Τα αριθμητικά στοιχεία για την επισκεψιμότητα της 22ης ΔΕΒΘ, ο ρόλος της Μενδώνη, ο Βενιζέλος και το «Α, γι' αυτό βρέχει πάλι;»

Τα αριθμητικά στοιχεία για την επισκεψιμότητα της 22ης ΔΕΒΘ, ο ρόλος της Μενδώνη, ο Βενιζέλος και το «Α, γι' αυτό βρέχει πάλι;»

Και τώρα που η 22η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου, άλλη μια αγαπημένη διοργάνωση έφτασε στο τέλος της και έκανε τον απολογισμό της στη Θεσσαλονίκη, «τη νεκρή πόλη όπου δεν συμβαίνει τίποτα, τίποτα και τίποτα», όπως γράφαμε παιγνιωδώς και ειρωνικά φυσικά στη στήλη της Κυριακής 10 Μαΐου, ας κάνουμε και εμείς τον δικό μας απολογισμό και ας σταθούμε και στα θετικά, αλλά και στα αρνητικά της.

Το θετικό είναι ότι όπως κάθε χρόνο Παρασκευή απόγευμα, Σάββατο και Κυριακή μεσημέρι στους χώρους της ΔΕΒΘ η ροή του κόσμου ήταν τέτοια που δεν μπορούσες να αναπνεύσεις. Στις γεμάτες ως επί το πλείστο αίθουσες αναγνώστες, συγγραφείς, εκδότες, μεταφραστές, επαγγελματίες του βιβλίου ανέπτυξαν γόνιμους διαλόγους και επαφές που θα αφήσουν σίγουρα το στίγμα τους στο μέλλον.

Την τελευταία ημέρα της ΔΕΒΘ σε μια απόπειρα ανασκόπησης ακούσαμε τον καθόλα αξιοσέβαστο και καλό γνώστη του παγκόσμιου χώρου του βιβλίου, Νίκο Μπακουνάκη, να μας λέει μια από τα ίδια: 500 εκδηλώσεις, 318 εκθέτες, περισσότεροι από 30 ξένοι συγγραφείς κλπ. Κούρασε, αφού αυτά ήταν στοιχεία που τα είχαμε ήδη διαβάσει στο δελτίο Τύπου της συνέντευξης Τύπου που έγινε στην Αθήνα, τα ξανακούσαμε στη συνέντευξη Τύπου της Θεσσαλονίκης, στα εγκαίνια και, εν πάση περιπτώσει, όπου βρισκόμασταν και όπου στεκόμασταν.

Με χαρά βέβαια μάθαμε από την αρχή δια στόματος του ιδίου ότι φέτος επρόκειτο να ακολουθηθεί, όπως και έγινε, για πρώτη φορά, ένα ειδικό σύστημα καταμέτρησης των επισκεπτών με μηδενικά εισιτήρια στις πύλες εισόδου των περιπτέρων. Είπαμε «επιτέλους δεν θα δοθούν στη δημοσιότητα αριθμητικά στοιχεία κατά προσέγγιση, που φαίνονταν ότι δεν αποτύπωναν την πραγματικότητα και μπορεί να έδιναν και κατώτερα νούμερα από αυτά που είχαν σημειωθεί».

Μέχρι την ώρα πάντως που γράφονταν αυτές οι γραμμές δεν είχει ανακοινωθεί ο ακριβής αριθμός προσέλευσης κόσμου – ή τουλάχιστον δεν τον πήρα χαμπάρι εγώ (ελπίζω να μην είμαι πια τόσο ανενημέρωτη και με κυνηγάει ο διευθυντής μου!).

Ανεξάρτητα από αυτό πάντως έχω να καταθέσω το εξής: Επειδή βρέθηκα στην έκθεση, λόγω δουλειάς πολλές φορές, αναγκαστικά έμπαινα και έβγαινα από διάφορες πύλες εισόδου. Την πρώτη μέρα, Πέμπτη, μπήκα από το περίπτερο 13. Περιηγήθηκα στους χώρους κυρίως της Παιδικής Γωνιάς όπου ένα μελίσσι ανθρώπων και παιδιών βούιζε με κεφάτη εργατικότητα. Στη συνέχεια έπρεπε να βγω για λίγο γιατί είχα ξεχάσει το lap top μου στο αυτοκίνητο και έπρεπε να δώσω ρεπορτάζ για τα εγκαίνια του περιπτέρου της Βουλγαρίας ως τιμώμενης χώρας.

Ξαναμπήκα από το 13 που ήταν κοντά στο αυτοκίνητο. Με ξαναμέτρησαν! Στη συνέχεια, αφού ολοκλήρωσα το ρεπορτάζ και το έστειλα στον αρχισυντάκτη μου, ένας φίλος ήταν σε παρακείμενο καφέ και βγήκα για ένα μισάωρο να τον δω. Ήθελα όμως μετά να δω και κάποιους εκδότες που βρίσκονταν στο 15. Βόλευε πολύ και η περιοχή που βρισκόμασταν μπροστά στο πάρκινγκ της ΔΕΘ και έτσι μπήκα από το 15. Και εκεί με ξαναμέτρησαν!

Αυτό συνέβη όλες τις υπόλοιπες μέρες που έμπαινα και έβγαινα από τη διοργάνωση. Υποθέτω ότι θα συνέβη και με άλλους (;), εκδότες – συγγραφείς – μεταφραστές κλπ που έπρεπε να έχουν μια πιο συνεχή και μόνιμη παρουσία στους χώρους.

Πήγα και την Κυριακή αργά το απόγευμα όπου παρουσίαζα το νέο βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού «Χάλκινα Κατώφλια». Πάλι από το περίπτερο 15 μπήκα. Αυτή τη φορά δεν με μέτρησαν!

Και τώρα αναρωτιέμαι: Πόσο αξιόπιστα μπορεί να είναι αυτά τα νούμερα που θα δοθούν ή δόθηκαν (δεν έχει τόση σημασία αυτό) στη δημοσιότητα; Μήπως χρειάζεται να επαναπροσδιοριστεί αυτό το τόσο «δυνατό» σύστημα, που ασφαλώς και πρέπει να υπάρχει στη διοργάνωση, για να δίνονται τα αληθινά στοιχεία;

Τη ΔΕΒΘ εγκαινίασε και φέτος η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, για την οποία, παρότι  είχα εκφράσει ενστάσεις στο παρελθον ως προς τον τρόπο διοίκησης του ΥΠΠΟ, δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ κάτι: είναι ίσως η μόνη υπουργός Πολιτισμού με τόσο συχνή και ουσιαστική παρουσία στη Θεσσαλονίκη. Ειλικρινά δεν έχω καταλάβει πώς αυτή η γυναίκα καταφέρνει να βρίσκεται διαρκώς παντού. Σήμερα εδώ, αύριο σε υπερατλαντικό ταξίδι, μεθαύριο στην Αθήνα, αντιμεθαύριο σε κάποια ευρωπαϊκή πόλη. Προσωπικά τη χαρακτηρίζω «σκυλί του πολέμου», «άλογο κούρσας». Και πέστε να με φάτε αν θέλετε. Δεν έχω κανένα πρόβλημα, εξάλλου δεν ανήκω σε εκείνους που “μαγειρεύονται” εύκολα.

Απλώς τυγχάνει στα περίπου τριάντα χρόνια της θητείας μου στο πολιτιστικό ρεπορτάζ να έχω δει πολλούς υπουργούς να περνούν μπροστά από τα ματάκια μου. Άλλοι έλαμψαν δια της απουσίας τους, άλλοι εμφανίζονταν μόνο για δημόσιες σχέσεις και μεγάλες κουβέντες περί συνεργειών χωρίς αντίστοιχα κονδύλια, ενώ άλλοι έκλεισαν ολόκληρο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου με τη ΔΕΒΘ να μένει μετέωρη μέσα στην αβεβαιότητα - να τα θυόμαστε και αυτά. Ο μόνος που ασχολήθηκε με τον πολιτισμό της πόλης ήταν ο Ευάγγελος Βενιζέλος, βέβαια η Θεσσαλονίκη ήταν και η πατρίδα του.

Η παρουσία της Μενδώνη είναι, νομίζω, του ίδιου βεληνεκούς. Η ίδια δείχνει να γνωρίζει πρόσωπα, έργα και εκκρεμότητες μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας και δεν παραλείπει ποτέ να επαναλαμβάνει δημόσια ότι η Θεσσαλονίκη αποτελεί κυβερνητική προτεραιότητα, μέσα από κατευθύνσεις και εντολές που δίνει ο ίδιος ο πρωθυπουργός στο Υπουργικό Συμβούλιο.

Μια που αναφερόμαστε λοιπόν στην εν λόγω διοργάνωση θα ήθελα απλώς να σημειώσω το εξής: Η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης έχει από γεννησιμιού της στον τίτλο της την ίδια την πόλη. Πώς γίνεται λοιπόν, μετά από όλες αυτές τις προθέσεις που ακούμε, η ΔΕΒΘ να μην διαθέτει ένα, έστω υποτυπωδώς στελεχωμένο, γραφείο στη Θεσσαλονίκη;

Γιατί καλό και το ΕΛΙΒΙΠ και οι νέες του εγκαταστάσεις στο κέντρο της Αθήνας, όπως είδαμε, αλλά η δουλειά με τους φορείς της πόλης, τους ανθρώπους και το κοινό της, πρέπει να γίνεται από στελέχη με εντοπιότητα που διαμένουν στη Θεσσαλονίκη και γνωρίζουν καλά και τη δομή και τις ιδιαιτερότητές της.

Μόνο έτσι θα σταματήσουμε επιτέλους να ακούμε κάθε φορά που λέμε σε κάποιον ότι πηγαίνουμε στην Έκθεση Βιβλίου: «Α, γι’ αυτό βρέχει πάλι;»… Και όχι με «μπαλώματα», όπως το μεγάλο banner του δημαρχείου και τα 800 ταξί που διαθέτουν ενημερωτικό υλικό!

Καλά είναι φυσικά και αυτά. Όμως η Θεσσαλονίκη διαθέτει πενταπλάσια ταξί και για να νιώσει στο πετσί της την Έκθεση χρειάζεται αυτό να καλλιεργείται στην πόλη όλο τον χρόνο, με δράσεις, δραστηριότητες, εκδηλώσεις, εκπαιδευτικά προγράματα, συνεργασίες σε όλη της διάρκεια του έτους.

Όπως γίνεται με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, έναν από τους πολιτιστικούς οργανισμούς - πρότυπα, κατ’ εμέ, αυτή τη στιγμή, σε όλη την Ελλάδα.

Μην έρχεστε, λοιπόν, κάθε Μάιο, μας λέτε πόσο σπουδαία και επιτυχημένη είναι η έκθεση και μετά φεύγετε, αφήνοντας την πόλη να σας θυμάται μόνο μέχρι την επόμενη διοργάνωση.

Γιατί έτσι αισθάνεται πολύς κόσμος στη Θεσσαλονίκη. Και ίσως αξίζει οι αρμόδιοι να το σκεφτούν λίγο πιο σοβαρά αυτό.