Στη Θεσσαλονίκη το 3ο Διεθνές Συνέδριο για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων

«Δεν μπορεί να υπάρξει ανθεκτική δημοσιογραφία χωρίς ανθεκτικούς δημοσιογράφους — ούτε ανθεκτική δημοκρατία χωρίς και τα δύο»

- Newsroom

Το τραύμα στη δημοσιογραφία και η ανθεκτικότητα των επαγγελματιών των ΜΜΕ βρίσκεται στο επίκεντρο του 3ου Διεθνούς Συνεδρίου για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων, που πραγματοποιείται σήμερα και αύριο στη Θεσσαλονίκη. Το συνέδριο διοργανώνεται από το Διεθνές Κέντρο Εκπαίδευσης για την Ασφάλεια Δημοσιογράφων και Επαγγελματιών ΜΜΕ (Conference 2026), υπό την επιστημονική ευθύνη του Εργαστηρίου Ειρηνευτικής Δημοσιογραφίας του τμήματος Δημοσιογραφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με θεσμική υποστήριξη του Organization for Security and Co-operation in Europe (OSCE).

Με τίτλο «Bearing Witness: Trauma and Resilience in Modern Journalism», το συνέδριο επιχειρεί να διερευνήσει σε βάθος τις ψυχολογικές, θεσμικές και επαγγελματικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κρίσεων. Στη σημερινή εποχή, όπου η ενημέρωση μεταδίδεται με πρωτοφανή ταχύτητα και ένταση, οι δημοσιογράφοι καλούνται όχι μόνο να καταγράψουν γεγονότα αλλά και να «αντέξουν» το ψυχολογικό βάρος της συνεχούς έκθεσης σε βία, συγκρούσεις και ανθρώπινο πόνο. Το συνέδριο αναδεικνύει τη μετάβαση από την παραδοσιακή προσέγγιση της δημοσιογραφίας σε μια πιο ανθρωποκεντρική οπτική, όπου η ψυχική υγεία και η ανθεκτικότητα αποτελούν βασικές προτεραιότητες.

Κατά την τοποθέτησή του, ο Κοσμήτορας της Σχολής Κοινωνικών και Οικονομικών Επιστημών ΑΠΘ, Χρίστος Φραγκονικολόπουλος έκανε λόγο για μία απαιτητική επαγγελματική λειτουργία που διαμορφώνει τη δημόσια κατανόηση, την πολιτική λογοδοσία και τα όρια του δημοκρατικού διαλόγου. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «η δημοσιογραφία δεν αντικατοπτρίζει απλώς τις κρίσεις — κατασκευάζει το νόημά τους».

Στην ομιλία του ο κ. Φραγκονικολόπουλος επεσήμανε τα εξής:

«Σήμερα, η δημοσιογραφία ασκείται σε περιβάλλοντα που διαμορφώνονται από γεωπολιτική αστάθεια, ψηφιακή παραπληροφόρηση και συνεχή έκθεση σε βία και ανθρώπινο πόνο. Σε αυτές τις συνθήκες, η «καταγραφή της πραγματικότητας» δεν είναι μια ουδέτερη πράξη. Είναι μια απαιτητική επαγγελματική λειτουργία που διαμορφώνει τη δημόσια κατανόηση, την πολιτική λογοδοσία και τα όρια του δημοκρατικού διαλόγου.

Σε αυτό το πλαίσιο, τρία σημεία είναι κρίσιμα.

Πρώτον, το τραύμα πρέπει να αναγνωριστεί ως δομική διάσταση της σύγχρονης δημοσιογραφίας. Δεν αποτελεί απλώς ατομική ευαλωτότητα, αλλά επαγγελματική συνθήκη ενσωματωμένη στην καθημερινή πρακτική της ενημέρωσης — είτε στο πεδίο είτε μέσω της συνεχούς έκθεσης σε δυσάρεστο περιεχόμενο. Αυτό απαιτεί μια σαφή μετατόπιση: από την προσδοκία ότι τα άτομα θα αντεπεξέλθουν μόνα τους, στην υποχρέωση των θεσμών να ανταποκριθούν, μέσω συστηματικής υποστήριξης, ηθικών εγγυήσεων και βιώσιμων συνθηκών εργασίας.

Δεύτερον, η ανθεκτικότητα πρέπει να περάσει από τη ρητορική στην πολιτική πράξη. Δεν μπορεί να παραμένει μια αόριστη έννοια ή προσωπική ευθύνη. Απαιτεί συγκεκριμένα πλαίσια — οργανωτικά πρωτόκολλα, συστήματα ψυχολογικής υποστήριξης, στοχευμένη εκπαίδευση και εναρμόνιση με τα εξελισσόμενα εθνικά και ευρωπαϊκά κανονιστικά περιβάλλοντα. Με λίγα λόγια, η ανθεκτικότητα πρέπει να θεσμοθετηθεί.

Τρίτον, η δημοσιογραφία δεν αντικατοπτρίζει απλώς τις κρίσεις — κατασκευάζει το νόημά τους. Μέσα από τη θεματοθέτηση, την οπτική αναπαράσταση και τις αφηγηματικές επιλογές, διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες ερμηνεύουν τον κίνδυνο, αποδίδουν ευθύνες και αξιολογούν τη νομιμότητα. Για τον λόγο αυτό, η δημοσιογραφία βρίσκεται στον πυρήνα της δημοκρατικής ανθεκτικότητας.

Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, ο ρόλος του Εργαστηρίου Ειρηνευτικής Δημοσιογραφίας του ΑΠΘ, είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Το εργαστήριο λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ έρευνας, επαγγελματικής εκπαίδευσης και πολιτικού διαλόγου, συμβάλλοντας σε ευρωπαϊκές και διεθνείς προσπάθειες επαναπροσδιορισμού της δημοσιογραφίας σε περιβάλλοντα υψηλού κινδύνου και κρίσεων. Το έργο του αντικατοπτρίζει μια αναγκαία μετατόπιση — από την ανάλυση στην εφαρμογή, από την παρατήρηση στην παρέμβαση.

Αυτό ακριβώς απαιτείται σήμερα. Διότι το ερώτημα δεν είναι πλέον αν οι δημοσιογράφοι εκτίθενται σε κίνδυνο. Αυτό είναι ήδη αποδεδειγμένο — εμπειρικά, επαγγελματικά και παγκοσμίως. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι θεσμοί μας είναι επαρκώς προετοιμασμένοι να ανταποκριθούν. Αν οι οργανισμοί μέσων ενημέρωσης έχουν προχωρήσει πέρα από αποσπασματικές αντιδράσεις και έχουν αναπτύξει δομημένα πρωτόκολλα. Αν η ψυχολογική υποστήριξη αντιμετωπίζεται ως βασική υποδομή και όχι ως προαιρετική παροχή. Αν τα συστήματα εκπαίδευσης εξοπλίζουν τους δημοσιογράφους όχι μόνο με τεχνικές δεξιότητες, αλλά και με την ικανότητα να διαχειρίζονται παρατεταμένη έκθεση σε κρίσεις. Και πέρα από το δημοσιογραφικό πεδίο, αν τα πλαίσια δημόσιας πολιτικής — σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο — συμβαδίζουν με τις πραγματικότητες της σύγχρονης δημοσιογραφίας. Αν τα κανονιστικά εργαλεία, τα επαγγελματικά πρότυπα και ο θεσμικός συντονισμός ευθυγραμμίζονται με την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων. Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι πλέον η επίγνωση. Είναι η ικανότητα. Είναι ο συντονισμός. Και τελικά… είναι η πολιτική βούληση. Γι’ αυτό το συνέδριο έχει σημασία. Φέρνει κοντά ακαδημαϊκή γνώση, επαγγελματική εμπειρία και θεσμικές προσεγγίσεις, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια πιο συντονισμένη και στρατηγική προσέγγιση.

Θα ήθελα να κλείσω με δύο σύντομες σκέψεις:

Αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε την ασφάλεια των δημοσιογράφων ως ατομική ευθύνη, θα συνεχίσουμε να αποτυγχάνουμε στην προστασία της δημοσιογραφίας ως δημόσιου αγαθού. Και, δεν μπορεί να υπάρξει ανθεκτική δημοσιογραφία χωρίς ανθεκτικούς δημοσιογράφους — ούτε ανθεκτική δημοκρατία χωρίς και τα δύο».

Loader
ESPA