- Newsroom
«Τα έξοχα κείμενα των Τριών Ιεραρχών, η θεολογία, η ευσέβεια, το εκκλησιαστικό τους φρόνημα, η ανθρωπολογική τους σοφία και οι παιδαγωγικές τους ιδέες έχουν εντυπωσιακή επικαιρότητα», τόνισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος εκφωνώντας τον πανηγυρικό λόγο στην Τελετή εορτασμού των Τριών Ιεραρχών, που πραγματοποιήθηκε σήμερα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Οι Τρεις Ιεράρχες, όπως ανέφερε στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα Τελετών του ΑΠΘ, κατόρθωσαν να διατυπώσουν με μοναδικό τρόπο την εμπειρία της εν Χριστώ σωτηρίας, χρησιμοποιώντας την ελληνική φιλοσοφική ορολογία και με τον λόγο και τη γραφίδα τους, ο Χριστιανισμός απευθύνθηκε με αξιώσεις στο πολιτισμικό περιβάλλον που ήταν άρρηκτα δεμένο με την ελληνική γλώσσα και παιδεία, εξέφρασε με δυναμισμό την ευαγγελική διδασκαλία και εμπλούτισε τόσο τη θεολογία όσο και την ελληνική φιλοσοφία.
«Η μνήμη των μεγάλων Πατέρων δεν είναι αναφορά στο παρελθόν, αλλά σε μια διαρκώς ζώσα εκκλησιαστική παράδοση θεωρίας και πράξης, η οποία φωτίζει το παρόν και αποτελεί οδοδείκτη για την πορεία μας στο μέλλον», επισήμανε ο Οικουμενικός Πατριάρχης εξηγώντας ότι χαρακτηριστικό του πνεύματος των Τριών Ιεραρχών είναι πως η παιδεία βρίσκεται στο κέντρο της σκέψης και της δράσης τους. «Η παιδεία όντως προϋποθέτει πάντοτε την ελευθερία του ανθρώπου, απευθύνεται σε αυτήν και επιδιώκει να την κατευθύνει προς το ‘’αγαθόν’’. Δεν υπάρχουν αυτοματισμοί στον εξανθρωπισμό του ανθρώπου. Η ελευθερία είναι πάντοτε χρέος, επιδίωξη και σκοπός, faciendum, όχι factum», υπογράμμισε.
Παρατηρώντας ότι η εμπειρία των αιώνων διδάσκει ότι η διαπαιδαγώγηση της νέας γενιάς είναι εγχείρημα δύσκολο και ιδιαίτερα απαιτητικό ο κ. Βαρθολομαίος σημείωσε ότι στα εγγενώς σύνθετα προβλήματα του παιδαγωγικού έργου προστίθενται σήμερα πρωτόγνωρες περιστασιακές δυσκολίες, όπως η κυριαρχία των νέων τεχνολογιών και των οικονομικών κριτηρίων στον χώρο της εκπαίδευσης.
«Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι ένα θαυμαστό εργαλείο και στο σχολείο, όμως επιβάλλει ευχερώς την άτεγκτη, τετραγωνική λογική του, τη μετατροπή των πάντων, ακόμη και των προσώπων, σε δεδομένα. Η μετατροπή των σχολείων σε “παραδείσους των νέων τεχνολογιών” δεν επιλύει το πρόβλημα της παιδείας. Αλυσιτελής είναι και η προσέγγιση και η οργάνωση της εκπαίδευσης αποκλειστικά στη βάσει οικονομικών κριτηρίων», είπε.
Σε ό,τι αφορά τη ραγδαία ανάπτυξη και παγκόσμια κυριαρχία του τεχνολογικού πολιτισμού, τόνισε ότι αυτή δεν καθιστά ασήμαντα και ανενεργά τα όσα γνωρίζουμε για τον άνθρωπο, την ελευθερία του και την ανθρώπινη κατάσταση, καθώς όσο «η φύση των ανθρώπων παραμένει η ίδια», η αγωγή και η παιδεία θα ασκούν τον ανθρωποποιητικό τους ρόλο, θα αναφέρονται στην επιβίωση και στο ευ ζην, στη γνώση και στην πίστη, στην οικείωση της παράδοσης και στη συμβολή μας στον πολιτισμό, στη συμβίωση με τους συνανθρώπους μας και στην πολιτική ζωή, στην προσωπική ευθύνη και στη νοηματοδότηση της ύπαρξης, θα εκπροσωπούν δηλαδή αυτό που ο άνθρωπος «οφείλει να γίνει».
Στο πλαίσιο αυτό ο κ. Βαρθολομαίος υπενθύμισε πως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας διακήρυξε ότι «η επιστημονική γνώση δεν κινητοποιεί την ηθική βούληση του ανθρώπου, ο οποίος, αν και γνωρίζει τους κινδύνους, συνεχίζει να δρα σαν να μην τους γνώριζε».
«Η πνευματικότητα και η υπεύθυνος ελευθερία δεν αναπτύσσονται αυτομάτως και παραλλήλως προς την επιστημονική κατάρτιση και την τεχνογνωσία. Απαιτούνται ηθική και θρησκευτική αγωγή, παιδεία πνευματικών αξιών, οι οποίες θα αντλούν εκ της ακενώτου πηγής της πίστεως, του ήθους και του πολιτισμού της Ορθοδοξίας», τόνισε, εξηγώντας ότι στην εποχή μας, στην οποία η επιστημονική γνώση και η τεχνολογία είναι η μεγάλη δύναμη, που αλλάζει ριζικώς τη ζωή σε όλες τις πτυχές της και η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί μια βαθιά και πρωτόγνωρη τομή στην ιστορία του πολιτισμού, η θρησκευτική πίστη αναδεικνύεται ως η ετέρα «μεγάλη δύναμις», εκπρόσωπος όσων ίδιος άνθρωπος «δεν μπορεί να δώσει στον εαυτό του όπως και της αληθείας ότι το ανθρώπινον πρόσωπον είναι πάντοτε περισσότερον από αυτό πού δύναται να συλλάβει η επιστήμη» και στη βάση αυτή «η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας εμφανίζεται ως αποκάλυψις της ισχύος, αλλά και των ορίων της ανθρώπινης γνώσεως». Στο πλαίσιο αυτό, όπως κατέληξε, η θρησκευτική πίστη και η θεολογία αναγνωρίζουν τη δύναμη της επιστημονικής γνώσεως, «παραπέμπουσαι εν ταυτώ μετ’ εμφάσεως εις το πέραν της γνώσεως».
«Η παιδεία δεν είναι μόνο ζήτημα γνώσης, αλλά πρωτίστως σχέση, ευθύνη και στάση ζωής. Ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος υπήρξαν δάσκαλοι που γνώριζαν σε βάθος την επιστήμη και τη φιλοσοφία της εποχής τους, αλλά ταυτόχρονα δίδαξαν με το προσωπικό τους παράδειγμα ότι η αληθινή γνώση φωτίζεται και ολοκληρώνεται από την πνευματική καλλιέργεια και αποκτά νόημα μόνον όταν όταν υπηρετεί τον άνθρωπο», τόνισε στον χαιρετισμό του ο πρύτανης του ΑΠΘ, καθ. Κυριάκος Αναστασιάδης.
Απευθυνόμενος στον Πατριάρχη επισήμανε ότι η συμμετοχή του στην τελετή εορτασμού στο ΑΠΘ «προσδίδει σ΄αυτήν ιδιαίτερη βαρύτητα και υψηλό συμβολισμό, καθόσον η εορτή των Τριών Ιεραρχών, αποτελεί διαχρονικό σημείο αναφοράς για την ελληνική και την οικουμενική παιδεία».
Στην εκδήλωση, που ολοκληρώθηκε με την κοπή πίτας του ΑΠΘ για το νέο έτος, παρέστησαν εκπρόσωποι της κυβέρνησης, του κοινοβουλίου, κομμάτων, της αυτοδιοίκησης, των ενόπλων δυνάμεων, της ιεραρχίας και της πανεπιστημιακής κοινότητας του ΑΠΘ. Χαιρετισμούς απηύθυναν ο υφυπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Νίκος Παπαϊωάννου, ο υφυπουργός Εσωτερικών (τομέας Μακεδονίας Θράκης), Κωνσταντίνος Γκιουλέκας και ο υφυπουργός Ανάπτυξης, Σταύρος Καλαφάτης.