεύει ρητά.

Όσο η απάντηση αναβάλλεται, ο λογαριασμός δεν πηγαίνει απλώς στα νοικοκυριά. Πηγαίνει στη δημοκρατία. Και αυτός ο λογαριασμός, πλέον, δεν βγαίνει.

ESPA