- Newsroom
Σε πόλο έλξης για επενδυτές του χώρου της ξενοδοχίας φαίνεται ότι εξελίσσεται η Θεσσαλονίκη, στο δυναμικό της οποίας αναμένεται να προστεθούν έως το 2030 περίπου 1500 νέες κλίνες, πέραν των χιλιάδων που ήδη δημιουργήθηκαν κατά τα αμέσως προηγούμενα χρόνια. Η επικείμενη έλευση αλυσίδων παγκόσμιας εμβέλειας -όπως η «Hilton»- αυξάνει το διεθνές γόητρο της πόλης και δημιουργεί προϋποθέσεις για περαιτέρω τουριστική ανάπτυξη. Επιπλέον, ευοίωνες προοπτικές για τη δυναμική της πόλης εκτιμάται ότι διαμορφώνει η προσδοκία των επενδυτών ότι οι αποδόσεις τους θα είναι μεγάλες στα επόμενα χρόνια, καθώς στα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης καταγράφεται σήμερα χαμηλή μέση ημερήσια τιμή δωματίου (ADR), σε σχέση με την Αθήνα, και άρα υπάρχουν σημαντικά περιθώρια ανοδικής κίνησης. Στον αντίποδα, η δυσκολία ανεύρεσης των κατάλληλων χώρων για τη στέγαση ξενοδοχείων (ιδίως στο κέντρο της πόλης τα διαθέσιμα ακίνητα έχουν σχεδόν εκλείψει) και η γραφειοκρατία εξακολουθούν ν' αποτελούν «αγκάθια» στον δρόμο των επενδυτών, ενώ παρά το γεγονός ότι οι ήδη υφιστάμενες μονάδες χρήζουν ανακαίνισης, αυτή σε πολλές περιπτώσεις αναβάλλεται, γιατί οι όροι των επιδοτούμενων προγραμμάτων δεν επιτρέπουν πάντα την αξιοποίησή τους από εκείνους που τα χρειάζονται.
Τα παραπάνω προκύπτουν από όσα ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης (ΕΞΘ), Ανδρέας Μανδρίνος. Πόσα είναι όμως τα ξενοδοχεία (σε νέα ή ριζικά ανακαινισμένα κτήρια), που προβλέπεται να προστεθούν στο δυναμικό της Θεσσαλονίκης μέχρι το 2030; Κατά τον κ. Μανδρίνο, πρόκειται -σύμφωνα με όσα έχουν μέχρι στιγμής γίνει γνωστά- για οκτώ ξενοδοχεία μεγάλων κατηγοριών, με δυναμικότητα γύρω στις 1500 κλίνες. Οι κλίνες αυτές προστίθενται στις περισσότερες από 2000, που ήδη δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια, η πλειονότητα των οποίων -περίπου 1300- αφορούσε σε οκτώ πεντάστερα ξενοδοχεία, ενώ ακολούθησαν 12 τετράστερα με 1000 κλίνες, δύο μονάδες τριών αστέρων με 130 κλίνες και δύο hostels με 265.
Μεταξύ των πολυαναμενόμενων νέων «αφίξεων» στην πόλη περιλαμβάνονται οι εξής:
*To brand του διεθνούς ξενοδοχειακού ομίλου «Hilton» θα φιγουράρει από το 2029-2030, όπως έχει ήδη γράψει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, σε δύο κτήρια εντός του εμβληματικού συγκροτήματος της ιστορικής ζυθοποιίας ΦΙΞ. Το νέο πεντάστερο ξενοδοχείο, δυναμικότητας 184 δωματίων, αναμένεται να λειτουργήσει σε τρία ή τέσσερα χρόνια, με επικρατέστερο το 2029, ενώ η διαχείρισή του θα γίνεται απευθείας από τη «Hilton», στο πλαίσιο συμφωνίας διάρκειας 25 ετών με την Dimand, ιδιοκτήτρια του συγκροτήματος του ΦΙΞ. Από τα 184 πολυτελή δωμάτια και σουίτες του Hilton, τα 153 θα στεγαστούν σε νέο κτήριο που θα δημιουργηθεί για αυτό τον σκοπό (11.250 τμ), με την υπογραφή του παγκοσμίου εμβέλειας αρχιτεκτονικού γραφείου «Foster and Partners» και τα υπόλοιπα 31 σε διατηρητέο της πρώην ζυθοποιίας, στο οποίο θα αναπτυχθούν και άλλοι υποστηρικτικοί χώροι, σε εμβαδόν περίπου 7000 τμ.
*Στο δεύτερο μισό του 2027 αναμένεται να ολοκληρωθεί -όπως γνωστοποιήθηκε το περασμένο καλοκαίρι- το νέο πεντάστερο ξενοδοχείο της «Electra Hotels & Resorts» στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο επένδυσης ύψους άνω των 35 εκατ. ευρώ, που αφορά μονάδα 165 δωματίων στη συμβολή των οδών Τσιμισκή, Εθνικής Αμύνης και Δαγκλή. Πρόκειται για το δεύτερο ξενοδοχείο της Electra Hotels & Resort στη Θεσσαλονίκη, έπειτα από το εμβληματικό «Electra Palace» στην πλατεία Αριστοτέλους, που εγκαινιάστηκε το 1972 και ανακαινίστηκε το 2020.
*'Hδη από το 2022 η Υπηρεσία Δόμησης του Δήμου Θεσσαλονίκης έχει εγκρίνει την κατασκευή ξενοδοχείου στην οδό Λέοντος Σοφού 9, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για το τετράστερο «Hotel Louisa» της οικογένειας Γατένιο από τη Λάρισα, ύψους επένδυσης 16 εκατ. ευρώ. Επίσης, 52 δωμάτια προβλέπεται να αριθμεί το «Coco-Mat Du Nord» της «Μπλε Κέδρος ΑΕΕΑΠ», στην οδό Ζεύξιδος 8, το οποίο δημιουργείται σε υφιστάμενο κτήριο γραφείων με αλλαγή χρήσης.
Σε ερώτημα τι σημαίνει για την πόλη της Θεσσαλονίκης η έλευση διεθνούς εμβέλειας αλυσίδων, όπως η Hilton, ο κ. Μανδρίνος επισημαίνει ότι «οι πελάτες αυτών των εταιρειών είναι ό,τι καλύτερο για την περαιτέρω τουριστική ανάπτυξη της πόλης και θα συμβάλλουν πολύ περισσότερο από ό,τι άλλοι επισκέπτες στην οικονομική της άνοδο, λόγω και της υψηλής κατά κεφαλήν δαπάνης αυτών στην πόλη».
Ερωτηθείς αν υπάρχουν ακόμη ακίνητα ή κτήρια στο κέντρο, τα οποία θα μπορούσαν να μετατραπούν σε ξενοδοχειακές μονάδες απαντά πως έχουν πια μείνει ελάχιστα στο ιστορικό κέντρο, αλλά υπάρχουν χώροι περιφερειακά, όπως αυτός που επέλεξε η «Hilton». Ως προς το αν το ήδη υφιστάμενο δυναμικό των ξενοδοχείων της Θεσσαλονίκης χρήζει ανακαίνισης, σημειώνει πως σαφώς υφίσταται τέτοια ανάγκη, αλλά «μέχρι τώρα υπάρχει σημαντικό πρόβλημα, γιατί στα επιδοτούμενα προγράμματα υπάρχουν όροι, που είτε δυσκολεύουν είτε και απαγορεύουν στην πλειονότητα των ξενοδοχείων να τα αξιοποιήσουν». Προσθέτει ότι τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα όποιος επιθυμεί να ανοίξει ένα ξενοδοχείο στη Θεσσαλονίκη είναι η έλλειψη κατάλληλων χώρων και η γραφειοκρατία.
«Σχεδόν ανύπαρκτο» το ρίσκο της επένδυσης
Η μέση ημερήσια τιμή ανά δωμάτιο (ADR) στα ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης παραμένει χαμηλά σε σχέση με άλλες πόλεις, αλλά οι επενδυτές επιμένουν να δημιουργούν/ανακαινίζουν ξενοδοχεία ή να αναλαμβάνουν τη διαχείρισή τους. Είναι λοιπόν το χαμηλό ADR που τους κινεί, κάνοντάς τους να προσβλέπουν σε υψηλότερες αποδόσεις τα επόμενα χρόνια;
«Η απάντηση είναι απλή. Σίγουρα βλέπουν ότι η απόδοση θα είναι μεγάλη στα επόμενα χρόνια, γιατί η πόλη έχει πολύ χαμηλό ADR, σε σχέση με τη χώρα και με την Αθήνα και αν κάποιος βάλει στην εξίσωση τον προγραμματισμό νέων μεγάλων έργων, αλλά και την αποπεράτωση των μεγάλων υποδομών, διακρίνεται ότι το ρίσκο της επένδυσης είναι σχεδόν ανύπαρκτο» τονίζει.
Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έρευνα της εξειδικευμένης εταιρείας συμβούλων GBR Consulting, που παρουσιάστηκε τον περασμένο Απρίλιο, στη Θεσσαλονίκη κυριαρχούν οι 13 εθνικές ξενοδοχειακές αλυσίδες, οι οποίες ελέγχουν το 55% των ξενοδοχείων. Έπονται οι επτά διεθνείς αλυσίδες, με μερίδιο 33% και ακολουθούν οι δύο τοπικές, με 12%. Αναλυτικότερα, σχεδόν έξι στα δέκα (ποσοστό 57%) ξενοδοχεία πέντε αστέρων ανήκουν σε κάποιο brand, στα τετράστερα το αντίστοιχο ποσοστό είναι 30% και στα τριών αστέρων 9%, ενώ στις χαμηλότερες κατηγορίες, των δύο και ενός αστέρων, δεν υπάρχει παρουσία αλυσίδων.