#PRESS_21 Διηγήματα για την Επανάσταση και τη Δημοσιογραφία

Με το «Ωραίος ως Θεμιστοκλής» της Σωτηρίας Μαραγκοζάκη ολοκληρώνεται η προβολή της Δράσης του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΜ-Θ, στο πλαίσιο της συμπλήρωσης διακοσίων ετών από την εξέγερση του 1821

- Newsroom

Η φουστανέλα μετατόπιζε τον παρισινό αέρα όπως τα ριπίδια των κυριών τον καιρό του θέρους. Οι τετρακόσιες πτυχώσεις της, όσα και τα χρόνια της σκλαβιάς, διόλου βάραιναν το λιανό κορμάκι του δωδεκάχρονου αγοριού. Βάδιζε στο Καρτιέ Λατέν πλάι στους άλλους γυροφέρνοντας πλαγίως το βλέμμα, όχι την ολόρθη κεφαλή με το φεσάκι και τη μακριά φούντα, μη χαρακτηρισθεί αγροίκος, άβγαλτος, απολίτιστος.

Ήταν από φαμελιά καπεταναίων, γιος καπετάνιου και καπετάνισσας, δεν έπρεπε να το λησμονά, δεν το λησμόναγε στιγμή. Ποιος από εκείνους τους φραγκοφορεμένους με τα ψεύτικα μαλλιά -«περούκες» άκουσε πως τα λέγανε- μπόραγε να συγκριθεί μαζί του; Τα δικά του μακριά μαλλιά μοσχοβόλαγαν θυμάρι και Ανατολή, τα τσαρούχια του βρόνταγαν ρυθμικά στις πλάκες του δρόμου, το λευκό πουκάμισο τριζοβολούσε κάτω απ’ το χρυσοκέντητο γιλέκο. Οι διαβάτες στήριζαν τα γαντοφορεμένα χέρια τους στα μπαστούνια, ανασήκωναν το πιγούνι και εξέταζαν με απορία την παράξενη πομπή.

Πέντε νεανίσκοι, σίγουρα ξενόφερτοι, από τα ρούχα, τα φερσίματα και τον τρόπο που βάδιζαν, ακολουθούσαν έναν αριστοκρατικά ντυμένο άνδρα χωρίς να υπολείπονται σε τόλμη και υπερηφάνεια, που λαθεμένα θα μπορούσαν να εκληφθούν και ως αυθάδεια. Μα ποιοι ήταν τέλος πάντων;

Αρχές καλοκαιριού, αλλά «εν Παρισίοις» -όπως θα έγραφαν αργότερα τα γράμματα προς την πατρίδα- είχε αρχίσει ήδη να βράζει η ζέστη μες τη θολή υγρασία του Σηκουάνα.

Τα πέντε παιδιά, σχεδόν μειράκια, είχανε ταξιδέψει με ούριους τους ανέμους στο τρικάταρτο μπρίκι από το Ανάπλι. Αποβιβάστηκαν αξημέρωτα στις Μαρσίλιες και από εκεί με άμαξα, που τη σέρνανε έξι δυνατά άλογα, τους πήρε πολλά μερόνυχτα ο δρόμος μέχρι το Παρίσι. Με την άφιξή τους φόρτωσαν μπαούλα και κασέλες σε άλλη άμαξα και ακολούθησαν με τα πόδια τον «φραντσέζο μουσιού Μπον», στον οποίο τους είχε παραδώσει ο Υδραίος πλοίαρχος. Ο Γάλλος ήταν εντεταλμένος του αντίστοιχου κομιτάτου, που αναλάμβανε τη φιλοξενία και τη μόρφωση παιδιών Ελλήνων αγωνιστών στη Γαλλία. Πριν παρουσιάσει τους ωφελούμενους στους νέους κηδεμόνες τους ο ελληνομαθής και ελληνολάτρης μεσιέ Μπον θεώρησε χρήσιμη μια σύντομη περιήγηση τους σε εκείνη τη φημισμένη λατινική συνοικία της αριστερής όχθης του Σηκουάνα με αποτέλεσμα όχι μόνο να αναρωτιούνται οι ανίδεοι μα κυρίως να ενθουσιασθούν όσοι αντιλήφθησαν περί τίνων επρόκειτο.

Ο Δημήτριος-Τιμολέων Βισβίζης, γιος του αποθανόντα ηρωικώς Αντώνη Βισβίζη και της Δόμνας Βισβίζη από την Αίνο της Θράκης είχε έρθει στη Γαλλία έπειτα από πρόσκληση του κομιτάτου, το 1824, μαζί με τους γιους του Μάρκου Μπότσαρη και του Κωνσταντίνου Κανάρη. Στο εξής θα διέμενε στην πολυτελή οικία του δούκα Ντ’ Αμπράντες και της ελληνικής καταγωγής συζύγου του δούκισσας Λωρ Στεφανοπούλου Ντ’Αμπράντες.

Η δούκισσα, μια καλοφτιαγμένη γυναίκα, με αβρές κινήσεις και έμφυτη την αίσθηση της κομψότητας, γελούσε πνιχτά μέσα στο δαντελένιο της μαντίλι, ντυνόταν με μεταξωτά και βελούδινα φορέματα και αγαπούσε με πάθος τα γράμματα και τις Τέχνες. Τα αρώματα που φορούσε βάραιναν τα βλέφαρα του ασυνήθιστου προστατευόμενου της, μα οι φροντίδες της τον έκαμαν από την πρώτη στιγμή να αισθανθεί ευγνωμοσύνη και ασφάλεια. Έτρωγε με μεγάλη όρεξη κουνέλι και κόκορα κρασάτο, καθόταν με υπερηφάνεια πλάι στη δούκισσα στο δίτροχο αμαξάκι της με το καθαρόαιμο άλογο και έμαθε γρήγορα να χορεύει μαζί της καντρίλιες.

Στο φημισμένο σε ολόκληρο το Παρίσι σαλόνι της, όπου σύχναζαν πολιτικοί, διπλωμάτες, ζωγράφοι, ποιητές, συγγραφείς, γαζετιέρηδες μπορούσε όποιος επιθυμούσε να διαβάσει όλες τις γαζέτες και τα περιοδικά που κυκλοφορούσαν, όχι μόνο στο Παρίσι μα σε ολόκληρη τη Γαλλία. Το σκαλιστό ρολόι πάνω στο τζάκι έδειχνε έναν πολεμιστή της ελληνικής Επανάστασης ζωσμένο το καριοφίλι και το γιαταγάνι του, στον τοίχο πίνακες αναπαριστούσαν σκηνές από ναυμαχίες και μάχες με Οθωμανούς, μέχρι και τα επίχρυσα φλιτζάνια του τσαγιού είχαν ζωγραφιές από την αρχαία ή την επαναστατημένη Ελλάδα.

Η υπερηφάνεια του Δημήτριου ήταν μεγάλη για την καταγωγή του και έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν του πρότειναν -επειδή ήτανε γιος ναυάρχου- να τον φωνάζουν Θεμιστοκλή, όπως έλεγαν τον ξακουστό πρόγονό του, τον νικητή στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Όλες οι γαζέτες πλέον έγραφαν για τον «Θεμιστοκλή τον νεότερο» και μια ζωγράφος, φίλη της δούκισσας, ονόματι Αδέλα Ταρντιέ ζήτησε ευγενικά να φιλοτεχνήσει το πορτραίτο του.

Δεν είχε περάσει ούτε μήνας αφότου είχε τακτοποιηθεί στο νέο του σπίτι και τον ειδοποίησαν από το κομιτάτο να ετοιμασθεί διότι θα γινόταν μια γιορτή προς τιμήν του και έρανος για να συγκεντρωθούν χρήματα για τις ανάγκες του Αγώνα, γι’ αυτό αν επιθυμούσε θα μπορούσε να μιλήσει. Ο Θεμιστοκλής δέχτηκε με χαρά και το βράδυ, σαν αποσύρθηκε στην κάμαρα του, άνοιξε προσεκτικά το κασελάκι με τα πράγματα που είχε φέρει μαζί του από την πατρίδα. Μοσχοβόλησε ολόγυρα πάστρα, βασιλικό και μητρική φροντίδα, μα ένα σεκλέτι σούβλισε την καρδιά του σα μαχαίρι. Βράκα, ζωνάρι, ζιπούνι, δυο κάτασπρες πουκαμίσες, φέρμελη, κρεμεζή, τρία ζευγάρια μάλλινες πλεκτές κάλτσες και τα μάτια του πλημμύρισαν νοσταλγία και δάκρυα. Να μιλήσει λέει! Και βέβαια θα μιλούσε! Με τρεμάμενα χέρια ξετύλιγε ήδη το ρολό με το κιτρινισμένο χαρτί.

Όλες οι γαζέτες στο Παρίσι, τη Λυών, τη Μαρσίλια, το Στρασβούργο γέμισαν τις σελίδες τους με περιγραφές από τη «συγκινητικήν βραδιάν με τον νεαρόν Θεμιστοκλήν Βισβίζη, υιό φονευθέντος υπέρ της ελευθερίας ναυάρχου, που προκάλεσε ρίγη αναγιγνώσκοντας αντίγραφον της προκήρυξης του Αλέξανδρου Υψηλάντη, με την οποία κήρυττε την έναρξη της Επανάστασης καλώντας τους Έλληνες να ξεσηκωθούν και τους λαούς της πολιτισμένης Ευρώπης να συνδράμουν. Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος, διά την ελευθερίαν εις την κλασικὴν γην της Ελλάδος!» Δίχως να παραλείπουν να αναφέρουν ότι για την ενίσχυση του Αγώνα λιθογραφία της μαντάμ Ταρντιέ με την αντιπροσωπευτικά ωραία ελληνική μορφή του Θεμιστοκλή Βισβίζη κυκλοφόρησε σε χιλιάδες αντίτυπα σε όλη τη Γαλλία. Όλες γράψανε μα κάποιες όπως η Gazette de France (Η Εφημερίδα της Γαλλίας), η Journal des Debats (Η Εφημερίδα των Δημοσίων Συζητήσεων) και η La Quotidienne (Η Καθημερινή) είχαν αφιερώσει όλες τις σελίδες τους στην Ελληνική Επανάσταση και τα δεινά των αγωνιζομένων Ελλήνων.

Τις επόμενες ημέρες η δούκισσα δεν προλάβαινε να συστήνει τον Θεμιστοκλή σε όλους όσοι επισκέπτονταν το σαλόνι της αδημονώντας να τον γνωρίσουν από κοντά. Ο κομψότατος υποκόμης ντε Σατωμπριάν, ιδρυτής της εφημερίδας Le Conservateur (Ο Συντηρητικός), του μίλησε ανοιγοκλείνοντας αργά την χρυσή ταμπακιέρα του για το «Υπόμνημα περί της Ελλάδος», το οποίο θα ολοκλήρωνε σύντομα, ένα φλογερό «φιλελληνικό μανιφέστο», όπως το χαρακτήρισε, επιμένοντας να αποκαλούνται στο εξής «φιλέλληνες» όσοι προασπίζονται τα δίκαια των αγωνιζομένων Ελλήνων.

Ο νεαρός ζωγράφος Ευγένιος Ντελακρουά, ατημέλητος και με μπογιές στο λινό του πουκάμισο τον προσκάλεσε να επισκεφθεί το ατελιέ του για να δει τους δύο πίνακές που φιλοτεχνούσε πυρετωδώς και είχαν ως θέμα την «Καταστροφή της Χίου» και την «Ελλάδα επί των ερειπίων του Μεσολογγίου». Ο «σοφός Έλλην» Αδαμάντιος Κοραής, εγκαταστημένος πολλά χρόνια στο Παρίσι, νιώθοντας άβολα για τη φθαρμένη ρεντιγκότα του, τον επαίνεσε στη γλώσσα των λογίων για όσα, αν και τόσο νεαρός, έκαμνε για να βοηθήσει τον τόπο και τους δοκιμαζόμενους συμπατριώτες τους. Ο λογοτέχνης Βίκτωρ Ουγκώ, μπερδεύοντας από αμηχανία τα δάκτυλα του στην αλυσίδα του πικεδένιου γιλέκου του, θέλησε να του διαβάσει το προσχέδιο ποιήματός του με τον τίτλο «Το ελληνόπουλο». Όπως εξήγησε με πρωτόφαντη συστολή, το είχε πρωτογράψει συγκλονισμένος από τη φοβερή σφαγή των κατοίκων της Χίου από τους Τούρκους, μα το συμπλήρωσε εμπνεόμενος από την ελληνοπρεπή παρουσία του ιδίου του Θεμιστοκλή. Μάλιστα, μόλις το ολοκλήρωνε, θα φρόντιζε να το δημοσιεύσει στις παρισινές εφημερίδες για να παρακινήσει ακόμη πιο πολύ του συμπατριώτες του Γάλλους να στηρίξουν την ελληνική υπόθεση.

Τούρκοι διάβηκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.

Η Χίο, τ’ ολόμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,

με τα κρασιά, με τα δεντρά

τ' αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια

και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια

καθρέφτιζε μες στα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε απάνω εκεί στο βράχο,

στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο

κάθεται, σκύβει θλιβερά

το κεφαλάκι στήριγμα και σκέπη του απομένει

μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη

μέσ' την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες

για να μην κλαις λυπητερά, τ' ήθελες τάχα να ’χες

για να τα ιδώ τα θαλασσιά

ματάκια σου ν' αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι

και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι

με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω

για να τα πλέξης ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω

ριχτά στους ώμους σου πλατιά

μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη

και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη

και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;

Μήπως το κρίνο απ` το Ιράν, που του ματιού σου μοιάζει;

Μην ο καρπός απ' το δεντρί

που μέσ' στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,

κ' εν' άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει,

δεν σώνει μες' απ' τον ίσκιο του να βγει;

Μη το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύκτα μέρα

και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;

Τι θες κι απ' όλα τα αγαθά

τούτα; Πες. Το άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;

-«Διαβάτη»

μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι

«Βόλια, μπαρούτι θέλω!»

Ο καιρός κατηφόριζε, τα χρόνια βασίλευαν γρήγορα στην Εσπερία, και ο Θεμιστοκλής, το χαϊδεμένο ελληνόπουλο του Παρισιού, διάβαζε, μάθαινε, αδημονούσε για τα γράμματα της μητέρας του, αντρωνόταν. Στις 28 του Απρίλη του 1826 συνόδευσε αυτή τη φορά τη δούκισσα Ντ’ Αμπράντες μαζί με τη φίλη της μαντάμ Ρεκαμιέ σε συναυλία υπό τη διεύθυνση του Ιταλού μαέστρου Τζοακίνο Ροσίνι στο Vauxhall του Παρισιού με σκοπό την ενίσχυση της Επανάστασης του ’21. Όπως έγραφαν για μήνες μετά οι εφημερίδες, η συναυλία εκείνη υπήρξε το κοσμικότερο γεγονός της εποχής και μαζί με τη συγκέντρωση χρημάτων από την πώληση μιας αναμνηστικής «φιλελληνικής» βεντάλιας αποτέλεσαν κορυφαία στιγμή για τους κύκλους των Γάλλων φιλελλήνων. Όλες οι κυρίες της αριστοκρατίας όχι μόνο δε δίστασαν, μα αμιλλώμενη η μία την άλλη ανέβηκαν στη σκηνή και τραγούδησαν υπέρ των μαχητών στην Ελλάδα.

Το βράδυ ο Θεμιστοκλής έκαμε το σταυρό του, όπως κάθε φορά, γονάτισε για να προσευχηθεί και πριν πέσει να κοιμηθεί θέλησε να γράψει σε ένα δελτάριο στην πολυαγαπημένη του μητέρα Δόμνα κάποιες σκέψεις του: «Χωρίς τις γαζέτες μάνα δε θα τα καταφέρναμε. Χωρίς τους γαζετιέρηδες και τους “καλαμαράδες”, όπως τους ονοματίζουμε μειωτικά στον τόπο μας, πόσοι θα ήξευραν διά την υπόθεσιν μας και πόσοι θα τρέχανε να βοηθήσουν; Γιατί αυτούνοι γράφουνε - γράφουνε ολημερίς για την Ελλάδα και για τον Αγώνα μας. Για αυτό μόνον εχτίμηση και σέβας τους πρέπει. Σε ασπάζομαι και σε τιμώ, ο γιος σου Θεμιστοκλής».

* Το διήγημα αν και μυθοπλασία βασίζεται σε πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα. Σημειώνεται παρακάτω η ερμηνεία κάποιων όρων που ίσως δεν είναι οικείοι σε αναγνώστες. Ανάπλι: Ναύπλιο, Μαρσίλιες: Μασσαλία, φέρμελη: το γιλέκο της φουστανέλας, κρεμεζή: κόκκινο, γαζέτες: εφημερίδες, γαζετιέρηδες: εφημεριδογράφοι, δημοσιογράφοι

Το «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» του Σατωβριάνδου: “Note sur la Grėce”, δημοσιεύτηκε το 1825. Το ποίημα «Το Ελληνόπουλο» δημοσιεύτηκε από τον Βίκτωρα Ουγκώ το 1828 και αναφέρεται στην καταστροφή της Χίου από τους Οθωμανούς Τούρκους στις 30 Μαρτίου 1822.Μετάφραση στα ελληνικά: Κωστής Παλαμάς.



* Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 11.07.2021

Loader
ESPA