Τι έδειξε το «Ολύμπιον» και το ερώτημα για το ποιος θα είναι δεύτερος. Γράφει ο Μποξέρ*
Το χθεσινό πρωτοσέλιδο της «Μακεδονίας της Κυριακής» με τίτλο «Αναταράξεις στην αντιπολίτευση, προβληματισμός στην κυβέρνηση» αποτύπωσε μια πολιτική πραγματικότητα που εσχάτως συζητιέται πολύ. Είναι χαρακτηριστικό ότι και η χθεσινή «Καθημερινή της Κυριακής» είχε ως βασικό της θέμα τον κατακερματισμό που καταγράφει τη μάχη για τη δεύτερη θέση. Με τίτλο «Ο φόβος του εκλογικού πολτού» και με την εφημερίδα να περιγράφει τα σενάρια που προκύπτουν από τον πρωτοφανή συνωστισμό 4 κομμάτων στην περιοχή του 10%.
Αυτό το πολιτικό σκηνικό είναι πραγματικά πρωτοφανές για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Ποτέ στη χώρα μας από το 1974 μέχρι σήμερα όταν και έγιναν συνολικά 21 εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις δεν υπήρχε το ερώτημα « ποιοι είναι δύο μονομάχοι που συμμετέχουν στο ντέρμπι». Ίσως μόνο το 1974 και στις πρώτες εκλογές μετά την πτώση της χούντας να μην ήταν σαφές ποιος θα είναι ο δεύτερος. Θυμίζουμε ότι τότε η ΝΔ με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή είχε πάρει 54%, η Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις 20% και το πρωτοεμφανιζόμενο ΠΑΣΟΚ ήταν τρίτο με 13%. Από εκεί και πέρα όμως σε κάθε εκλογική αναμέτρηση υπήρχαν οι βασικοί παίκτες που ήταν μέχρι και το 2009 το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ. Ενδεικτικά θυμίζουμε ότι το ‘77 η ΝΔ πήρε 42% και το ΠΑΣΟΚ 25%, το ‘81 το ΠΑΣΟΚ 48% και η ΝΔ 35%, το ‘89 τον Ιούνιο η ΝΔ 44% και το ΠΑΣΟΚ 39%, το 2000 το ΠΑΣΟΚ 44% και η ΝΔ 43 και το 2009 το ΠΑΣΟΚ ήταν πρώτο με 44% και η ΝΔ δεύτερη με 33%. Ακόμα και το 2012, όταν άρχισε η χώρα να μπαίνει στις δύσκολες ημέρες των μνημονίων, υπήρχε ένας καθαρός πρώτος και ένας καθαρός δεύτερος: 30% η ΝΔ και 26% ο ΣΥΡΙΖΑ. Τα ίδια ντέρμπι συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια. Το 2015 τον Σεπτέμβριο ο ΣΥΡΙΖΑ είχε 35% και η ΝΔ 28% και το 2019 στην πρώτη του Κυριάκου Μητσοτάκη η ΝΔ 40 και ο ΣΥΡΙΖΑ 31%. Μόνο το 2023 πρωτοεμφανίστηκε το φαινόμενο του «ψάξτε για το δεύτερο». Η ΝΔ πήρε 41%, ο ΣΥΡΙΖΑ 17% και το ΠΑΣΟΚ 12%.
Το τι θα συμβεί το 2027 είναι ένα μεγάλο ερωτηματικό. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις η μόνη βεβαιότητα που υπάρχει είναι ότι η ΝΔ θα είναι πρώτο κόμμα, με ένα ποσοστό που θα ξεπερνά το 25%, ενώ για τον δεύτερο υπάρχουν μεγάλες αβεβαιότητες. Θα είναι το ΠΑΣΟΚ, που κινείται το τελευταίο διάστημα στην περιοχή του 12 με 14%, θα είναι τα πρωτοεμφανιζόμενα κόμματα της Μαρίας Καρυστιανού και του Αλέξη Τσίπρα, που κανείς δεν μπορεί να τα μετρήσει αυτή τη στιγμή με αξιοπιστία ή θα δούμε (κάτι αρκετά απίθανο) μία εκ νέου εκτόξευση της Πλεύσης Ελευθερίας ή ακόμη ακόμη της Ελληνικής Λύσης;
Μεγάλη μέχρι τότε λοιπόν η ρευστότητα που εκφράζεται και μέσα από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων αυτής της περιόδου. Αν ψάξουμε τώρα τις υπόγειες και φυσικά μη δημοσιοποιούμενες επιθυμίες, στη ΝΔ θα ήθελαν το ποσοστό του κόμματος να είναι καθαρά πάνω από το 30%, για να επιδιωχθεί στις δεύτερες εκλογές μια περαιτέρω αύξηση, αλλά και ενδεχομένως με την πόλωση που θα υπάρξει μια δεύτερη προσπάθεια για την επίτευξη της αυτοδυναμίας στη δεύτερη κάλπη. Κάποιοι βλέπουν θετικά να υπάρχει ένας βασικός αντίπαλος, ίσως ο Αλέξης Τσίπρας, τον οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κερδίσει σε πολλές αναμετρήσεις. Με τον Τσίπρα δεύτερο διευκολύνεται και το σενάριο που σκέφτονται πολλοί ΝΔ στην περίπτωση που δεν προκύψει ούτε στις δεύτερες κάλπες αυτοδυναμία. Ποιο είναι αυτό; Η συγκυβέρνηση με το τρίτο κόμμα που θα είναι το ΠΑΣΟΚ και το οποίο ως τρίτος πλέον θα είναι και ελαφρώς αποδυναμωμένο. Φυσικά υπάρχει και η παράμετρος της Μαρίας Καρυστιανού, όπου κανείς δεν μπορεί ακόμη να πει τίποτα με βεβαιότητα. Η εκκίνηση που έκανε η «Μαρία των Τεμπών» δείχνει ότι υπάρχουν δυνατότητες, αλλά και κοινό, όμως είναι πολύ πιθανόν σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, που θα ξεπεράσει τον ένα χρόνο, η φθορά που θα υποστεί ένα κόμμα που δεν έχει παρουσιάσει ούτε καν τη βασική του πεντάδα, να είναι μεγάλη. Αναμονή, λοιπόν.
Τρία σχόλια για τη βιβλιοπαρουσίαση του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη και γενικότερα για την παρουσία του πρώην πρωθυπουργού στην πόλη. Το πρώτο έχει να κάνει με τις συναντήσεις που έκανε και αυτές σηματοδοτούν το σαφές άνοιγμα που προσπαθεί να κάνει προς ένα χώρο πιο κεντρώο και απομακρυσμένο από το παραδοσιακό ακροατήριο του παλιού ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί ένας αριστερός πολιτικός που έρχεται στη Θεσσαλονίκη και τον πρώτο που βλέπει είναι ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (και μάλιστα σε ακριβό εστιατόριο) και ο δεύτερος ο δήμαρχος της πόλης είναι εμφανές ότι θέλει να στείλει ένα μήνυμα ότι η διεύρυνση προς το κέντρο τον ενδιαφέρει. Αλλά και η θεσμικότητα.
Το δεύτερο σχόλιο έχει να κάνει με τη συγκέντρωση και το ακροατήριό της. Μια ανοργανωσιά υπήρχε, αλλά αυτό συγχωρείται. Γιατί στο κάτω κάτω όλα στο νέο εγχείρημα βρίσκονται ακόμα στην αρχή. Το βασικό σχόλιο ήταν περισσότερο ποιοτικό και αφορούσε στη σύνθεση της συγκέντρωσης. Εκεί κυριάρχησε η δεξαμενή του παλιού ΣΥΡΙΖΑ, με ψηφοφόρους που κάτι περιμένουν από τον πρώην πρωθυπουργό. Ενώ αντίθετα πολύ μικρό μερίδιο στη συγκέντρωση είχαν οι πασόκοι. Και εκεί υπάρχουν πολλοί που είτε έχουν απομακρυνθεί από τον Νίκο Ανδρουλάκη είτε δεν τρελαίνονται μαζί του. Και περιμένουν. Επίσης διακρίναμε την απόλυτη απουσία της θεσμικής Θεσσαλονίκης, αλλά και της νεολαίας. Χωρίς αυτά τα δύο και κυρίως χωρίς τη νεολαία (δεν αρκεί μια προκάτ συγκέντρωση που έγινε την προηγούμενη ημέρα στο Bazar) η στροφή προς το Κέντρο, αλλά και η γενικότερη στροφή προς ένα νέο πολιτικό ακροατήριο για τον Αλέξη Τσίπρα θα είναι σχεδόν ακατόρθωτη. Και τρίτον: ας μην βιαζόμαστε για την ανακοίνωση του νέου κόμματος, όπως λένε κάποιοι ως κριτική. Θα γίνουν -όπως έχει σχεδιαστεί- όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις και μετά…
*Ένας Αθηναίος που ζει τη Θεσσαλονίκη