Τα μεγάλα «ναι» και τα μεγάλα «όχι». Γράφει η Μπαγιάτισσα

Τα μεγάλα «ναι» και τα μεγάλα «όχι». Γράφει η Μπαγιάτισσα

Από ένα αγαπημένο ποίημα του Καβάφη, με ιταλικό τίτλο, οι στίχοι «Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι να πούνε». Γιορτάσαμε την εθνική μας επέτειο και το μεγάλο, ηρωικό όχι του έθνους και του λαού μας που μας παρέσυρε στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ενός πολέμου που άφησε ανεξίτηλα τραύματα στην ανθρωπότητα, φέρνοντας τον άνθρωπο απέναντι στη χειρότερη εκδοχή του ανθρώπου. Στο υπέρτατο όριο της κακίας, της συμφοράς, της καταστροφικής μανίας. Ένας πόλεμος που με το ολοκαύτωμα και τα τρομακτικά του εγκλήματα άλλαξε για πάντα το πρόσωπό μας.

Πρώτα από όλα, σημειώνω πως η ρήση στη Φιλοσοφική Σχολή είναι «Μούσαις Χάρισι θύε», εκ παραδρομής στην επιμέλεια του κειμένου για το άρθρο της προηγούμενης εβδομάδας χάθηκε το πρωτότυπο. Ζητώ, με το διορθωτικό, συγγνώμη αν σας στεναχώρησα.

Στα δικά μας, η παρέλαση της 28ης Οκτώβρη πέρασε και άφησε την πόλη από τους πανηγυρισμούς στους αναλογισμούς και τους απολογισμούς της. Σε ανάμνηση ενός μεγάλου και μεγαλειώδους «όχι» που άλλαξε τον ρου της ιστορίας της Ελλάδας. Αυτό το «όχι» ήταν ομόψυχο και έφερε ένα έθνος στους δρόμους, στο αίμα, στην ιστορία του διχασμού και της αντίστασης. Κάποιοι είπαν «ναι» τότε και την ιστορία τους την αφηγείται στο αριστουργηματικό «Οι δωσίλογοι: Ένοπλη, πολιτική και οικονομική συνεργασία στα χρόνια της Κατοχής» ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια).

Είναι η ιστορία της Κατοχής που δεν μας είναι άγνωστη όχι απλά από την ιστορία των βιβλίων, αλλά και από τις αφηγήσεις των δικών μας. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να αναλογίζεται την πείνα και να απολογείται που πήρε σπόρους από ένα τσουβάλι που δεν της άνηκε για εκείνη και τα αδέρφιά της. Τη θεία σε μικρή ηλικία να χαιρετά μία εβραιοπούλα φίλη της που έφευγε με ένα τρένο. Μία ατελείωτη σειρά ανθρώπων να περνά από την Αγίων Πάντων για να σταλεί στη θανάτωση. Ανάμεσα στους ανθρώπους η θεία αναγνώρισε τη Ρόζα και φώναζε «μαμά, η Ρόζα μας…». Δεν την ξαναείδε ποτέ. Θεσσαλονίκη, όπως έγραψε ο Μark Mazower, η πόλη των φαντασμάτων (ένα ακόμα έξοχο βιβλίο για την εβραϊκή ιστορία και την ιστορία των Εβραίων της πόλης μας).

Τι να πρωτοπούμε; Τα χωριά της Μακεδονίας με τους νεκρούς, νέους και νέες, φωτογραφίες στα καφενεία. Ξεκληρισμένα ολόκληρα χωριά. Οι πόλεις παραδομένες στην πείνα και την καταστροφή. Πέρασε στο οικογενειακό μας DΝΑ αυτή η μνήμη και μετά τα μάθαμε, τα διαβάσαμε, τα γιορτάσαμε στα θρανία. Ο τρόμος της σειρήνας και της πείνας. Αφηγήσεις των δικών μας ανθρώπων. Ο κατοχικός λιμός, αποστεωμένα παιδιά με απορημένα μάτια. Η συμπεθέρα που έχασε τη μάνα της στη φυλακή, της τη σκοτώσανε και ορφάνεψε νέα, ο προπάππους μου που έμεινε στον δρόμο, να θρέψει τόσα στόματα, γιατί ο αδερφός του ήταν αντάρτης στα βουνά. Στον πόλεμο κατασκεύαζε καταφύγια, ως εργοδηγός του Ο.Σ.Ε. που ήταν. Kαι μετά: Ανελέητο κυνήγι. Οι ταγματασφαλίτες και ο εμφύλιος. Αδερφός σε αδερφό.

Κι αυτό κρατά χρόνια, δηλαδή η τάση να αποσιωπάται το αδυσώπητο στίγμα των δωσίλογων, των λαδέμπορων, των γερολαδάδων και των μαυραγοριτών. Που συνέχισαν πέρα από τον Οκτώβρη του 1944. Μία βία που αιματοκύλισε την Ελλάδα, τραυμάτισε τον κοινωνικοπολιτικό ιστό και αποτελεί το υπόστρωμα του φασισμού στη χώρα μας. Πάντα επιμένουμε στο μεγάλο «όχι» και η 28η Οκτωβρίου είναι γνωστή στην ευρωπαϊκή ιστορία ως «η ημέρα του όχι», ενώ ποτέ δεν πρέπει να παραβλέπουμε πως κάποιοι είπαν ναι.

Ένα μεγάλο, προδοτικό «ναι» που μπορεί να ήταν εξηγήσιμο από τους όρους και τον φόβο της συνθήκης, αλλά δεν πρέπει να παραβλέπεται ως η άλλη όψη της ιστορίας. Η ηρωοποίηση και το εθνικό φρόνημα αναπαύονται στους νεκρούς του «όχι», αλλά και κάτι άλλο έγινε: Φασιστοποίηθηκε ένα μέρος του πληθυσμού. Είναι και στο οικογενειακό DNA το μεγάλο «ναι» των προγόνων που δεν ήταν η πλειοψηφία, αλλά αυτό δεν το γνωρίζουμε πώς λειτουργεί, γιατί είναι τόσες οικογένειες που είχαν στον κόλπο τους και «όχι» και «ναι». Μάθαμε μόνο ή κυρίως το «όχι». Είναι επιτακτικό, όμως, να μελετήσουμε το «ναι» και τις επιπτώσεις του, γιατί η ιστορία δυστυχώς επαναλαμβάνεται. Την πρώτη φορά, κατά Μαρξ, ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα. Έστω ως μία τραγική φάρσα.

Σήμερα, Κυριακή 1 Νοέμβρη είναι η γιορτή των Αγίων Πάντων των Καθολικών και αύριο, στις 2 Νοέμβρη, ακολουθεί η Ανάμνηση των Κεκοιμημένων (ή Ημέρα των Ψυχών), κατά την οποία οι καθολικοί πιστοί προσεύχονται για τις ψυχές που βρίσκονται στο καθαρτήριο. Άνθη, φαναράκια, λουλουδάκια της εποχής θα κοσμήσουν τους τάφους προγόνων εκατέρωθεν. Συγγενείς που ποτέ δεν ενηλικιώθηκαν, φαντάροι που έφυγαν με τον τρόμο της κτηνωδίας στα μάτια, παιδιά που δεν γνώρισαν παρά τη φρίκη. Σπαρμένη η Ευρώπη με τις ζωές τους, το αίμα και το τίμημα.

Ξαναγυρίζοντας στον σοφό Καβάφη, στο ποίημα που προανήγγειλα «Che fece . . . . il gran rifiuto» (αυτός που προέβη στη μεγάλη άρνηση) διαβάζουμε στη συνέχεια: «Φανερώνεται αμέσως όποιος το ’χει έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του. Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει εκείνο τ’ όχι -το σωστό- εις όλην την ζωή του».

Πόσες φορές στη ζωή μας λέμε αυτά τα «ναι» ή τα «όχι» και πόσες φορές μας καταβάλλει το να πρέπει να πάρουμε μία οριστική θέση. Πρέπει, όμως, να αναγνωρίζουμε και να οικειοποιούμαστε την ιστορία των αποδοχών και των αρνήσεων, ώστε να είμαστε έτοιμοι όταν έρθει η ώρα για τις μεγάλες αποφάσεις. Χωρίς να χρειαστεί να μετανιώσουμε.

*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 01.11.2026