Η Ουάσινγκτον προειδοποιεί για αντίποινα εάν η ΕΕ περιορίσει την πρόσβαση των αμερικανικών εταιριών στην ευρωπαϊκή αγορά
Τι δήλωσε ο Αμερικανός πρέσβης στην Ε.Ε Άντριου Πάζντερ
Πόσες φορές οι Γάλλοι έκαναν «ριπλέι» τη Γαλλική Επανάσταση; Από τη Βαστίλη και την Παρισινή Κομμούνα μέχρι τον Μάη του ’68, τα Κίτρινα Γιλέκα και τις σημερινές φλόγες, η Γαλλία επιστρέφει στους δρόμους
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην GoogleΣτο Παρίσι, η Ιστορία έχει μια παράξενη συνήθεια. Δεν μένει ποτέ για πολύ κλεισμένη στα βιβλία. Βγαίνει στους δρόμους, στήνει οδοφράγματα, φωνάζει συνθήματα και, κάποιες φορές, βάζει φωτιά σε ό,τι βρίσκει μπροστά της. Από τα καλντερίμια της Βαστίλης μέχρι τις λεωφόρους της σύγχρονης γαλλικής πρωτεύουσας, οι αιώνες αλλάζουν, οι κυβερνήσεις πέφτουν, οι πρόεδροι έρχονται και παρέρχονται. Η οργή, όμως, επιστρέφει.
Και επιστρέφει με έναν τρόπο σχεδόν τελετουργικό.
Στην Πλατεία της Δημοκρατίας, την περίφημη Place de la République, και στους γύρω δρόμους, οι εικόνες του Σαββάτου μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από διαφορετικές εποχές. Φλεγόμενα αυτοκίνητα, σπασμένες βιτρίνες, σύννεφα δακρυγόνων και αστυνομικοί με πλήρη εξάρτυση. Λίγα μέτρα παραπέρα, άνθρωποι κάθε ηλικίας διαδηλώνουν ειρηνικά, ανεμίζουν σημαίες και διεκδικούν μια καλύτερη ζωή.
Δύο όψεις της ίδιας ημέρας. Η κοινωνική διαμαρτυρία και η καταστροφική βία, όχι απαραίτητα από τους ίδιους ανθρώπους, συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο κάδρο.
Είναι μια εικόνα που η Γαλλία γνωρίζει καλά.
Οι Γάλλοι έχουν μάλιστα την κατάλληλη λέξη: Rebelote! Στην καθημερινή τους γλώσσα σημαίνει «πάλι από την αρχή», «άλλη μία φορά», «ξανά το ίδιο έργο».
Και στην ιστορία της Γαλλίας, το έργο αυτό έχει παιχτεί πολλές φορές. Με διαφορετικούς πρωταγωνιστές, διαφορετικά αιτήματα, αλλά συχνά με το ίδιο σκηνικό: το Παρίσι, τους δρόμους και μια εξουσία που δυσκολεύεται να ακούσει προτού η δυσαρέσκεια μετατραπεί σε έκρηξη.
Το Σάββατο 17 Οκτωβρίου, η Γαλλία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα από τα πιο εκτεταμένα κύματα κοινωνικής αναταραχής των τελευταίων ετών.
Οι διαδηλώσεις αποτελούν τη συνάντηση δύο ρευμάτων δυσαρέσκειας: των μαθητικών κινητοποιήσεων, που ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο με αιτήματα για περισσότερους εκπαιδευτικούς και καλύτερες σχολικές υποδομές, και ενός ευρύτερου κινήματος κατά της ακρίβειας, που αναβιώνει στοιχεία από τις κινητοποιήσεις των Κίτρινων Γιλέκων.
Η αύξηση του κόστους ζωής, οι τιμές των καυσίμων, οι πιέσεις στα εισοδήματα, η κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών και η αίσθηση ότι η πολιτική εξουσία έχει απομακρυνθεί από την καθημερινότητα των πολιτών έγιναν ο κοινός παρονομαστής.
Στους δρόμους συναντήθηκαν μαθητές, φοιτητές, εργαζόμενοι, συνδικάτα, συνταξιούχοι και παλιοί υποστηρικτές των Κίτρινων Γιλέκων, ανασύροντας από τη συλλογική μνήμη τη μεγάλη εξέγερση του 2018.
Η συμμετοχή; Τεράστια.
Σύμφωνα με τον προσωρινό απολογισμό που ανακοίνωσε το βράδυ του Σαββάτου ο υπουργός Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, περίπου 550.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις σε όλη τη χώρα, από τους οποίους 110.000 στο Παρίσι.
Η συνδικαλιστική οργάνωση CGT, μαζί με οργανώσεις νεολαίας και φορείς των κινητοποιήσεων, ανέβασε την εκτίμηση στις 800.000.
Η απόκλιση των αριθμών είναι χαρακτηριστική της διαχρονικής διαμάχης ανάμεσα στις γαλλικές αρχές και τους οργανωτές των μεγάλων διαδηλώσεων.
Η βία, ωστόσο, επισκίασε μεγάλο μέρος της κινητοποίησης. Ή τουλάχιστον αυτήν βλέπουμε στα παραδοσιακά ΜΜΕ.
Στο Παρίσι, συγκρούσεις ξέσπασαν στην Πλατεία της Δημοκρατίας και σε άλλες περιοχές. Αυτοκίνητα και κάδοι πυρπολήθηκαν, καταστήματα λεηλατήθηκαν και οι αστυνομικές δυνάμεις χρησιμοποίησαν δακρυγόνα και υδροφόρα οχήματα.
Στη Λιόν πυρπολήθηκε το γραφείο τουρισμού, στη Μασσαλία σημειώθηκε εισβολή στο δημαρχείο, ενώ ταραχές και καταστροφές καταγράφηκαν στη Ρεν, στο Μπορντό, στη Λιλ και σε άλλες πόλεις.
Στη Λιμόζ, ο υπουργός Εσωτερικών ανακοίνωσε ότι ξέσπασε πυρκαγιά στο δημαρχείο ύστερα από εισβολή στο κτίριο, ενώ στο Μπορντό οι λεηλασίες στην εμπορική οδό Σεντ-Κατρίν συνοδεύτηκαν από μεγάλη πυρκαγιά σε κατάστημα.
Ο Λοράν Νουνιές έκανε λόγο, το βράδυ, για περίπου 400 συλλήψεις και 60 τραυματίες μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας, σύμφωνα με τον προσωρινό απολογισμό του.
Η κυβέρνηση του Σεμπαστιέν Λεκορνί καταδίκασε τις καταστροφές και κατήγγειλε τη δράση βίαιων ομάδων. Ο υπουργός Εσωτερικών απέδωσε μεγάλο μέρος των επεισοδίων στην άκρα αριστερά, κάνοντας λόγο για οργανωμένες επιθέσεις εναντίον αστυνομικών, εμπορικών καταστημάτων και δημόσιων κτιρίων.
Από την άλλη πλευρά, διαδηλωτές, οργανώσεις δικαιωμάτων και εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης καταγγέλλουν υπέρμετρη αστυνομική καταστολή.
Και πράγματι, η αστυνομική βία αποτελεί ήδη ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα της κρίσης.
Οι προηγούμενες εβδομάδες είχαν σημαδευτεί από βαρείς τραυματισμούς ανήλικων διαδηλωτών, ελέγχους για πιθανές παραβιάσεις από αστυνομικούς και έντονες αντιπαραθέσεις για τη χρήση όπλων καταστολής.
Μέχρι τις 16 Οκτωβρίου, είχαν ανοίξει 36 έρευνες από την υπηρεσία εσωτερικών υποθέσεων της αστυνομίας, τέσσερις από τις οποίες αφορούσαν σοβαρούς τραυματισμούς.
Το βράδυ του Σαββάτου έγινε γνωστό ότι ένας ακόμη ανήλικος, 17 ετών, τραυματίστηκε σοβαρά στο χέρι στο Σεντ-Ετιέν από αστυνομική χειροβομβίδα, με την υπόθεση να τίθεται υπό διερεύνηση.
Το σημαντικότερο, όμως, ίσως δεν είναι πόσες φωτιές άναψαν το Σάββατο. Είναι πόσες διαφορετικές κοινωνικές ομάδες αισθάνθηκαν ότι έχουν πλέον λόγο να κατέβουν ταυτόχρονα στον δρόμο.
Σε μια χώρα που φλέγεται από κοινωνική ένταση, τα βλέμματα στρέφονται αναπόφευκτα στον πρόεδρο.
Πού είναι ο Εμανουέλ Μακρόν; Γιατί η γαλλική κοινωνία μοιάζει να απομακρύνεται διαρκώς από την πολιτική του; Και πόση εξουσία απομένει σε έναν πρόεδρο που πλησιάζει στο τέλος της δεύτερης θητείας του;
Τα δελτία μιλούσαν για "εξαφάνιση" ή για τον Πρόεδρο που κρύβεται σε άγνωστη τοποθεσία. Ο Μακρόν εμφανίστηκε δημοσίως στις 16 Οκτωβρίου στις Βρυξέλλες, ζητώντας ηρεμία και σεβασμό των προσώπων και των περιουσιών.
Το βράδυ του Σαββάτου τοποθετήθηκε εκ νέου, μέσω της πλατφόρμας X, καταδικάζοντας τις καταστροφές και προαναγγέλλοντας την τιμωρία των υπευθύνων.
Ο Γάλλος πρόεδρος υποστήριξε ότι η βία δεν έχει θέση στη Δημοκρατία και εξέφρασε τη στήριξή του στις δυνάμεις ασφαλείας, καταγγέλλοντας όσους, όπως ανέφερε, επιχειρούν να πλήξουν τους θεσμούς και να εμποδίσουν την ειρηνική έκφραση των κοινωνικών αιτημάτων.
Η πολιτική, ωστόσο, δεν μετριέται μόνο με δημόσιες εμφανίσεις.
Ο άλλοτε φιλόδοξος μεταρρυθμιστής, που το 2017 υποσχέθηκε να υπερβεί τις παραδοσιακές διαιρέσεις της γαλλικής πολιτικής σκηνής, έχει περάσει μεγάλο μέρος της προεδρίας του αντιμέτωπος με απεργίες, εξεγέρσεις, κοινωνικές συγκρούσεις και μια διαρκώς δυσκολότερη κοινοβουλευτική πραγματικότητα.
Με τις προεδρικές εκλογές του 2027 να πλησιάζουν, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν ο Μακρόν μπορεί να αποκαταστήσει την τάξη. Είναι αν μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη.
Γιατί η σημερινή κρίση δεν γεννήθηκε ξαφνικά. Έχει μια μακρά ιστορία πίσω της.
Και στη Γαλλία, όταν η Ιστορία επιστρέφει, σπανίως χτυπά διακριτικά την πόρτα.
Όλα αρχίζουν, τουλάχιστον στη σύγχρονη πολιτική μνήμη της χώρας, στις 14 Ιουλίου 1789.
Η Γαλλία βυθίζεται σε μια οικονομική και πολιτική κρίση. Το βασιλικό κράτος αντιμετωπίζει τεράστια χρέη, οι κοινωνικές ανισότητες είναι βαθιές, η τιμή του ψωμιού προκαλεί απόγνωση και η μοναρχία του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ μοιάζει ανίκανη να δώσει απαντήσεις.
Οι Παριζιάνοι καταλαμβάνουν τη Βαστίλη.
Το φρούριο-φυλακή δεν είναι απλώς ένα στρατιωτικό κτίριο. Είναι σύμβολο της βασιλικής αυθαιρεσίας. Η πτώση του θα γίνει το διασημότερο σύμβολο μιας επανάστασης που ξεκίνησε με αιτήματα πολιτικής συμμετοχής και δικαιοσύνης και κατέληξε να ανατρέψει ολόκληρη την κοινωνική και πολιτική τάξη.
Τα φεουδαρχικά προνόμια καταργούνται, διακηρύσσονται τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, το 1792 η μοναρχία καταργείται και γεννιέται η Πρώτη Γαλλική Δημοκρατία.
Ακολουθούν, όμως, και τα σκοτεινά κεφάλαια: η Τρομοκρατία, οι εκτελέσεις, οι εσωτερικές συγκρούσεις και τελικά η άνοδος του Ναπολέοντα.
Η επανάσταση δεν υπήρξε ποτέ μια απλή, ρομαντική ιστορία ελευθερίας. Υπήρξε ταυτόχρονα ένα τεράστιο άλμα πολιτικών δικαιωμάτων και μια περίοδος ακραίας βίας.
Άφησε, όμως, κάτι που καμία μεταγενέστερη εξουσία δεν μπόρεσε να εξαφανίσει: την πεποίθηση ότι ο λαός μπορεί να αμφισβητήσει ακόμη και τους πιο ισχυρούς θεσμούς.
Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι μία τόσο μεγάλη επανάσταση θα ήταν αρκετή για έναν λαό. Όχι για τους Γάλλους.
Τον Ιούλιο του 1830, το Παρίσι ξαναγεμίζει οδοφράγματα. Ο βασιλιάς Κάρολος Ι΄ επιδιώκει να περιορίσει τις πολιτικές ελευθερίες και την ελευθερία του Τύπου. Η απάντηση έρχεται με την εξέγερση των «Τριών Ενδόξων Ημερών» — Les Trois Glorieuses, 27, 28 και 29 Ιουλίου.
Ο βασιλιάς ανατρέπεται.
Στη θέση του ανεβαίνει ο Λουδοβίκος Φίλιππος, εγκαινιάζοντας μια νέα συνταγματική μοναρχία. Δεν είναι το τέλος της βασιλείας, αλλά είναι άλλη μία απόδειξη ότι στο Παρίσι η νομιμότητα της εξουσίας μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση μέσα σε λίγες ημέρες.
Είναι, άλλωστε, αυτή η επανάσταση που εμπνέει τον Ευγένιο Ντελακρουά να ζωγραφίσει την περίφημη «Ελευθερία οδηγεί τον λαό», έναν πίνακα που πολλοί συνδέουν λανθασμένα αποκλειστικά με το 1789.
Κι όμως, μόλις 18 χρόνια αργότερα, οι Γάλλοι αποφασίζουν ότι ούτε η νέα μοναρχία τούς ικανοποιεί.
Τον Φεβρουάριο του 1848, η οικονομική κρίση, η ανεργία και το αίτημα για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις οδηγούν ξανά σε εξέγερση. Ο Λουδοβίκος Φίλιππος ανατρέπεται και ανακηρύσσεται η Δεύτερη Δημοκρατία, με καθιέρωση της καθολικής ανδρικής ψηφοφορίας.
Η αισιοδοξία δεν κρατά πολύ. Τον Ιούνιο, μια νέα εργατική εξέγερση καταστέλλεται αιματηρά, αποκαλύπτοντας το βαθύ χάσμα ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις.
Μέσα σε λιγότερο από έξι δεκαετίες, η Γαλλία είχε γνωρίσει τρεις μεγάλες επαναστάσεις: 1789, 1830, 1848.
Και δεν είχε πει ακόμη την τελευταία της λέξη.
Στις 4 Σεπτεμβρίου 1870, η Γαλλία γράφει άλλο ένα κεφάλαιο στην επαναστατική της ιστορία.
Η ήττα του Ναπολέοντα Γ΄ από την Πρωσία στη μάχη του Σεντάν και η αιχμαλωσία του αυτοκράτορα προκαλούν την κατάρρευση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας.
Στο Παρίσι, πλήθη πολιτών κινητοποιούνται απαιτώντας την ανατροπή του καθεστώτος.
Η Τρίτη Δημοκρατία ανακηρύσσεται, τερματίζοντας την αυτοκρατορική εξουσία.
Η ανατροπή αυτή διαφέρει από τις επαναστάσεις του 1789 και του 1848, καθώς συνδέεται άμεσα με τη στρατιωτική ήττα και την αποσύνθεση του καθεστώτος. Παραμένει, ωστόσο, μια καθοριστική πολιτική μεταβολή, στην οποία η κινητοποίηση των Παριζιάνων διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Η χώρα δεν έχει προλάβει να σταθεροποιηθεί.
Σε λίγους μήνες, το Παρίσι θα εξεγερθεί ξανά.
Και αυτή τη φορά η σύγκρουση δεν θα αφορά απλώς το ποιος κυβερνά τη Γαλλία, αλλά το πώς μπορεί να οργανωθεί μια εντελώς διαφορετική κοινωνία.
Τον Μάρτιο του 1871, μετά τη γαλλική ήττα στον πόλεμο με την Πρωσία, το Παρίσι εξεγείρεται ξανά.
Η πρωτεύουσα αρνείται να υποταχθεί στις επιλογές της νέας κεντρικής εξουσίας και δημιουργεί την Παρισινή Κομμούνα — La Commune de Paris.
Για 72 ημέρες, η πόλη γίνεται το πεδίο ενός πρωτοποριακού, ριζοσπαστικού εγχειρήματος λαϊκής αυτοδιοίκησης, με κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και επαναστατικές φιλοδοξίες.
Το τέλος είναι τραγικό.
Τον Μάιο, οι κυβερνητικές δυνάμεις καταστέλλουν την Κομμούνα στη διάρκεια της «Αιματηρής Εβδομάδας» — La Semaine sanglante. Χιλιάδες άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους.
Η Παρισινή Κομμούνα μένει στην ιστορία ως ένα από τα σημαντικότερα επαναστατικά πειράματα του 19ου αιώνα.
Και το Παρίσι αποκτά ακόμη ένα φάντασμα που θα επιστρέφει κάθε φορά που η πόλη κατεβαίνει στα οδοφράγματα.
Δεν χρειάστηκε κάθε μεγάλη γαλλική εξέγερση να ανατρέψει ένα πολίτευμα. Μερικές φορές, αρκούσε να σταματήσει η χώρα να λειτουργεί.
Το 1936, μετά τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου και την ανάδειξη του Λεόν Μπλουμ στην πρωθυπουργία, ένα τεράστιο κύμα απεργιών και καταλήψεων εργοστασίων σαρώνει τη Γαλλία.
Η εργατική κινητοποίηση οδηγεί στις Συμφωνίες του Ματινιόν, οι οποίες προβλέπουν σημαντικές αυξήσεις μισθών και ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων.
Την ίδια περίοδο, η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου θεσπίζει με χωριστούς νόμους την εβδομάδα εργασίας των 40 ωρών και τις δύο εβδομάδες άδειας μετ' αποδοχών.
Η εξέγερση δεν ανατρέπει την κυβέρνηση. Την πιέζει να αλλάξει τους κανόνες.
Για εκατομμύρια εργαζομένους, το 1936 αποδεικνύει ότι ο δρόμος δεν είναι μόνο τόπος σύγκρουσης, αλλά μπορεί να γίνει και τόπος κοινωνικής κατάκτησης.
Αν το 1789 είναι ο ιδρυτικός μύθος της γαλλικής δημοκρατικής παράδοσης, ο Μάης του ’68 είναι το μεγάλο σύμβολο της σύγχρονης εξέγερσης.
Όλα αρχίζουν από τους φοιτητές. Από τη Ναντ και τη Σορβόννη, η αμφισβήτηση εξαπλώνεται στη γαλλική κοινωνία. Η νεολαία εξεγείρεται εναντίον του αυταρχισμού, των παγιωμένων κοινωνικών αντιλήψεων και των περιορισμών της εποχής.
Ακολουθούν οδομαχίες, καταλήψεις, οδοφράγματα και μια γενική απεργία στην οποία συμμετέχουν περίπου δέκα εκατομμύρια εργαζόμενοι.
Η Γαλλία παραλύει.
Ο πρόεδρος Σαρλ ντε Γκωλ βρίσκεται αντιμέτωπος με τη σοβαρότερη κρίση της εξουσίας του. Στις 29 Μαΐου φεύγει αιφνιδιαστικά για το Μπάντεν-Μπάντεν της τότε Δυτικής Γερμανίας, όπου συναντά τον στρατηγό Ζακ Μασί.
Για ώρες, η απουσία του γεννά τεράστια αβεβαιότητα για την τύχη της κυβέρνησης.
Είναι ίσως η πιο εντυπωσιακή ιστορική αντίστιξη με τις σημερινές φήμες γύρω από τον Μακρόν: το 1968 ένας Γάλλος πρόεδρος είχε πράγματι απομακρυνθεί απροσδόκητα από τη χώρα, εν μέσω μιας εκρηκτικής κρίσης.
Ο Ντε Γκωλ επιστρέφει, ανακτά την πρωτοβουλία και οι υποστηρικτές του κερδίζουν τις εκλογές του Ιουνίου.
Αλλά η Γαλλία δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια.
Ο Μάης του ’68 δεν ανέτρεψε το πολιτικό καθεστώς. Ανέτρεψε, όμως, αντιλήψεις για την εξουσία, την εργασία, τη σεξουαλικότητα, την παιδεία και τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία.
Ήταν μια πολιτική κρίση που εξελίχθηκε σε πολιτιστική επανάσταση. Και αποτελεί μέχρι και σήμερα σημείο αναφοράς για όλο τον κόσμο.
Δεκαοκτώ χρόνια μετά τον Μάη του ’68, η γαλλική νεολαία επιστρέφει μαζικά στους δρόμους.
Το φθινόπωρο του 1986, η κυβέρνηση του Ζακ Σιράκ επιχειρεί να προωθήσει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση Ντεβακέ, που προκαλεί φόβους για περιορισμό της πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση και ενίσχυση των ανισοτήτων.
Φοιτητές και μαθητές οργανώνουν πορείες, καταλήψεις και μαζικές κινητοποιήσεις.
Η κοινωνική ένταση κορυφώνεται τη νύχτα της 5ης προς την 6η Δεκεμβρίου, όταν ο 22χρονος Μαλίκ Ουσεκίν ξυλοκοπείται από αστυνομικούς στο Παρίσι και χάνει τη ζωή του.
Ο θάνατός του συγκλονίζει τη Γαλλία.
Η κυβέρνηση αναγκάζεται να υποχωρήσει. Στις 8 Δεκεμβρίου, ο Σιράκ ανακοινώνει την απόσυρση της επίμαχης μεταρρύθμισης.
Η εξέγερση του 1986 μένει στην ιστορία ως μία από τις σημαντικότερες μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις της μεταπολεμικής περιόδου.
Και ο θάνατος του Μαλίκ Ουσεκίν γίνεται σύμβολο των κινδύνων της αστυνομικής βίας.
Μια ιστορική μνήμη που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σήμερα, καθώς οι τραυματισμοί ανήλικων διαδηλωτών επαναφέρουν στο επίκεντρο της γαλλικής δημόσιας συζήτησης τα όρια της αστυνομικής καταστολής.
Τον χειμώνα του 1995, ο πρωθυπουργός Αλέν Ζιπέ, επί προεδρίας Ζακ Σιράκ, επιχειρεί να μεταρρυθμίσει το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα.
Η κοινωνική απάντηση είναι καταιγιστική.
Εκατομμύρια Γάλλοι συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις, οι συγκοινωνίες παραλύουν και η χώρα ζει μία από τις μεγαλύτερες απεργιακές συγκρούσεις της μεταπολεμικής ιστορίας της.
Έπειτα από εβδομάδες κινητοποιήσεων, η κυβέρνηση αναγκάζεται να αποσύρει το επίμαχο σκέλος της μεταρρύθμισης των ειδικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων, παρότι άλλα μέρη του σχεδίου προχωρούν.
Το μήνυμα είναι σαφές: στη Γαλλία μια κυβέρνηση μπορεί να διαθέτει την πολιτική εξουσία, αλλά αυτό δεν σημαίνει πάντοτε ότι μπορεί να επιβάλει χωρίς κοινωνική συναίνεση τις πιο αμφιλεγόμενες μεταρρυθμίσεις της.
Το 2005, η οργή δεν ξεκινά από το ιστορικό κέντρο του Παρισιού, αλλά από τα υποβαθμισμένα προάστια.
Ο θάνατος δύο εφήβων, του Ζιέντ Μπενά και του Μπουνά Τραορέ, από ηλεκτροπληξία ενώ προσπαθούσαν να αποφύγουν αστυνομικό έλεγχο, πυροδοτεί εβδομάδες ταραχών.
Χιλιάδες οχήματα καίγονται, δημόσια κτίρια γίνονται στόχος και η κυβέρνηση κηρύσσει κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Οι εικόνες συγκλονίζουν τη Γαλλία, φέρνοντας στην επιφάνεια ζητήματα κοινωνικού αποκλεισμού, φυλετικών διακρίσεων, ανεργίας και σχέσεων αστυνομίας και νεολαίας.
Έναν χρόνο αργότερα, το 2006, μαθητές και φοιτητές πρωταγωνιστούν σε μια διαφορετική κινητοποίηση, εναντίον της σύμβασης πρώτης πρόσληψης, του περίφημου Contrat première embauche (CPE), που θα επέτρεπε ευκολότερες απολύσεις νέων εργαζομένων κατά τα πρώτα δύο χρόνια απασχόλησης.
Οι κινητοποιήσεις γίνονται τόσο ισχυρές ώστε η κυβέρνηση εγκαταλείπει τη ρύθμιση.
Για άλλη μία φορά, οι νέοι αποδεικνύονται καθοριστική δύναμη των γαλλικών κοινωνικών συγκρούσεων.
Το 2010, η προσπάθεια του Νικολά Σαρκοζί να αυξήσει το κατώτατο όριο συνταξιοδότησης από τα 60 στα 62 έτη προκαλεί μεγάλες απεργίες και διαδηλώσεις.
Αυτή τη φορά, όμως, η κυβέρνηση επιμένει και η μεταρρύθμιση προχωρά.
Το 2016, η εργασιακή μεταρρύθμιση επί προεδρίας Φρανσουά Ολάντ προκαλεί ένα νέο κύμα κινητοποιήσεων. Το κίνημα Nuit debout —«Όρθιοι όλη νύχτα»— καταλαμβάνει δημόσιους χώρους, με επίκεντρο την Πλατεία της Δημοκρατίας.
Η πλατεία γίνεται ξανά τόπος συλλογικής διαμαρτυρίας, πολιτικής συζήτησης και αμφισβήτησης.
Τα αιτήματα αλλάζουν. Το σκηνικό παραμένει γνώριμο.
Το 2018, μια απόφαση για την αύξηση της φορολογίας στα καύσιμα γίνεται η σπίθα για μια από τις μεγαλύτερες κοινωνικές εξεγέρσεις της σύγχρονης Γαλλίας.
Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες φορούν το χαρακτηριστικό κίτρινο γιλέκο που κάθε οδηγός διαθέτει στο αυτοκίνητό του και βγαίνουν στους δρόμους.
Τα «Κίτρινα Γιλέκα» — Les Gilets jaunes ξεκινούν από τους αυτοκινητοδρόμους και τους κυκλικούς κόμβους της επαρχίας και φτάνουν μέχρι τα Ηλύσια Πεδία.
Το κίνημα δεν περιορίζεται για πολύ στο κόστος των καυσίμων.
Γίνεται έκφραση μιας βαθύτερης δυσαρέσκειας απέναντι στην ακρίβεια, τις κοινωνικές ανισότητες, τη φορολογική πολιτική και την αίσθηση ότι η πολιτική και οικονομική ελίτ δεν κατανοεί τη ζωή των απλών πολιτών.
Οι εικόνες από τις συγκρούσεις στο Παρίσι κάνουν τον γύρο του κόσμου.
Ο Μακρόν αναγκάζεται να υποχωρήσει στο ζήτημα της αύξησης των φόρων στα καύσιμα και ανακοινώνει οικονομικά μέτρα, χωρίς όμως να εξαφανίζεται η κοινωνική δυσπιστία.
Η εξέγερση των Κίτρινων Γιλέκων αποκαλύπτει ένα πολιτικό παράδοξο: μια κυβέρνηση που ήθελε να εκσυγχρονίσει τη Γαλλία βρέθηκε αντιμέτωπη με πολίτες που ένιωθαν ότι ο εκσυγχρονισμός τούς άφηνε πίσω.
Το 2023, η Γαλλία ζει δύο διαφορετικά κύματα αναταραχής.
Το πρώτο προκαλείται από τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του Μακρόν και την αύξηση του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας από τα 62 στα 64 χρόνια. Μεγάλες διαδηλώσεις, απεργίες και συγκρούσεις συγκλονίζουν τη χώρα.
Η χρήση του άρθρου 49.3 του γαλλικού Συντάγματος, που επιτρέπει υπό προϋποθέσεις την υιοθέτηση νομοθεσίας χωρίς την κανονική κοινοβουλευτική ψηφοφορία, οξύνει περαιτέρω τη δυσαρέσκεια.
Η μεταρρύθμιση τελικά θεσπίζεται. Ωστόσο, το ζήτημα δεν κλείνει πολιτικά.
Η νομοθεσία για την κοινωνική ασφάλιση του 2026 αναστέλλει μέχρι το 2028 την περαιτέρω αύξηση του ορίου ηλικίας και του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης για τις επηρεαζόμενες γενιές.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο δύσκολο είναι να θεωρηθεί οριστικά λήξασα μια μεγάλη κοινωνική σύγκρουση στη Γαλλία.
Λίγους μήνες μετά τις κινητοποιήσεις για τις συντάξεις, τον Ιούνιο του 2023, ο θάνατος του 17χρονου Ναέλ από πυρά αστυνομικού στη Ναντέρ πυροδοτεί νέα βίαιη έκρηξη στα προάστια και σε πολλές πόλεις.
Τα δύο κινήματα δεν έχουν τα ίδια αίτια. Το ένα αφορά πρωτίστως το κοινωνικό κράτος και την εργασία, το άλλο τις σχέσεις των πολιτών με την αστυνομία και τις βαθιές ανισότητες.
Αλλά αναδεικνύουν ένα κοινό πρόβλημα: την αυξανόμενη δυσκολία της γαλλικής πολιτικής εξουσίας να πείσει μεγάλα τμήματα της κοινωνίας ότι τα ακούει.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, το κίνημα «Bloquons tout» — «Μπλοκάρουμε τα πάντα» επιστρέφει δυναμικά στους δρόμους, αντιδρώντας στα σχέδια δημοσιονομικής λιτότητας και στην πολιτική κατάσταση της χώρας.
Και τώρα, τον Οκτώβριο του 2026, η γαλλική οργή αποκτά νέα μορφή.
Η κινητοποίηση των μαθητών, που ξεκίνησε από τις συνθήκες στα σχολεία, συναντά τη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής.
Παράλληλα με τις μαθητικές διαμαρτυρίες, στα κοινωνικά δίκτυα αναπτύχθηκαν καλέσματα κινητοποίησης με επίκεντρο την ακρίβεια και ιδιαίτερα το κόστος των καυσίμων, ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου.
Οι δύο αυτές δυναμικές συναντήθηκαν στους δρόμους, μαζί με συνδικάτα και παλιούς υποστηρικτές των Κίτρινων Γιλέκων.
Στα κοινωνικά δίκτυα κυκλοφορεί το λογοπαίγνιο «Gilets jeunes» — «Νεανικά Γιλέκα», που παραπέμπει στα Gilets jaunes του 2018.
Το σύνθημα έχει πολιτική σημασία.
Η διαμαρτυρία των γονιών συναντά τη διαμαρτυρία των παιδιών τους.
Αυτή ακριβώς η συνάντηση είναι που καθιστά τις σημερινές κινητοποιήσεις ιδιαίτερα σημαντικές.
Δεν πρόκειται για μία μόνο επαγγελματική κατηγορία που αντιδρά σε μια μεμονωμένη μεταρρύθμιση. Πρόκειται για ένα ευρύτερο άθροισμα κοινωνικών δυσαρεσκειών που, τουλάχιστον προς το παρόν, βρίσκουν κοινό έδαφος στον δρόμο.
Αν μιλάμε αυστηρά για τις μεγάλες επαναστάσεις και πολιτικές ανατροπές που άλλαξαν το πολίτευμα της χώρας, τέσσερις χρονολογίες ξεχωρίζουν στην επαναστατική παράδοση του Παρισιού: 1789, 1830, 1848 και 1870.
Οι Γάλλοι δεν επανέλαβαν αυτούσια τη Γαλλική Επανάσταση δεκάδες φορές. Επανέφεραν, όμως, ξανά και ξανά μια βασική πολιτική της παρακαταθήκη: την ιδέα ότι ο δρόμος είναι και αυτός τόπος άσκησης πολιτικής.
Η γαλλική ιστορία έχει δείξει ότι η κοινωνική εξέγερση μπορεί να γεννήσει μεγάλες ελευθερίες και κατακτήσεις. Έχει δείξει επίσης ότι μπορεί να συνοδευτεί από καταστροφή, καταστολή και ανθρώπινες τραγωδίες.
Αυτό που επαναλαμβάνεται δεν είναι αναγκαστικά η επανάσταση.
Είναι η σύγκρουση για το ποιος αποφασίζει το μέλλον της Γαλλίας.
Σήμερα, στο Παρίσι, τα οδοφράγματα δεν είναι φτιαγμένα από τις ίδιες πέτρες με εκείνα του 1830. Οι διαδηλωτές οργανώνονται μέσω TikTok και όχι μέσα από τις μυστικές πολιτικές λέσχες του 19ου αιώνα. Οι εικόνες των συγκρούσεων μεταδίδονται σε πραγματικό χρόνο, σε οθόνες κινητών, αντί να ταξιδεύουν μέσα από επαναστατικά φυλλάδια και εφημερίδες.
Ο Μακρόν βρίσκεται αντιμέτωπος όχι μόνο με τις σημερινές διαδηλώσεις, αλλά με μια παράδοση κοινωνικής αμφισβήτησης που προηγείται του ίδιου κατά αιώνες.
Το αν το νέο κύμα κινητοποιήσεων θα οδηγήσει σε πολιτικές παραχωρήσεις, σε μεγαλύτερη πόλωση ή απλώς σε ακόμη μία περίοδο έντασης παραμένει ανοιχτό.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα δίδαγμα που διατρέχει τη γαλλική ιστορία από τη Βαστίλη μέχρι τις σημερινές κινητοποιήσεις.
Οι κυβερνήσεις μπορεί να αλλάζουν. Τα συντάγματα μπορεί να ξαναγράφονται. Οι επαναστάσεις μπορεί να τελειώνουν. Αλλά οι κοινωνικές συγκρούσεις δεν εξαφανίζονται επειδή μια κυβέρνηση ανακοινώνει ότι η τάξη αποκαταστάθηκε.
Και κάθε φορά που η ένταση επιστρέφει στους δρόμους του Παρισιού, η Γαλλία μοιάζει να ψιθυρίζει την ίδια μικρή λέξη, με τη γνωστή της ιστορική ειρωνεία:
Rebelote!
Πάλι από την αρχή.
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην GoogleΤι δήλωσε ο Αμερικανός πρέσβης στην Ε.Ε Άντριου Πάζντερ
Τονίζει ότι συνομιλεί με τους Γουίτκοφ και Κούσνερ για μια συνάντηση
Ο αντίπαλος του Νετανιάχου, Άιζενκοτ αντέδρασε στο μήνυμα του Τραμπ κατά τη διάρκεια συνεδρίου στο Τελ Αβίβ
Είχε προειδοποιήσει ότι όσοι προκάλεσαν φθορές θα διωχθούν και θα τιμωρηθούν