Συνταγματική αναθεώρηση: Τι επιδιώκει η κυβέρνηση, τι σχεδιάζει η αντιπολίτευση

Πρόκειται για την κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία η οποία, όπως προβλέπει το Σύνταγμα, θα εξελιχθεί σε δύο φάσεις

Με διάγγελμά του το πρωί της περασμένης Δευτέρας ο πρωθυπουργός άνοιξε τις διαδικασίες της Συνταγματικής Αναθεώρησης, η οποία αναμένεται να απασχολήσει τον πολιτικό και νομικό κόσμο για τους προσεχείς μήνες. Πρόκειται για την κορυφαία κοινοβουλευτική διαδικασία η οποία, όπως προβλέπει το Σύνταγμα, θα εξελιχθεί σε δύο φάσεις. Η πρώτη θα ολοκληρωθεί από την παρούσα Βουλή η οποία θα κληθεί να αποφασίσει ποια από τα άρθρα τα οποία θα προταθούν, θα αναθεωρηθούν. Γι’ αυτό και αποκαλείται «Προτείνουσα» Βουλή. Η δεύτερη φάση θα εξελιχθεί στη Βουλή η οποία θα συγκροτηθεί μετά τις εκλογές, την «Αναθεωρητική», όπως ονομάζεται και η οποία θα αποφασίσει το περιεχόμενο του καθενός από τα προτεινόμενα προς αναθεώρηση άρθρα. Αναλυτικά τα βήματα και στις δύο φάσεις παρουσιάζονται παρακάτω.

Η πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη

Στο διάγγελμά του ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε στο επίκεντρο της αναθεωρητικής διαδικασίας τα ακόλουθα άρθρα:

1. άρθρο 16: Με στόχο την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου στην ανώτατη εκπαίδευση για την ίδρυση μη κρατικών/ιδιωτικών πανεπιστημίων. Η κυβερνητική πρόταση θα διαμορφωθεί ως συνέχεια της νομοθετικής πρωτοβουλίας του Κυριάκου Πιερρακάκη με την οποία λειτουργούν από φέτος τα πρώτα μη κρατικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα.
2. άρθρο 86: Με στόχο την αλλαγή του πλαισίου για την ποινική ευθύνη των υπουργών, με ενισχυμένο ρόλο των τακτικών δικαστών. Η κυβέρνηση προσανατολίζεται να μην είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής η παραπομπή στη Δικαιοσύνη για κάποιον που διετέλεσε υπουργός ή υφυπουργός. Μία από τις σκέψεις που υπάρχουν είναι πριν από την απόφαση της Βουλής να αποφαίνεται ένα ειδικό δικαστικό συμβούλιο.
3. Άρθρο 103: Καθορίζει το νομικό πλαίσιο για τους δημόσιους υπαλλήλους, θεσπίζοντας τη μονιμότητα ως εγγύηση κατά αυθαίρετων μεταβολών. Προβλέπει ότι οι υπάλληλοι υπηρετούν το Λαό, οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα, και προσλαμβάνονται κυρίως μέσω ΑΣΕΠ. Επιδίωξη της κυβέρνησης, όπως ανέφερε ο πρωθυπουργός, δεν είναι η άρση της μονιμότητας, αλλά «ο επανακαθορισμός της έννοιας της μονιμότητας» την οποία η Νέα Δημοκρατία με τη συνταγματική κατοχύρωση της αξιολόγησης ώστε, όπως εξήγησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, να μην μπορεί κάποια μελλοντική κυβέρνηση να καταργήσει την αξιολόγηση.
4. Άρθρο 90: Η κυβέρνηση θα επιδιώξει να αλλάξει τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων που σήμερα επιλέγονται από το υπουργικό συμβούλιο. Στόχος είναι να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στην κρίση των λειτουργών της Δικαιοσύνης καθώς σήμερα οι Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων απλώς γνώμη.
5. Άρθρο 30: Αφορά τη θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Πρόθεση της κυβέρνησης είναι να καθιέρωση ενιαία, μη ανανεώσιμη, εξαετής θητεία για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Στις προθέσεις της κυβέρνησης, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό είναι να μπουν σε συζήτηση και άλλα ζητήματα όπως αυτό της δημοσιονομικής σταθερότητας όπου η θα επιδιώξει να υπάρξει συνταγματική κατοχύρωση της υποχρέωσης κοστολόγησης των κυβερνητικών προγραμμάτων. Επίσης θα συζητηθούν θέματα που αφορούν την τεχνητή νοημοσύνη, το στεγαστικό κ.ά.

Η στάση της αντιπολίτευσης

Το ΠΑΣΟΚ, δια του εκπροσώπου Τύπου του κόμματος, Κώστα Τσουκαλά, ανακοίνωσε ότι θα καταθέσει δική του πρόταση για τη συνταγματική αναθεώρηση. Διευκρίνισε ταυτόχρονα ότι θα επιδιώξει να υπάρξει συνεννόηση με κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης, κατονομάζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά για την αλλαγή του άρθρου 86, αλλά ενδεχομένως και για άλλα άρθρα.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Σωκράτης Φάμελλος σε δηλώσεις του ανέφερε πως «ο διάλογος για τη συνταγματική αναθεώρηση είναι υψίστης δημοκρατικής σημασίας και δίνει τη δυνατότητα ουσιαστικών συγκλίσεων του προοδευτικού κόσμου και των κομμάτων. Και σε αυτή τη κατεύθυνση ο ΣΥΡΙΖΑ αναλαμβάνει όλες τις απαραίτητες πρωτοβουλίες». Σύμφωνα με την Κουμουνδούρου το κόμμα δεν πρόκειται να συναινέσει στην κατάργηση της μονιμότητας στο δημόσιο και τη διασύνδεσή της με την αξιολόγηση, ούτε στην αλλαγή του άρθρου 16 για τα πανεπιστήμια. Ειδικότερα για το άρθρο 86 αναφέρει ότι «δεν πρέπει να εξαρτάται από την κυβερνητική πλειοψηφία ο έλεγχος των υπουργών». Επίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι «χρειάζονται συνταγματικές αλλαγές για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, με στόχο την ανεξαρτησία της και όχι τον έλεγχό της, όπως γίνεται από τη σημερινή κυβέρνηση».

Η Νέα Αριστερά σε ανακοίνωσή της ασκεί δριμεία κριτική προς τον πρωθυπουργό για τις αλλαγές που επιδιώκει στο Σύνταγμα. Δεν αναφέρει ποια θα είναι η στάση του κόμματος, ούτε εάν θα επιδιώξει συνεργασία με άλλα κόμματα, για ορισμένα από τα προς αναθεώρηση άρθρα. Από την ανακοίνωση συνάγεται ότι δεν πρόκειται να συναινέσει σε αλλαγές για τα άρθρα 16 και 103.

Σε ανακοίνωσή του το ΚΚΕ καταγγέλλει «απόπειρα συνταγματικής κατοχύρωσης μιας σειράς από αντιδραστικές και αντιλαϊκές τομές». Αναφέρεται ιδιαίτερα στα ζητήματα μονιμότητας στο Δημόσιο, στα μη κρατικά πανεπιστήμια αλλά και στο σχεδιαζόμενο «φρένο χρέους». Σημειώνει, πάντως, ότι θα καταθέσει τις δικές του προτάσεις για την συνταγματική αναθεώρηση χωρίς καμία αυταπάτη για τον «αντιδραστικό ρόλο και τα ασφυκτικά όρια του αστικού συντάγματος».

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος

Στο θέμα παρενέβη και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, όντας και ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου. Με δήλωσή του την οποία ανήρτησε στην προσωπική σελίδα του στο διαδίκτυο αναφέρει τα εξής: «Το άμεσο σχόλιό μου στο σημερινό διάγγελμα του πρωθυπουργού κ. Κυρ. Μητσοτάκη περί αναθεώρησης του Συντάγματος περιλαμβάνει τρία σημεία:

Πρώτον, ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του, αυτή είναι η αρχή που πρέπει να διαπερνά όλες μας τις αντιδράσεις σε σχέση με την αναθεώρηση του Συντάγματος. Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, είναι η βαθιά κρίση αξιοπιστίας των θεσμών και η διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης χωρίς αυτό να έχει αποκατασταθεί μετά την οικονομική κρίση και τη λεγόμενη επιστροφή στην κανονικότητα. Η αναθεώρηση του Συντάγματος καθίσταται συνεπώς ζήτημα τεχνικό και κοινωνικά αδιάφορο, αν δεν υπάρξει ένα πειστικό και ευρείας αποδοχής νέο αφήγημα εθνικής συνοχής και κοινωνικής συμπερίληψης».

Οι τέσσερις προηγούμενες αναθεωρήσεις του Συντάγματος

Το Σύνταγμα του 1975 αποτελεί το θεμέλιο της μεταπολιτευτικής ελληνικής δημοκρατίας. Στα χρόνια που ακολούθησαν το Σύνταγμα του ’75 αναθεωρήθηκε μερικώς τέσσερις φορές, τα έτη 1986, 2001, 2008 και 2019. Οι αλλαγές οι οποίες έγιναν εστίασαν στη μείωση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, στον εκσυγχρονισμό των θεσμών, στην ενίσχυση των ατομικών δικαιωμάτων και την προσαρμογή στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Αναλυτικότερα:

Αναθεώρηση 1986: Έγινε σε συγκρουσιακό κλίμα και περιορίστηκε στην περιστολή των «υπερεξουσιών» του Προέδρου της Δημοκρατίας, μεταφέροντας αρμοδιότητες (π.χ. διάλυση Βουλής, παύση κυβέρνησης) προς την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Αναθεώρηση 2001: Ήταν η πλέον εκτεταμένη αναθεώρηση, άλλαξε μεγάλο αριθμό διατάξεων και έγινε σε συναινετικό κλίμα. Ενίσχυσε τα ατομικά δικαιώματα, κατοχύρωσε τις Ανεξάρτητες Αρχές, εκσυγχρόνισε τη λειτουργία της Βουλής και εισήγαγε τη «συμμόρφωση της Διοίκησης» στις δικαστικές αποφάσεις.

Αναθεώρηση 2008: Ήταν περιορισμένης έκταση, αφορούσε λίγα άρθρα, με σημαντικότερη την αναθεώρηση του άρθρου 96 (αρμοδιότητες δικαστηρίων) και 57 (ασυμβίβαστα βουλευτών).

Αναθεώρηση 2019: Εστίασε σε ψηφισμένες αλλαγές που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την ερμηνεία του άρθρου 86 (περί ευθύνης υπουργών), την πρόταση για εξεταστικές επιτροπές από τη μειοψηφία και την καθιέρωση της απλής αναλογικής.

Ο οδικός χάρτης της Αναθεώρησης

Τα στάδια της διαδικασίας της Συνταγματικής Αναθεώρησης ανοίγουν επισήμως τον επόμενο μήνα. Συγκεκριμένα:

- Τον Μάρτιο θα υποβληθούν γραπτές προτάσεις οι οποίες για να γίνουν αποδεκτές θα πρέπει να υπογράφονται από τουλάχιστον 50 βουλευτές. Οι προτάσεις θα πρέπει να συνοδεύονται από αιτιολογική έκθεση και θα προσδιορίζουν τα υπό αναθεώρηση άρθρα του Συντάγματος

- Στη συνέχεια, ο πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης θα καλέσει τα κόμματα να ορίσουν τους βουλευτές οι οποίοι θα συγκροτήσουν τη διακομματική Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος. Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες για εισηγητές προκρίνονται οι Ευριπίδης Στυλιανίδης από τη ΝΔ, Παναγιώτης Δουδωνής από το ΠΑΣΟΚ και Θεόφιλος Ξανθόπουλος ή Διονύσης Καλαματιανός από τον ΣΥΡΙΖΑ.

- Η διακομματική Επιτροπή Αναθεώρησης θα πρέπει μέσα σε προθεσμία δύο ή τριών μηνών να υποβάλει την έκθεσή της στην Ολομέλεια του Κοινοβουλίου.

- Οι προτάσεις οι οποίες θα κατατεθούν από την διακομματική Επιτροπή Αναθεώρησης θα συζητηθούν στην Ολομέλεια η οποία και θα προσδιορίσει ποιες τελικά θα είναι οι αναθεωρητέες διατάξεις. H απόφαση αυτή λαμβάνεται με δυο ονομαστικές ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ τους τουλάχιστον ένα μήνα. Η διαδικασία της ονομαστικής ψηφοφορίας αφορά αποκλειστικά τα αναθεωρητέα άρθρα και όχι το περιεχόμενό τους το οποίο θα καθορίσει η επόμενη Βουλή. Για την προβίβαση των διατάξεων στην επόμενη φάση απαιτείται η ψήφιση τους από τουλάχιστον 151 βουλευτές και στις δύο ψηφοφορίες. Τα προτεινόμενα άρθρα που δεν θα περάσουν τον πήχη των 151 σε μία από τις δύο ψηφοφορίες απορρίπτονται. Στο σημείο αυτό ολοκληρώνεται η διαδικασία της Αναθεώρησης στη λεγόμενη «Προτείνουσα Βουλή».

Τη σκυτάλη παραλαμβάνει στη συνέχεια η «Αναθεωρητική Βουλή», η οποία θα προκύψει μετά τις εκλογές. Η δεύτερη φάση της διαδικασίας Αναθεώρησης έχει ως εξής:

- Ο πρόεδρος της Βουλής θα συστήσει νέα Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος στην οποία θα διαβιβάσει τις σχετικές αποφάσεις που έλαβε η προηγούμενη Βουλή σχετικά με τα αναθεωρητέα άρθρα. Στη συνέχεια τα μέλη της Επιτροπής θα κληθούν να καθορίσουν το περιεχόμενό τους.

- Η τελική έκθεση της Επιτροπής θα εισαχθεί στην Ολομέλεια του Κοινοβουλίου για ονομαστική ψηφοφορία. Για τα αναθεωρητέα άρθρα τα οποία πήραν και στις δύο πρώτες διαδικασίες τουλάχιστον 180 θετικές ψήφους, τότε θα αρκούν 151 υπέρ σε αυτήν τη Βουλή για να αναθεωρηθούν. Τα άρθρα τα οποία έστω σε μια από τις δύο ψηφοφορίες της Προτεινόμενης Βουλής είχαν πάρει από 151 έως 179 θετικές ψήφους θα χρειαστούν τουλάχιστον 180 στην Αναθεωρητική Βουλή για να τροποποιηθούν.

Η διχογνωμία

Μία εξέλιξη η οποία προβληματίζει κόμματα και συνταγματολόγους είναι το ενδεχόμενο από τις εκλογές να μην προκύψει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και να οδηγηθούμε σε επαναληπτική αναμέτρηση. Σε αυτήν την περίπτωση η επόμενη Αναθεωρητική Βουλή να διαλυθεί άμεσα λόγω αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης.

Σύμφωνα με ορισμένους συνταγματολόγους εφόσον διαλυθεί η λεγόμενη «Βουλή της μιας ημέρας» ακυρώνεται η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης καθώς η παράγραφος 3 του άρθρου 110 του Συντάγματος για την διαδικασία αναθεώρησης αναφέρει: «Aφού η αναθεώρηση αποφασιστεί από τη Bουλή, η επόμενη Bουλή, κατά την πρώτη σύνοδό της, αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις».

Από την πλευρά της κυβέρνησης επικαλούνται νομολογία του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την οποία η «Βουλή της μιας ημέρας» δεν λογίζεται ως Σύνοδος. Η συγκεκριμένη νομολογία του ανώτατου δικαστηρίου είχε εκδοθεί για ποινική υπόθεση που αφορούσε ενδεχόμενη παραγραφή αδικημάτων του πρώην υπουργού Γιώργου Παπακωνσταντίνου, ωστόσο οι κυβερνητικές πηγές υποστηρίζουν ότι η ερμηνεία της πρέπει να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία και για την υπό έναρξη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης.

*Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 8/2/2026

Loader