Πρόωρη αποπληρωμή δανείων: Μία άλλη θεώρηση. Του Αργύρη Αργυριάδη

Το γεγονός ότι αποπληρώνουμε πρόωρα κάποια δάνεια δεν σημαίνει ότι δεν θα δανειστούμε από αλλού

Το κυβερνητικό επιτελείο πανηγυρίζει γιατί από τα κρατικά υπερέσοδα -που οφείλονται πρωτίστως στην ακρίβεια και τη φορολόγηση της κατανάλωσης και όχι σε κάποια αιφνιδιαστική αναπτυξιακή ορμή της χώρας- δημιουργείται μία ταμειακή ρευστότητα ικανή να οδηγεί σε πρόωρη αποπληρωμή των δόσεων του «πρώτου μνημονίου».

Πόσο ορθή, όμως, είναι μεσοπρόθεσμα μία τέτοια τακτική; Υπηρετεί, πράγματι, το δημόσιο συμφέρον ή υπακούει σε προπαγανδιστικές πολιτικές πρακτικές; Μήπως οι εμπνευστές αυτής της πολιτικής ενδιαφέρονται περισσότερο για τη δημόσια εικόνα τους, τόσο εντός της χώρας όσο και στα ποικίλα ευρωπαϊκά fora και λιγότερο για το ουσιαστικό αποτέλεσμα;

Καταρχάς, η μείωση του εθνικού δημόσιου χρέους αποτελεί μία λογική αναγκαιότητα. Οι μνήμες της κρατικής χρεοκοπίας είναι νωπές. Επιχειρήσεις και νοικοκυριά έχουν πλέον μάθει -δυστυχώς βιωματικά- ότι τόσο ο προσωπικός τους δανεισμός όσο και ο κρατικός πρέπει να είναι ανάλογος των εισοδημάτων/τζίρου τους στην πρώτη περίπτωση και του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος στην περίπτωση του κράτους.

Ωστόσο, η χώρα δεν σταμάτησε να δανείζεται ούτε θα σταματήσει. Κανένα κράτος δεν είναι αυτάρκες και όλα δανείζονται είτε διακρατικά είτε από τις αγορές κεφαλαίων. Συνεπώς, το γεγονός ότι αποπληρώνουμε πρόωρα κάποια δάνεια δεν σημαίνει ότι δεν θα δανειστούμε από αλλού. Και το ερώτημα είναι γιατί να αποπληρώσουμε πρόωρα τα παλιά, τη στιγμή που θα λάβουμε νέα δάνεια;

Τα κριτήρια πρόωρης αποπληρωμής ενός δανείου είναι συγκεκριμένα. Εξετάζεται το κόστος αυτού (δηλαδή κυρίως το επιτόκιό του), ο χρόνος αποπληρωμής του και η δέσμευση ρευστότητας που προκαλεί η εξυπηρέτησή του (ύψος δόσεων).

Συνεπώς, έχει νόημα να αποπληρώσεις -όταν μπορείς- πρόωρα ένα δάνειο με υψηλότερο επιτόκιο από αυτό που λαμβάνεις σήμερα στην αγορά που έχει σύντομο ορίζοντα αποπληρωμής και για τον λόγο αυτό σου δεσμεύει υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, ενώ ταυτόχρονα δεν έχεις καταρτίσει ένα πρόγραμμα αξιοποίησης των διαθεσίμων σου σε άλλους τομείς με υψηλότερο οικονομικό και κοινωνικό πολλαπλασιαστή.

Κοντολογίς, η πρόωρη αποπληρωμή συμφέρει όταν:

  • α) το επιτόκιο του παλιού χρέους είναι υψηλότερο,
  • β) δεν θίγεται η ρευστότητα του κράτους,
  • γ) δεν μειώνονται παραγωγικές επενδύσεις, και
  • δ) αυξάνεται η αξιοπιστία του δανειζόμενου κράτους στις αγορές.

Στην περίπτωση της χώρας μας, όμως, δεν πληρούνται όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις σωρευτικά. Πρώτα-πρώτα, διότι το κόστος των παλαιών δανείων είναι σήμερα λίγο μικρότερο από το επιτόκιο που δανειζόμαστε από τις αγορές (το επιτόκιο των δεκαετών εθνικών ομολόγων είναι περίπου 3,5% με αυξητικές όμως τάσεις).

Συνεπώς, εάν λάβουμε υπόψη το κόστος κάθε νέας διοργάνωσης ομολογιακού δανεισμού, το γεγονός ότι για τα παλαιά δάνεια έχει υπάρξει αντιστάθμιση κινδύνου (hedging), όπως επίσης την πρόβλεψη όλων των σοβαρών οικονομολόγων για αύξηση των επιτοκίων το προσεχές διάστημα, η πρόωρη αποπληρωμή δεν δικαιολογείται με καθαρά οικονομικούς όρους.

Περαιτέρω, ούτε με κοινωνικούς όρους δικαιολογείται. Τα χρήματα αυτά εάν υποστήριζαν αναπτυξιακούς σκοπούς για τη χώρα, χρηματοδοτούσαν την εθνική συμμετοχή σε νέα έργα και στήριζαν ένα συγκεκριμένο παραγωγικό σχέδιο για τη χώρα θα ήταν εξόχως χρησιμότερα για την εθνική οικονομία και το κοινωνικό σύνολο.

Τούτο, όμως, προϋποθέτει συγκεκριμένο σχέδιο. Η προπαγάνδα του «καλοπληρωτή» είναι προφανώς ευκολότερη…

* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 10.05.2026

ESPA