Στρατηγικά διλήμματα για τη ΝΔ Γράφει ο Μποξέρ*

Στρατηγικά διλήμματα για τη ΝΔ  Γράφει ο Μποξέρ*

Μπορεί ο Ντόναλτ Τραμπ να δημιουργεί συνεχώς κραδασμούς στη διεθνή διπλωματία, όμως η κυβέρνηση επιχειρεί μετά τον τερματισμό των πολυμερών αγροτικών κινητοποιήσεων μια επιστροφή στην κανονικότητα.

Επιστροφή που μόνο απλή δε θα είναι. Ούτε στο εξωτερικό, αλλά ούτε και στο εσωτερικό. Στο εξωτερικό γιατί οι ισορροπίες μεταξύ της ανάγκης της χώρας να μην διαταραχθούν οι σχέσεις με την Ουάσιγκτον και τις δεσμεύσεις της στις αρχές του διεθνούς δικαίου δεν είναι εύκολες. Η ελληνική πλευρά αντιλαμβάνεται την ισχύ που εκπέμπει ο Αμερικανός πρόεδρος, αλλά και τη βαρύτητα που θα είχε μια πιθανή αμερικανική παρέμβαση στα ελληνοτουρκικά. Ταυτόχρονα γνωρίζει ότι ένας από τους πυλώνες των πρόσφατων ενεργειακών συμφωνιών, που έγιναν δεκτές με πολύ θετικότητα από την ελληνική κοινή γνώμη και ενίσχυσαν τη δημοσκοπική ανάκαμψη της ΝΔ, είναι η αμερικανική πλευρά. Στον αντίποδα δε διαφεύγει από την κυβέρνηση ότι δεν είναι δυνατόν να εγκαταλειφθεί ο βασικός πυλώνας της εξωτερικής μας πολιτικής ούτε βέβαια να αποστασιοποιηθεί η χώρα από κεντρικές επιλογές της ΕΕ. Συνεπώς και στο εξωτερικό όλα κινούνται και για τη χώρα μας επάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί.

Στο εσωτερικό τώρα το δύσκολο τεστ των αγροτών φαίνεται ότι άφησε σχετικά αλώβητη την κυβέρνηση. Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση της Pulse για τον ΣΚΑΪ η ΝΔ παρουσιάζει μικρή άνοδο της τάξης του 0,5% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο στο ερώτημα της πρόθεσης ψήφου. Και εδώ υπήρχαν αυτοί που προέβλεπαν ότι η ΝΔ και η κυβέρνηση θα δεχθούν ισχυρό πλήγμα από τις αγροτικές κινητοποιήσεις, αλλά και από την τακτική της «ήπιας ισχύος» που υιοθετήθηκε κυρίως από τον Κωστή Χατζηδάκη έναντι των αγροτών. Μια τακτική που απέφυγε τη λογική της σκληρής σύγκρουσης με τον αγροτικό κόσμο που πιθανότατα θα οδηγούσε σε οριστική διάρρηξη των σχέσεων με μια ισχυρή κοινωνική ομάδα, καθώς ήταν σαφές από την αρχή ότι δεν ήταν δυνατόν να ανοίξουν τα μπλόκα με την παρέμβαση της αστυνομίας. Παράλληλα με μέτρα ενίσχυσης των αγροτών που συμφωνήθηκαν, με αιχμές στο ρεύμα και το πετρέλαιο κίνησης, υιοθετήθηκαν μέτρα χωρίς ιδιαίτερο κόστος για τον προϋπολογισμό. Τέλος μέσω της διαπραγμάτευσης με την Κομισιόν το πρόβλημα της καταβολής των αγροτικών επιδοτήσεων επιλύθηκε οριστικά, ενώ η μεταρρύθμιση της υπαγωγής του αμαρτωλού ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ αποτελεί μόνιμο κεκτημένο.

Έτσι η κυβέρνηση επιστρέφει ή τουλάχιστον επιχειρεί να επιστρέψει στην κανονικότητα και στη θετική ατζέντα, όπως αυτή με τις 10 νομοθετικές πρωτοβουλίες και τις 30 μεταρρυθμίσεις που σχεδιάζονται από την κυβέρνηση για τη φετινή χρονιά και οι οποίες παρουσιάστηκαν αυτές τις ημέρες από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη και τον υπουργό Επικρατείας Άκη Σκέρτσο. Ο στόχος είναι τριπλός. Πρώτον ο κάθε υπουργός να είναι πλέον δεσμευμένος να ολοκληρώσει μέχρι το τέλος του χρόνου τα όσα έχουν ανακοινωθεί στον τομέα ευθύνης του. Δεύτερον οι πολίτες να είναι σε θέση να κρίνουν ενόψει και της επερχόμενης κάλπης, αν η κυβέρνηση υλοποιεί ή όχι τις εξαγγελίες της. Και τρίτον η κυβέρνηση αναδεικνύει μια διαχωριστική γραμμή έναντι της αντιπολίτευσης, καθώς δεν υπόσχεται τα πάντα και σε όλους, αλλά προωθεί συγκεκριμένες παρεμβάσεις.

Όλα αυτά σε γενικό επίπεδο. Γιατί στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν περαιτέρω και ειδικότερα προβλήματα. Ποια είναι αυτά; Η διαφαινόμενη δυναμική παρουσία των κομμάτων που τοποθετούνται δεξιότερα της ΝΔ και τα οποία ήδη έκαναν μια επίδειξη δύναμης στις ευρωεκλογές, με συνολικά εκλογικά ποσοστά που ξεπερνούν το 23%. Ασχέτως του ότι οι ευρωεκλογές είναι μια εύκολη κάλπη, όπου ο πολίτης μπορεί να εκφράσει ελαφρώς ανώδυνα την όποια δυσαρέσκεια έχει απέναντι στο κυβερνητικό κόμμα, οι «δεξιές» απώλειες για τη ΝΔ είναι κάτι το οποίο πρέπει να την προβληματίσει.

Ταυτόχρονα υπάρχει μια μεγάλη υπόγεια συζήτηση στο εσωτερικό του κόμματος για το προς τα πού πρέπει να κοιτάξει η ΝΔ από εδώ και πέρα και μέχρι τις εκλογές. Προς τα δεξιά ή προς το κέντρο. Οι κεντρώοι ισχυρίζονται ότι οι δεξιοί ψήφοι που είτε έχουν καταλήξει στην κάλπη της Ελληνικής Λύσης είτε σε άλλα μικρότερα κόμματα είναι δύσκολο να «επαναπατριστούν», καθώς θεωρούν ότι σε πολλές περιπτώσεις αυτοί οι ψηφοφόροι έχουν κόψει την ιδεολογική σχέση με τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Τζάμπα κόπος, λοιπόν μια δεξιά στροφή, λένε.

Από την άλλη οι δεξιοί στη ΝΔ θεωρούν ότι όλοι αυτοί οι ψηφοφόροι που δεν επέλεξαν στις ευρωεκλογές τη «γαλάζια» κάλπη, είναι άνθρωποι δικοί τους και ότι μπορούν να «κερδηθούν» εύκολα. Δεν εννοούν τους ακραίους, για τους οποίους λένε ότι έτσι κι αλλιώς είναι χαμένοι, αλλά τους νοικοκυραίους που δεν επέλεξαν το 2024 να ψηφίσουν τη ΝΔ. Είτε ψηφίζοντας κάτι άλλο είτε μένοντας στο σπίτι τους την ημέρα των εκλογών.

Σε αυτή τη λογική υπάρχει και μια αναζήτηση υποψηφίων με αντίστοιχα προφίλ. Είτε δεξιό είτε κεντρώο, ενώ υπάρχουν και αυτοί που θεωρούν ότι όλα αυτά είναι κουβέντες που δεν οδηγούν πουθενά. Η τρίτη άποψη λοιπόν λέει ότι σε περιοχές, όπως η Θεσσαλονίκη και γενικότερα η κεντρική Μακεδονία, όπου οι πατριωτικές και οι πιο συντηρητικές απόψεις είναι περισσότερο διαδεδομένες και ισχυρές, δε βοηθούν τα πρόσωπα για να κερδηθούν πίσω ψήφοι, αλλά χρειάζονται άλλες μέθοδοι και προσεγγίσεις. Πρώτον η γενική πολιτική της κυβέρνησης, η στάση και ο αέρας που εκπέμπει ο αρχηγός και δεύτερον τα πρόσωπα. Όχι όμως στη λογική τι το εκφράζει ο καθένας πολιτικά (δεξιά ή κέντρο), αλλά το τι έχουν από π΄σιω τους. Δηλαδή να προτιμηθούν οι εκπρόσωποι μαζικών συλλόγων, φορέων και σημαντικών κοινωνικών τμημάτων, που προέρχονται από κάπου και οι οποίοι θα μπορούσαν να κερδίσουν από το χώρο τους ψήφους.

Η αλήθεια βέβαια βρίσκεται πάντα κάπου στη μέση. Και στα στρατηγικά διλήμματα. Και εκεί κάπου είναι πιθανόν να κινηθεί και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Χωρίς να καταγράψει μια σαφή στροφή είτε προς τη μία είτε προς την άλλη πλευρά, αλλά επιμένοντας στην προσπάθεια που κάνει σχεδόν από το 2019: να εφαρμόσει μια πολιτική με αποτέλεσμα.

*Ένας Αθηναίος που ζει στην Αθήνα