Πρωϊνός καφές με τον Γιώργο Κούδα (βίντεο)

Τον συναντήσαμε στη βιοτεχνία του και μαζί ξετυλίξαμε το κουβάρι της ζωής του. Που περιλαμβάνει σχεδόν μόνο Θεσσαλονίκη, πολλά πρόσωπα και δεκάδες μικρές ιστορίες...

Μια συνάντηση με τον σχεδόν 80χρονο Γιώργο Κούδα είναι κάτι σαν ένα τετ α τετ με την Ελλάδα των τελευταίων 60 χρόνων.

Τον συναντήσαμε στη βιοτεχνία του και μαζί ξετυλίξαμε το κουβάρι της ζωής του. Που περιλαμβάνει σχεδόν μόνο Θεσσαλονίκη, πολλά πρόσωπα και δεκάδες μικρές ιστορίες. Γιατί ο Κούδας θυμάται. Άγιος Παύλος, Γκιούλα Λόραντ, Μαρινέλα, Μητροπάνος, Μίκης Θεοδωράκης, Ιβάν Σαββίδης, Στέλιος Καζαντζίδης («το μεγάλο λάθος της ζωής μου που δεν τον
συνάντησα») και φυσικά πολύ ΠΑΟΚ, που αυτήν την εβδομάδα έχει την τιμητική του. 100 χρόνια από την ίδρυσή του και λίγες ώρες πριν το σημερινό τελικό του Κυπέλλου με τον ΟΦΗ.

Η ιστορία ζωής του Κούδα περιλαμβάνει και πολύ Μαρίζα Ευστρατίου που είναι ο ήρεμη δύναμη δίπλα του και η οποία μας υποδέχτηκε για τον «πρωινό καφέ». Κρατάμε αυτό που μας είπε ότι δε θέλει να χάσει. Την αγάπη του κόσμου. «Μια αποταμίευση δισεκατομμυρίων», όπως λέει και ο ίδιος.

koudas-proinos-kafes-1.jpg?v=0

Υπάρχει πρωινός καφές στη ζωή σας;

Ανέκαθεν. Και είναι ελληνικός, που τον έλεγα εγώ γιατί δεν ήθελα να ακούω τη λέξη τούρκικος που έπινε και ο πατέρας μου. Και μετά νες καφέ.

Τώρα;

Και τώρα συνεχίζω. Συνεχίζω με διάφορους καφέδες. Πίνω φρέντο εσπρέσο, γλυκό με λίγο γάλα, πίνω καπουτσίνο, ανάλογα με τον καιρό.

Αυτή τη στιγμή πίνουμε εσπρεσάκι και εγώ πίνω 
το καπουτσίνο. Στο ποδόσφαιρο όταν παίζατε;

Πάντα υπήρχε ο καφές. Πριν από το παιχνίδι, στο ξενοδοχείο, δηλαδή, έλεγα κάντε μου ένα οποιοδήποτε καφεδάκι. Γιατί ο καφές φέρνει λίγο τόνωση.

Και τσιγάρο είχε τότε πολύ.

Ε, καλά, εντάξει το τσιγάρο. Για να πω την αλήθεια, τουλάχιστον το 1975 που πήραμε το πρωτάθλημα, είχαμε προπονητή τον Γκιούλα Λόραντ, τον μεγάλο εκείνο προπονητή που είχε
περάσει και από τη Μπάγιερν. Έπαιρνα ένα πακέτο και από το πακέτο κάπνιζα τρία τσιγάρα. Όλα τα άλλα, ερχότανε με χτυπούσε το χέρι όποτε με έβλεπε και το πατούσε κάτω το τσιγάρο (γελάει).

koudas-paok-omada.jpg

Μια και το αναφέρατε: ήταν αυτή η καλύτερη ομάδα του ΠΑΟΚ; Αυτή του 1975;

Δεν μπορούμε να το πούμε αυτό. Δηλαδή για την ομάδα από το 1970 μέχρι το 1980. Εντάξει, μεγαλώνουν οι αθλητές, οι ποδοσφαιριστές, έρχονται καινούργια παιδιά, αλλά τουλάχιστον από το 1970 μέχρι το 1980 -και αργότερα φυσικά- δεν μπορείς να κάνεις σύγκριση με κάποια ομάδα.

Τουλάχιστον για μένα που μέχρι το 1984 που έπαιζα μπάλα και μετά σταμάτησα και την επόμενη χρονιά έγινα team manager στην ομάδα. Νομίζω ότι επειδή οι αρχές μου ήταν αυτές που ήταν, μέσα στα αποδυτήρια και μέσα στους αγώνες, πήραμε το
πρωτάθλημα. Πώς μπορείς να πεις ότι η προηγούμενη ομάδα ήταν καλύτερη από αυτή μετά που το πήρε και δεν ήταν του Κούδα;

Γεννηθήκατε στον Άγιο Παύλο το 1946.

Ναι, στον Άγιο Παύλο, αλλά φύγαμε πάρα πολύ νωρίς από εκεί γιατί με τον Εμφύλιο φοβήθηκε ο πατέρας μου και πήγαμε στην Ολυμπιάδος, στην παλιά πλατεία Λαχαναγοράς.

Ο μπαμπάς και η μαμά τι προσόντα σας δώσανε στη ζωή σας;

Ήτανε δύο διαφορετικά πρόσωπα και προσωπικότητες. Άλλο η μητέρα μου, άλλο ο πατέρας μου. Ο πατέρας μου ήταν λίγο οξύθυμος, λίγο πιο σκληρός. Στη μάνα μου έβλεπα την ηρεμία. Ξέρεις, από την μια πλευρά να πας στην άλλη είναι λιγάκι δύσκολο (γελάει). Αλλά ακολούθησα και τους δύο, άσχετα με τις
ιδιομορφίες που είχαν σαν χαρακτήρες. Πήρα και από τους δύο μπορώ να πω. Αλλά εκείνη που με γαλήνευε την ψυχή ήταν η μάνα μου.

Ήτανε και από την Ξάνθη.

Από τη Σταυρούπολη της Ξάνθης.

Ο Γιώργος Κούδας με την πρώτη του φανέλα στον ΠΑΟΚ
Ο Γιώργος Κούδας με την πρώτη του φανέλα στον ΠΑΟΚ

Δύσκολα χρόνια.

Πολύ δύσκολα χρόνια. Ήμασταν τρία παιδιά και είχαμε το μεροκάματο του σερβιτόρου από τον πατέρα μου. Να μαζεύει από 80 μέχρι 100 με 110 δραχμές μαζί με τα μπουρμπουάρ που λέγανε τότε και να έχεις τρία παιδιά με ενοίκια και με τέτοια ήταν πάρα πολύ δύσκολα. Έτσι εγώ άρχισα να δουλεύω από μικρό παιδί.

Και όταν λέω από μικρό παιδί, μετά το δημοτικό πήγαινα σε νυχτερινό γυμνάσιο και δούλευα στο ξενοδοχείο Αιγαίο του
τότε παράγοντα του ΠΑΟΚ, του Λάζαρου του Τσώμου, ο οποίος αργότερα έχει κάνει και το ξενοδοχείο Νεφέλη στο Πανόραμα.

Στο πρώτο παιχνίδι μου, έχω αρχίσει να παίζω το 1963, παίζουμε ένα παιχνίδι με τον Ολυμπιακό και κερδίζουμε και έχω βάλει ένα γκολ. Πηγαίνω την άλλη μέρα, Δευτέρα και δουλεύω στο ξενοδοχείο. 

Ήμουν τόσο εργατικός και παιδί ευαίσθητο που κουβαλούσα τις βαλίτσες ή πήγαινα στο μπαρ και έφτιαχνα καφέδες και πρωινά και στο τέλος για να γλιτώσουν και μια θέση με έκαναν βοηθό
ρεσεψιονίστ στο ξενοδοχείο.

Τη Δευτέρα που πάω στη δουλειά κάπου έχει πάει ο άλλος στη ρεσεψιόν και μένω εγώ στη θέση του. Και σε κάποια στιγμή κατεβαίνει ο Νίκος ο Σταυρίδης, του οποίου ο θίασος έμενε στο ξενοδοχείο, που ήταν γνωστός Ολυμπιακός.

Και έρχεται, με τραβάει έτσι, μου δίνει δυο νευρικά φιλάκια και μου λέει: «Εσύ χθες μας κέρδισες, μπράβο, έχω ακούσει πολλά. Και
καλά, τι κάνεις εδώ;» Λέω: «δουλεύω εδώ».

Δηλαδή, έπαιρνα αστέρια, όχι για μόνο για το ποδόσφαιρο. Και μετά το παιχνίδι έγινε το εξής: οι παράγοντες τότε μαζέψαν κάποια χρήματα και δώσανε στον καθένα μας ένα χιλιάρικο για το παιχνίδι που κερδίσαμε. Παίρνω το χιλιάρικο, πηγαίνω στο σπίτι, όπου ήταν ο πατέρας και του το δίνω. Με αρπάζει από εδώ και μου λέει: «τι είναι αυτό;» Λέω, «ρε μπαμπά -ήταν άσχετος από
ποδόσφαιρο, χθες κερδίσαμε και μας δώσανε ένα χιλιάρικο». Δεν με πίστεψε. Καταλαβαίνετε τώρα. ο πατέρας μου δούλευε σε ένα από τα δύο καλύτερα εστιατόρια τότε. Στο Στρατή και το Όλυμπος Νάουσα, όπου πήγαιναν οι πιο πλούσιοι.

Έλα, όμως που για καλή μου τύχη πήγε εκεί ο Γιώργος Παπαργύρης που ήταν τότε διευθυντής στην Εθνική Τράπεζα για να φάει. Σε κάποια στιγμή λέει: «Ρε μπάρμπα Γιάννη», που ήταν ο
πατέρας μου, «σε βλέπω σήμερα και είσαι ωραίος, ντυμένος, σινιαρισμένος. Τί έγινε;» «Τι να σου πω, κύριε Γιώργο» του λέει ο πατέρας μου. «Ήρθε το παιδί, ο Γιώργος και μου έφερε ένα χιλιάρικο». «Το έφερε όλο το χιλιάρικο στο σπίτι;», του λέει ο
Παπαργύρης έκπληκτος. Εγώ το έκανα γιατί έβλεπα πόσο δυσκολευόταν στο σπίτι. Με δύο αδέρφια: ένα μεγαλύτερο αδερφό, χωρίς μυαλό και μια μικρούλα αδερφούλα.

koudas-neos.jpg

Είναι αλήθεια ότι στην παλιά τη Λαχαναγορά και στα μάρμαρα του Διοικητηρίου παίξατε την πρώτη μπάλα;

Στην παλιά Λαχαναγορά στην πλατεία παίζαμε όντως. Εγώ πήγαινα και στο Συντριβάνι από 12 χρονών παιδί, που ήταν παλιά το γήπεδο του ΠΑΟΚ και έλεγα: «Θείο, βάλε με» και περνούσαμε κάτω από το τουρνικέ για να δω στο Συντριβάνι
τον ΠΑΟΚ. Και μάλιστα ήμουνα σε κάποια πράγματα και θρασύς και πήγα μια φορά και είπα στον περίφημο Νικηφόρο Τσαρπανά: «Δώσε μου μια μπάλα λίγο να παίξω».

Και ευχαριστώ τον Γιώργο τον Λυσσαρίδη που μετά από επιθυμία μου του έκανε μια προτομή δίπλα στο γήπεδο. Γιατί εγώ τιμώ και τον τελευταίο άνθρωπο που πρόσφερε για τον ΠΑΟΚ. Αυτός είναι ο ΠΑΟΚ για μένα. Ο απλός άνθρωπος και ο αγνός φίλαθλος, ο οποιοδήποτε.

Ναι, αυτός που έπαιρνε εκείνα τα χρόνια και έβαζε στα πλυντήρια τις φανέλες και τα σωβρακάκια και τις κάλτσες και μας τα είχε την άλλη μέρα έτοιμα για να κάνουμε είτε προπόνηση είτε για τις αγώνες.

koudas100.jpg?v=0

Ένας αυστριακός προπονητής του ΠΑΟΚ σας ανακάλυψε, σωστά;

Πρώτα να σας πω για την πλατεία της παλιάς Λαχαναγοράς. Εκεί παίζαμε όταν σχολούσε η Λαχαναγορά και έτσι είχαμε κόσμο που έβλεπε. Ένας από αυτούς, ο κύριος Μιχάλης (ξεχνάω το επίθετό του) με πιάνει μια μέρα όταν έπαιζα, με τραβάει στην άκρη και μου λέει: «Έλα, εδώ. Θες να πας να παίξεις κάπου;» Λέω: «Που να πάω;» «Θα σε πάω στον ΠΑΟΚ», μου λέει. Τότε κατασκευάζεται το γήπεδο του ΠΑΟΚ και η ιστορία διαδραματίζεται όταν έμπαιναν τα θεμέλιά του.

Υπήρχε ένας χώρος προς την Αγία Βαρβάρα, ένα χωμάτινο γηπεδάκι και έκανε τις επιλογές του. Πλήρωσα, λοιπόν, το εισιτήριο που ήταν μια δραχμή τότε και πήγα στην Τούμπα. Ο Βίλι Σέφσκι λεγόταν αυτός που είχε βγάλει και τον Λέανδρο και τον Γιακουμή και τον Χαβανίδη. Και με δοκιμάζει. Με τη θρασύτητα αυτή που είχα, γιατί θράσος ήτανε, έκανα τις δοκιμές.

Και έβλεπα τα άλλα τα παιδιά πως κοντρολάριζαν την μπάλα.
Έρχεται η σειρά μου, μου πετάει την μπάλα, την σταματάω, την γυρίζω πάλι πίσω. Μου κάνει ότι θα την πετάξει δυνατά την μπάλα, μου την πετάει μπροστά, ένα βήμα και την σταματάω.

Μια θρασύτητα την είχα. Με κάνει μετά ότι θα την πετάξει την μπάλα, μου την πετάει ψηλά, τη σταματάω με το στήθος, του την επιστρέφω. Κάνει ένα γέλιο και ο διερμηνέας του Σέφσκι, που ήταν τότε ο προπονητής των Ακαδημιών, με βγάζει στην
άκρη και αρχίζει η διαδικασία. Ο Βασίλης ο Σιδηρόπουλος ήτανε ο άνθρωπος στα γραφεία.

Φωνάζει έναν φωτογράφο από την Αγία Φωτεινή, φέρνει ένα τρίποδο, μου βγάζει μια φωτογραφούλα και μου λέει: «Σπάσε μια υπογραφούλα».

Σπάσε;

Ναι, αυτά ήταν τα κωνσταντινοπολίτικα (γελάει), δηλαδή, το σπάσε μια υπογραφούλα, βάλε μια υπογραφή. Και εκείνο ήταν το δελτίο μου.

koudas-prwinos-kafes-13-d3wz8.jfif?v=0

Το ξεκίνημα, δηλαδή. 195…

1958, δηλαδή το γήπεδο τότε γινότανε. 

Ήσασταν δώδεκα ετών.

Ναι, δώδεκα ετών. Το 1959 που έγινε το πρώτο παιχνίδι και ήταν τα εγκαίνια του γηπέδου με το αεροπλάνο που πέρασε και με τον Καραμανλή που ήρθε στο παιχνίδι ΠΑΟΚ-ΑΕΚ, εγώ ήμουνα «ball
boy» Ή αργότερα το λέγανε το «ούζο δώδεκα». 

Ξεκινήσατε ως δεξί εξτρέμ και γίνατε μετά επιτελικός χαφ, δεκάρι δηλαδή.

Εντάξει, έπαιξα δεκαεφτά χρονών, 22 Δεκεμβρίου, το πρώτο μου παιχνίδι στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Αλλά αυτό είχε συμβεί γιατί παίξαμε πέντε παιδιά από την εφηβική και από την β' ομάδα, γιατί ο Λάζαρος ο Τσώμος σε ένα παιχνίδι Ολυμπιακός ΠΑΟΚ στην Φιλαδέλφεια, που ο Σημαντίρης είχε αποκρούσει με το χέρι μέσα από την εστία και ένας Αιγύπτιος διαιτητής, δεν είχε δώσει τίποτα, πήρε την ομάδα και έφυγε από το παιχνίδι. Τιμωρείται με τρεις αγωνιστικές και πέντε ποδοσφαιριστές με τιμωρία. Και έτσι παίξαμε οι πέντε μικροί.

Δικαιώθηκε μεν τάχα δήθεν ο ΠΑΟΚ να παίξει τρία παιχνίδια στη Σμύρνη και παίξαμε αυτά τα πέντε παιδιά. Δηλαδή, από τη β' ομάδα και την εφηβική.

Το ιστορικό κλικ του Μιχάλη Παππού στη Θεσσαλονίκη του 1973 και στον αγώνα ΠΑΟΚ-Παναθηναϊκού με τον Άνθιμο Καψή να ανατρέπει τον Γιώργο Κούδα και να τον κρατάει από τη φανέλα
Το ιστορικό κλικ του Μιχάλη Παππού στη Θεσσαλονίκη του 1973 και στον αγώνα ΠΑΟΚ-Παναθηναϊκού με τον Άνθιμο Καψή να ανατρέπει τον Γιώργο Κούδα και να τον κρατάει από τη φανέλα

Παρ' όλα αυτά άλλο δεξί εξτρέμ, αλλά 10άρι.

Για να μπει κανείς στην ομάδα πρέπει να πάρει και ένα νούμερο φανέλας. Εκείνα τα χρόνια φορούσε το 7 ο Λεάνδρος ο Συμεωνίδης. Μου δίνει εμένα το 7 και παίρνει αυτός το 11, εξτρέμ. Δηλαδή, ήταν δεξιός και αριστερός εξτρεμ. Από αυτόν -γιατί
θέλω να είμαι υπερήφανος για αυτό- πήρα αργότερα και το περιβραχιόνιο. Από τον Λέανδρο Συμεωνίδη.

Ποιο καλά αισθανόσασταν να παίζετε κεντρικά;

Αυτό πιστεύω ότι το είδαν οι προπονητές και βελτιώνοντας εκείνα τα χρόνια το ποδόσφαιρο δημιουργήθηκε το δεκάρι. Ο παίκτης, ο οποίος είναι ο συντονιστής μέσα στο γήπεδο.

Ποιο είναι το πιο καλό δεκάρι όλων των εποχών;

Κοιτάξτε, δεν μπορώ να κατατάξω τα δεκάρια, γιατί και ο Κρόιφ δεν φορούσε το 10, αλλά το 14 (γελάει). Και ο Ρονάλντο και ο Μαραντόνα. Εγώ είχα πρότυπο, γιατί εκείνον έβλεπα τα χρόνια στα «Επίκαιρα» που δείχνανε στον κινηματογράφο κάποια παιχνίδια, αλλά και επειδή αργότερα διάβασα και την ιστορία του, τον Πελέ. Δηλαδή, τι να πεις τώρα; Είτε φοράει τη φανέλα έξι, εφτά, πέντε, τέσσερα, μηδέν.

koudas-prwinos-kafes-5.jfif?v=0

Αντίστοιχος Πελέ βγαίνει σήμερα;

Δεν βγαίνει, το μότο μου είναι αυτό. Δεν υπάρχει καλούπι, ούτε Χατζηπαναγής, ας βάλω και το όνομά μου, ούτε Κρόιφ, ούτε Μαραντόνα. Δηλαδή, σπάει το καλούπι και δεν βγαίνει από αυτά τα ονόματα. Κάθε εποχή έχει και το δικό της, αλλά και το κάθε ταλέντο έχει κάτι διαφορετικό από το άλλον. Σε κάτι υστερεί ο άλλος. Εγώ υστερούσα, επειδή είχα και τους συμπαίχτες μου να τρέχουν, τον Τερζανίδη και τον Σαράφη…

…στο αμυντικό κομμάτι…

Ακριβώς. Έλεγα εγώ θα αράξω λίγο για να κάνω εκείνο που πρέπει για μπροστά.

Ένα παιχνίδι που σας έχει μείνει αξέχαστο ποιο ήτανε;

Πολλά παιχνίδια. Και έχω κάνει και άσχημα παιχνίδια και πολλά παιχνίδια. Αλλά, από το 1963 που ξεκίνησα να παίζω -και μπορούσα να καταστραφώ λόγω του πατέρα μου εκείνα τα δύο
τα χρόνια- και από το 1968 που γύρισα και η ομάδα είχε αρχίσει πλέον να παίρνει άλλη μορφή, σίγουρα το πιο σημαντικό ήταν το πρώτο κύπελο που σήκωσα το 1972.

koudas-toympa-paok-1973.jpg?v=0

Γνωρίσατε πολλά δημόσια πρόσωπα στη ζωή σας. Ένα από αυτά ήταν και η Μαρινέλα.

Της είχα μια αδυναμία και μου είχε αδυναμία γιατί την γνώρισα από 16 χρονών. Την γνώρισα μια μέρα σε μια τυχαία συνάντηση. Κυριακή Παπαδοπούλου ήταν το όνομά της Τότε το 1972 είχαμε πάρει το κύπελο και είπα να πάω να γλεντήσω. Τραγουδούσε τότε στην Συγγρού κοντά στον Ιππόδρομο σε ένα μαγαζί. Κάνω ένα καλάθι με γαρδένιες και πηγαίνω και το αφήνω στο καμαρίνι της. Ήμουν γνωστός, ήξερα και πολλούς ανθρώπους γιατί ήμουν και μποέμης και πήγαινα στα μπουζούκια εκείνα τα χρόνια. Η Μαρινέλα είχε τη συνέχεια βγαίνοντας στην πίστα να καλησπερίζει τον κόσμο. Εγώ είχα καθίσει σε ένα τραπέζι με κάποιους φίλους στη γωνία και φτάνοντας σε μένα κατεβάζει το μικρόφωνο και λέει «Π…εσύ τα έστειλες στα λουλούδια» (γελάει).

Και μετά πήγα στο καμαρίνι και μιλήσαμε. Λέω: «Εγώ δεν ξεχνάω γιατί άλλοι σε ξέρουν ως Μαρινέλα, εγώ σε ξέρω ως Κική Παπαδοπούλου».

Γενικά μετανιώσατε που δεν πήγατε έξω να παίξετε μπάλα;

Να μετανιώσω γιατί πράγμα;

koudas-proinos-kafes-7.jpg?v=0

Γιατί δεν πήγατε σε μία ομάδα στο εξωτερικό. Ο Κρόιφ σας το είχε προτείνει.

Παίξαμε με τον Άγιαξ και μετά από ένα χρόνο πήγε στη Μπαρτσελόνα και έτυχε να παίξουμε μαζί. Μέχρι τον πεθερό του που ήταν ο μάνατζερ έβαλε για να πω στην Εσπανιόλ. Γιατί είπα στον Κρόιφ: «Καλά, να έρθω, να κάθομαι στον πάγκο, αν
τραυματιστείς εσύ, αν τιμωρηθείς εσύ και να περιμένω να παίξω εγώ; Εγώ αγαπάω το ποδόσφαιρο. Το χρήμα δεν το αγαπάω (γελάει)».

Αυτό του είπα. Δηλαδή, ήθελα να παίζω.

Στην Εσπανιόλ θα παίζατε σίγουρα.

Κοίταξε, να δεις. Αγαπούσα αυτή την ομάδα.

Το χρήμα;

Το χρήμα δεν με διέφθειρε εκείνα τα χρόνια. Ό,τι άξιζα έπρεπε να πάρω.

Το διαχειριστήκατε καλά το χρήμα σε όλη σας τη ζωή σας;

Εντάξει, δεν ήμουνα και ο σπάταλος. Εννοώ, δηλαδή, ότι δεν είναι σπατάλη αυτό που γουστάρω μέχρι σήμερα: να είμαι κομψός, να είμαι ωραίος. 

koudas-prwinos-kafes-3.jfif?v=0

Αλλά δεν είστε του ακριβού.

Κοίταξε να δεις. Εκείνα τα χρόνια με φωνάζει ο Ιορδανίδης, που έκτισε το Queen Olga που μέναμε και εκεί και είχε χτίσει και την οικοδομή δίπλα. Είχα πάρει το πρώτο σπίτι το 1980, μετά πήρα και το δεύτερο σπίτι στο Πανόραμα που το χτίζει ο Βασίλης Σαρηγιαννίδης. Με ξέρανε όλοι πως ήμουνα. Δηλαδή, μου έλεγε κάποιος «δώσε μουδέκα χιλιάρικα, δώσε μου πέντε». Και ήμουνα έτσι. Και κάποιοι άνθρωποι μου λέγανε «κάνε κάτι για το μέλλον». Έκανα δύο επενδύσεις και όταν σταμάτησα το ποδόσφαιρο το 1986, ξεκίνησα αυτή τη βιοτεχνία. Δηλαδή, εντάξει, μου άρεζε η ωραία ζωή, αλλά είχα και ορισμένες αρχές.

Οι αρχές ήταν και αριστερές.

Θα σου πω τι είπα μια μέρα στον πατέρα μου.

Που ήταν αριστερός.

Ήταν αριστερός, συνδικαλιστής, πρόεδρος και αντιπρόεδρος στους σερβιτόρους. Και κάποια χρόνια όταν είχα αρχίσει και ψήφιζα του λέω: «Ρε πατέρα, έχει τόσα χρόνια που βγαίνει ο Φλωράκης, βγαίνει η Παπαρήγα και λένε θα παλέψουμε για
τον λαό. Αυτός ο λαός γιατί δεν ψηφίζει και όλο παίρνει τρία, πέντε, εφτά τοις εκατό; Τι να παλέψουμε. Αν παλεύουμε, παλεύουμε, παλεύουμε, δεν θα ήμουν εγώ ποδοσφαιριστής, θα έπρεπε να γίνω παλαιστής. Πόσο άλλο να παλέψουμε;».

Δηλαδή, είχα και το θράσος να λέω κάποια πράγματα και στον μπάρμπα Γιάννη. «Ναι, κοίταξε να δεις, παιδάκι μου. Εντάξει», λέει. Λέω: «Ρε πατέρα, εγώ είμαι αριστερός γιατί αριστερά την
έχω την καρδιά. Αγαπάω όμως αυτά τα πράγματα. 

Τον Φλωράκη τον γνωρίσατε;

Θα σας πω μια ιστορία. Ένας ο οποίος ήξερε ότι ο πατέρας μου είναι αριστερός ήταν ο Κώστας ο Λεβέντης.

koudas-proinos-kafes-5.jpg?v=0

Ο βουλευτής του ΚΚΕ.

Εντάξει και βουλευτής έκανε και στην Αριστερά ήταν. Φίλος μου, συμπαίχτης μου, έπαιξε στον ΠΑΟΚ και μετά στην Παναχαϊκή. Με φωνάζει μια μέρα και μου λέει: «Έλα, μιλάει ο Φλωράκης». 

«Άσε, ρε Κώστα, αφού ξέρεις. Ο πατέρας μου ήταν, αλλά εγώ δεν είμαι έτσι αυτός ο άνθρωπος», του λέω. Λέει: «Όχι ρε, δε θέλω να πάμε, αλλά θέλει να σε δει κάποιος».

Λέω: «Ποιος είναι αυτός, Κώστα που θέλει να με δει; Τον έχω ξαναδεί;».

«Όχι,» λέει, «δεν τον έχεις ξαναδεί και σε αγαπάει».

Λέω «ποιος είναι αυτός που με αγαπάει;».

Ποιος ήταν; Ο Μίκης Θεοδωράκης;

Ήτανε μαζί με τον Φλωράκη πίσω. Και με έσπρωχνε ο Λεβέντης. Τον γνωρίζω, ο Θεοδωράκης με αγκαλιάζει. «Ακούω τα καλύτερα
λόγια και ο πατέρας ήταν αγωνιστής», μου λέει και με σπρώχνει.

Λέω: «Δεν βγαίνω στο μπαλκόνι, Λεβέντη, ό,τι και να κάνεις. Εγώ είμαι του πίσω».

Εκεί, λοιπόν, γνώρισα τον Θεοδωράκη. Ξέρεις, συγκλονιστικά πράγματα για εκείνη την εποχή.

Πότε ήταν αυτό;

Πρέπει να ήτανε κάπου το ‘80.

Στην πολιτική σας προτείνανε ποτέ να μπείτε;

Οοοο, πολλές φορές.

Αλλά δεν μπήκατε.

Ο άλλος έδινε ένα εκατομμύριο, ο άλλος έδινε πεντακόσια χιλιάδες, ο άλλος διακόσιες χιλιάδες.

koudas-1.jpg?v=0

Για τα προεκλογικά εννοείτε;

Ε, ναι. Εδώ λέω καμιά φορά, ότι όταν αγαπάς κάτι, πως μπορείς να το στηρίξεις και να το υποστηρίξεις;

Με φωνάζει ο Σαββίδης, το ‘19 ήτανε, και μου λέει: «Σε παρακαλώ πάρα πολύ. Γιώργος Ορφανός και Τζιτζικώστας, για δήμο και
περιφέρεια».

Λέω: «Ρε πρόεδρε, δεν ανακατεύομαι με την πολιτική».

«Εντάξει, δεν ανακατεύεσαι με την πολιτική, αλλά θέλω να λύσουμε ένα πρόβλημα», μου λέει.

Λέω: «Ποιο είναι αυτό το πρόβλημα;» Μου εξήγησε ότι ο δήμος και η περιφέρεια και το υπουργείο Εθνικής Αμύνης έχουν κομμάτια πίσω από το γήπεδο, ότι ο ίδιος θέλει να γίνει η νέα Τούμπα και ότι πρέπει να βοηθήσω.

Και λέω: «Κοίταξε να δείς. Με τον Κώστα και τον Γιώργο τον Ορφανό είμαστε απ' τις Συκιές, γνωριζόμαστε τόσα χρόνια και ο ένας είναι συμπαίκτης μου».

Και έτσι έβαλα με τον Γιώργο τον Ορφανό υποψηφιότητα για το δημοτικό συμβούλιο και βγήκα δεύτερος μετά από τον Βασίλη τον Γάκη που ήταν με τον Ταχιάο και εγώ πήγα με τον Ορφανό και βγήκε ο Ζέρβας εν τέλει.

Αυτή ήταν η εμπλοκή μου στην πολιτική.

O Γιώργος Κούδας με το Γιώργο Ορφανό
O Γιώργος Κούδας με το Γιώργο Ορφανό

Τι λέτε σήμερα για την πολιτική; Πως την βλέπετε τώρα όλη αυτήν την κουβέντα που γίνεται για τα σκάνδαλα και τα ρουσφέτια. Η Ελλάδα πως είναι;

Ξέρεις και τότε υπήρχαν σκάνδαλα. Δηλαδή, να φανταστείς ότι σε κάτι περιπτώσεις το να ξέρουν ποιος είσαι και να σε πλησιάζει και να σου λέει ο άλλος: «πάρε 200 χιλιάρικα και πες ότι πονάς ή πες
αυτό ή να μην παίξεις».

Ερχόταν, δηλαδή, η μαφία τότε να σε δωροδοκήσει και ακουγόντουσαν πολλά, πάρα πολλά. Το ίδιο πράγμα συμβαίνει και σήμερα με την πολιτική.

Βία στο ποδόσφαιρο. Έχει δημιουργηθεί και μια αντιπαλότητα μεταξύ του βορρά και του νότου, οι ομάδες.

Είχε δημιουργηθεί από παλιά, αλλά δεν έχουν πάψει τα κακά στοιχεία. Υπάρχουν αυτοί που είναι δέκα, εκατό μπορεί να είναι μέχρι χίλιοι. Αυτοί είναι που πληγώνουν αυτή τη στιγμή το 
ποδόσφαιρο.

Η πολιτεία πρέπει να κάνει κάτι για να το αντιμετωπίσει;

Πρέπει κάποτε να γίνει μια αρχή. Δηλαδή, δεν μπορεί να σκοτώνονται φίλαθλοι ή και αστυνομικοί. Πρέπει να μπουν κάποιοι νόμοι και όχι να δικάζονται μετά από 15 και 20 χρόνια. Να γίνει μια τιμωρία διαφορετική για μένα.

Με τον Ιβάν Σαββίδη σε μια από τις πρώτες τους συναντήσεις
Με τον Ιβάν Σαββίδη σε μια από τις πρώτες τους συναντήσεις

Ιβάν Σαββίδης;

Δεν υπάρχουν λόγια να πω. Η συνεργασία μαζί του είναι καλή.

Φαντάζομαι του λέτε πράματα που δεν ακούει από άλλους.

Τώρα έχουμε αρκετό καιρό να βρεθούμε τετ α τετ. Εγώ δε θέλω να προβληθώ, κάθομαι τετ α τετ μαζί του και μιλάω. Αυτό το έχω συνηθίσει πια και γίνεται εδώ και πέντε χρόνια.

Το κάδρο αυτό κοσμεί τη βιβλιοθήκη στο γραφείο του. Και η φράση είναι ενδεικτική
Το κάδρο αυτό κοσμεί τη βιβλιοθήκη στο γραφείο του. Και η φράση είναι ενδεικτική

Για το τέλος να πούμε και δύο τρία πράγματα πιο προσωπικά για τον Γιώργο Κούδα. Δύο γυναίκες στη ζωή σας και δύο γάμοι μάλλον. 

Δύο γυναίκες.

Μαρί Μπονέ και Μαρίζα Ευστρατίου. Χωρίς παιδιά όμως.

Κοίταξε να δεις. Γιατί βλέπω σήμερα χωρίζουν πολύ συχνά, αλλά πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος. Όταν έχεις μια γυναίκα χρυσάφι όπως έχω αυτή τη στιγμή, με την οποία είμαστε από το ‘79 που γνωριστήκαμε και το ‘82 παντρευτήκαμε, όλα πάνε καλά. Γιατί έκανα ένα τεστ όλα αυτά τα χρόνια να δω το χαρακτήρα της και να δω αν ταιριάζω μαζί της. Με την προηγούμενη…

…Δεν ταιριάξατε.

Δεν είναι ότι δεν ταιριάξαμε. Όταν είσαι με τον Γιώργο τον Κούδα που είναι εκείνα τα χρόνια, δηλαδή που γύρισε στη Θεσσαλονίκη και γινόταν ο χαμός, δεν μπορεί να πηγαίνεις σε ένα μαγαζί και
να ψωνίζεις. Πες μου να σου δώσω χρήματα να πας να ψωνίσεις. Αντ’ αυτού με έπαιρνε ο Θανάσης ο Πασχάλης, ο μπασκετμπολίστας και μου έλεγε: «Ρε Γιώργο, ήρθε η γυναίκα σου και ψώνισε δέκα χιλιάρικα». Και λέω «τι;» Δηλαδή μία, δύο, τρεις.
Καταλαβαίνεις ότι δεν σε αντιπροσωπεύει με αξιοπρέπεια.

koudas-now.jpg?v=0

Με τη σημερινή σας σύζυγο όλα πήγαν καλά.

Όχι, απλά τα πήγαμε καλά. Είμαστε πολύ καλά. Και να ξέρετε δεν έχω μία γυναίκα στο σπίτι, έχω δύο. Η αδελφή της ατύχησε, δεν παντρεύτηκε και ζούμε μαζί. Είναι, δηλαδή, το ένα διαμάντι δίπλα
στο άλλο.

Τι χρειάζεται για έναν καλό γάμο;

Η εμπιστοσύνη, η κατανόηση, με όλα τα προτερήματα που έχω εγώ. Γιατί είδα τις κακές μου στιγμές (γελάει). Δηλαδή, να πρέπει να κάνεις και συμβιβασμούς.

Ποια είναι η φράση ζωής που ακολουθείτε; Ποιο είναι το μότο ζωής του Γιώργου Κούδα;

Να έχουμε υγεία και να μην φύγει μέσα από την καρδιά μου η αγάπη αυτή που έχω. Είτε λέγεται ΠΑΟΚ, είτε λέγεται Μαρίζα είτε λέγεται Ρούλα, εγώ αυτό έχω. Τι να έχω άλλο στη ζωή μου; Αυτό
λέω καμιά φορά σε συνεντεύξεις. Μου λένε τι έχεις τώρα; Τι να έχω; Έχω μια αποταμίευση εκατομμυρίων ή δισεκατομμυρίων, αν μπορώ να πω. Και ποια είναι αυτή; Η αγάπη του κόσμου. Δηλαδή, δεν υπάρχει μεγαλύτερη αποταμίευση από τα να έχεις αυτή την εκτίμηση.

Το αγαπημένο τραγούδι υπάρχει; Είναι το «πότε Βούδας πότε Κούδας;

(Γελάει). Καλά αυτό δεν είναι το θέμα.

Έχω ακούσει ότι τα παλιά τα χρόνια ακούγατε από Beatles μέχρι Τσιτσάνη και Θεοδωράκη.

Τα παλιά χρόνια. Ένα λάθος έχω κάνει στη ζωή μου που ποτέ δεν θα συγχωρήσω στον Γιώργο.

koudas-proinos-kafes-7.jpg?v=0

Ποιο είναι αυτό;

Όταν το ’86 έκανα τη βιοτεχνία και μέχρι το ‘90 με ‘92 είχα με όλους καλή σχέση. Τι Καψής, τι Βλάχος τι Δεληκάρης. Κατέβαινα κάτω στην Αθήνα για να γνωρίσει ο κόσμος τη βιοτεχνία, το
Scherzo, να μάθουν ότι είναι ο Γιώργος ο Kούδας, ότι βγάζει αυτά τα πράγματα.

Με έπαιρνε τηλέφωνο ο Μίμης Παπαϊωάννου και μου έλεγε: «Σε παρακαλώ πάρα πολύ. Έλα, θέλει να σε γνωρίσει από κοντά ο Καζαντζίδης», που ήταν στον Άγιο Κωνσταντίνο.

Εγώ με τις δουλειές τότε που είχα και για να στήσω όλο αυτό το πράγμα τού έλεγα: «Ναι, ρε Μίμη, την άλλη φορά που θα κατέβω θα πάμε».

Ε, δεν πήγα και δε συγχωρώ γι’ αυτό τον εαυτό μου.

Γνώρισα τον Θεοδωράκη, την Μαρινέλα, δεν υπάρχει τραγουδιστής που να μην γνώρισα.

Να σου πω ένα περιστατικό κάπου το ‘65. Μια μέρα με παίρνουν κάτι οι φίλοι και μου λένε: «Έλα, ρε Γιώργο, βγαίνουν δύο καλοί
τραγουδιστές και τραγουδάνε κάπου σε ένα στενό
στη Συγγρού». Και πηγαίνουμε εκεί πέρα και τραγουδάει ο Μητροπάνος και ο Ζαμπέτας.

Εγώ πήγαινα στα μπουζούκια, αλλά δεν ήξερα ότι ήταν και αυτά. Σε κάποια στιγμή ένας βλάκας όπως κάθεται πάνω στο πάλκο ο Μητροπάνος και έχει το πόδι του έτσι, πετάει το τραπέζι και πάει και χτυπάει στο κουτουπιέ τον Μητροπάνο.

Σηκώνουμε επάνω, ο Ζαμπέτας μου λέει: «Πού πας;». Πηγαίνω κατευθείαν πίσω στα καμαρίνια και ζητάω μια πετσέτα με πάγο. Και πάω και την βάζω επάνω στο πόδι του. Ο Μητροπάνος φώναζε, εγώ το πατούσα, γιατί εντάξει κομπογιαννίτης
γιατρός είμαι, από το ποδόσφαιρο ήξερα κάποια πράγματα. Σε κάποια στιγμή μου λέει και αυτός.

«Ρε, εσύ είσαι;» Γιατί εκείνο τον καιρό κάθε μέρα οι εφημερίδες έγραφαν για τον Ολυμπιακό και ο Μητροπάνος ήταν Ολυμπιακός.

Λέω: «Δημήτρη, πήγαινε τώρα σε ένα εφημερεύον, βγάλε μια
ακτινογραφία, να δεις αν έχεις κανένα κάταγμα».

Αυτά για τον Μητροπάνο, με τον οποίο πηγαίναμε μαζί στην παλιά γειτονιά του Τάκη του Πανελούδη.

Τσουρτσούρ το λέγαμε. Όπως ανεβαίνεις από την Ολυμπιάδος και πηγαίνεις για την παλιά πόλη. Εκεί υπήρχε ένας καφενές και πηγαίναμε και έφερνε και το Ζαμπέτα. Ο Μητροπάνος ερχόταν και μιλούσαμε. Ήταν Ολυμπιακάκιας, αλλά είχαμε μια πολύ καλή σχέση.

koudas.jpg?v=0

Τι κάνει ο Γιώργος ο Κούδας σήμερα; Με τι ασχολείται;

Περιμένω να κλείσω αυτή τη βιοτεχνία και να ησυχάσω λίγο από τα προβλήματα. Γιατί στην Ελλάδα για να κλείσεις κάτι ή για να ανοίξεις κάτι είναι δύσκολο. Θέλω να χαρώ το υπόλοιπο της 
ζωής μου με τους ανθρώπους που έχω, με αυτό που αγαπάω, δηλαδή τον ΠΑΟΚ.

Το Σάββατο πως θα είναι το ματς με τον ΌΦΗ;

Ο τελικός; Το Σάββατο πιστεύω ότι θα γίνει ένα ωραίο παιχνίδι. Γιατί και οι δύο ομάδες είναι αντάξιες από τη στιγμή που φτάσανε σε αυτό το επίπεδο. Και χαίρομαι γιατί πια μικρές ομάδες και μεγάλες δεν υπάρχουν, η Κρήτη έχει φτιάξει καλές ομάδες. Και εδώ είναι που πρέπει να αναφέρεις και κάποια
ονόματα. Έγινε ομάδα καλή και πρόσεξε τις Ακαδημίες ο Γκέραρντ στον ΟΦΗ.

Τελευταίο ερώτημα το φετινό Champions League. Ποιος θα το πάρει; Είναι Μπάγερν, Παρί, Άρσεναλ και Ατλέτικο.

Να σου πω με τις συμπάθειες μου που ήταν η Μπαρτσελόνα. Από αυτές τις ομάδες αυτή που χαίρομαι και παίζει ένα ποδόσφαιρο που είναι περίπου ίδιο γιατί ήταν προπονητής και στην Μπαρτσελόνα, ποιος είναι;

Ο της Μπάγιερν; Ή της Παρί;

Ο Λουίς Ενρίκε της Παρί. Χαίρομαι για τις άλλες ομάδες, αλλά αυτή τη στιγμή παίζει αυτό το ποδόσφαιρο που μοιάζει με την Μπαρτσελόνα.

Για το τέλος μια ευχή για τα 100 χρόνια του ΠΑΟΚ, που  γιορτάζονται αυτές τις ημέρες. Ποια θα ήταν;

Μια ευχή είναι να έχουμε υγεία. Και να έχει υγεία αυτός ο μεγάλος άνθρωπος, που λέγεται Ιβάν Σαββίδης. Γιατί είναι άνθρωπος με Α κεφαλαίο και Μεγάλο. Να μείνει στον ΠΑΟΚ και να κάνει το γήπεδο και να μπορέσω -μακάρι να ζω- να πατήσω το πόδι μου στη νέα Τούμπα. Τα 100 χρόνια να γίνουν 200 και να μείνουν στην αιωνιότητα. Πιστεύω μέχρι τότε να μην έχει αλλάξει ο κόσμος, γιατί κάθε μέρα αλλάζει και κάτι, αλλά ο ΠΑΟΚ θα μείνει αιώνιος.

Loader
ESPA