«45 κι ακόμα μετράω»: Η στιγμή που μια γυναίκα παίρνει πίσω τον άβακα της ζωής της

Η Φωτεινή Κωνσταντοπούλου περνά από τα δεκαέξι παιδικά βιβλία στην ενήλικη λογοτεχνία και μιλά για αυτό στο emakedonia

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

- Newsroom

Κάποιες φορές οι άνθρωποι σε αντιμετωπίζουν σαν «διαμέρισμα με προοπτική». Έρχονται με συμβουλές, διορθώσεις και βελτιώσεις, μέχρι που κάποια στιγμή δεν είσαι πια βέβαιη αν κατοικείς στη δική σου ζωή ή σε εκείνη που σχεδίασαν οι άλλοι για σένα.

Υπάρχουν και τα «εντάξει», τα «δεν πειράζει», τα «ας γίνει όπως θέλεις». Μικρές λέξεις που μοιάζουν ασήμαντες όταν προφέρονται μεμονωμένα, αλλά μπορούν, αν συσσωρευτούν, να χτίσουν ολόκληρη μια ζωή.

Κάπου ανάμεσα σε αυτά τα μικρά «ναι» και στα μεγάλα «πρέπει» τοποθετεί η Φωτεινή Κωνσταντοπούλου το «45 κι ακόμα μετράω», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ελληνοεκδοτική. Μετά από δεκαέξι βιβλία για παιδιά, η συγγραφέας περνά για πρώτη φορά στην ενήλικη λογοτεχνία, όχι ως αποτέλεσμα ενός σχεδιασμού καριέρας, αλλά, όπως λέει η ίδια, από «απόλυτη εσωτερική ανάγκη».

Το βιβλίο δεν είναι οδηγός αυτοβελτίωσης ούτε υπόσχεται μεταμορφώσεις. Είναι, όπως το περιγράφει η ίδια, μια σειρά από «μικρές απογραφές» μιας γυναίκας που αποφασίζει να κοιτάξει τη ζωή της χωρίς φίλτρα και να συμφιλιωθεί με την πιο «τσαλακωμένη» εκδοχή του εαυτού της.

«Δεν ήταν στρατηγική απόφαση»

Η μετάβαση από την παιδική στην ενήλικη λογοτεχνία δεν υπήρξε για την Κωνσταντοπούλου μια στρατηγική επιλογή. Για χρόνια έγραφε κόσμους στους οποίους τα πράγματα μπορούσαν να τακτοποιηθούν, ενώ παράλληλα άκουγε τις ιστορίες των ενηλίκων γύρω της.

Κάποια στιγμή άρχισε να αναγνωρίζει στον εαυτό της όσα μέχρι τότε αντιμετώπιζε ως προβλήματα των άλλων: αναβολές, συμβιβασμούς και εκείνα τα «τίποτα σοβαρό» που συσσωρεύονται μέχρι να μην χωράς πια στην ίδια σου τη ζωή.

«Το ‘κι ακόμα μετράω’ γεννήθηκε όταν δεν άντεχα άλλο να στρογγυλεύω τις γωνίες», λέει στο emakedonia. Και έτσι αποφάσισε να γράψει όχι για μια φανταστική ηρωίδα, αλλά από τη δική της πλευρά της ιστορίας.

Ο τίτλος γίνεται, με αυτόν τον τρόπο, κάτι περισσότερο από μια ηλικιακή αναφορά. Το «μετράω» δεν αφορά τα χρόνια που πέρασαν. Αφορά τα θέλω, τις αντοχές, όσα αξίζει να κρατήσει κανείς και κυρίως όσα δεν είναι πλέον διατεθειμένος να κουβαλά.

«Δεν είναι μια αριθμητική καταγραφή ούτε μια αγωνιώδης προσπάθεια να προλάβεις τον χρόνο», εξηγεί. «Είναι η στιγμή που σταματάς να είσαι θεατής στη ζωή σου, παίρνεις τον άβακα πίσω και αρχίζεις να μετράς αποκλειστικά τα θέλω σου».

cover-45.jpg?v=0

Τα «πρέπει» που έγιναν δεύτερο δέρμα

Στον πυρήνα του βιβλίου βρίσκεται η γυναίκα που έχει μάθει να προσαρμόζεται. Να φροντίζει, να μην ενοχλεί, να είναι διαθέσιμη, να μην απογοητεύει.

Μόνο που τα «πρέπει», όπως λέει η συγγραφέας, δεν είναι εύκολο να τα αποβάλεις, γιατί «με τα χρόνια έχουν γίνει το δέρμα σου».

Μέχρι μια ηλικία, η αξία μιας γυναίκας συχνά μοιάζει να μετριέται από το πόσα καταφέρνει για τους άλλους και από το πόσο λίγο τους δυσκολεύει. Γι’ αυτό και το πρώτο προσωπικό «όχι» μπορεί να συνοδεύεται από ενοχή.

Η Κωνσταντοπούλου εντοπίζει εκεί μια από τις πιο αθόρυβες παγίδες: δεν αισθανόμαστε ενοχή επειδή αδικήσαμε κάποιον, αλλά επειδή τον δυσαρεστήσαμε. «Η δυσαρέσκεια του άλλου δεν είναι δική μας ευθύνη», σημειώνει. «Αν κάποιος απογοητεύεται από το ‘όχι’ μου, δεν σημαίνει ότι του έκανα κακό. Σημαίνει απλώς ότι δεν επέλεξα αυτό που ήθελε».

Και η εκχώρηση της ζωής στους άλλους δεν γίνεται, σύμφωνα με την ίδια, με μία μεγάλη απόφαση. Γίνεται «δωμάτιο-δωμάτιο», με μια επιλογή για να καθησυχάσουμε τους γονείς, μια ασφαλή απόφαση για να μην προκαλέσουμε, έναν συμβιβασμό για να αποφύγουμε τη σύγκρουση.

Μέχρι που κάποια στιγμή κοιτάζουμε γύρω μας και ανακαλύπτουμε ότι ζούμε σε μια ζωή που δεν μας χωράει.

Το κόκκινο φόρεμα και τα κρυστάλλινα ποτήρια

Ανάμεσα στις εικόνες του βιβλίου ξεχωρίζει το κόκκινο φόρεμα του εξωφύλλου. Δεν συμβολίζει ούτε εκδίκηση ούτε κάποια θεαματική επανάσταση. Είναι το φόρεμα που η ηρωίδα αποφασίζει να φορέσει χωρίς να περιμένει να αλλάξει πρώτα το σώμα της, οι συνθήκες ή κάποιος άλλος.

«Το πιο δυνατό κόκκινο είναι η στιγμή που σταματάς να περιμένεις να γίνει η ζωή όπως πρέπει, για να αρχίσεις να τη ζεις όπως είναι», λέει η συγγραφέας.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα κρυστάλλινα ποτήρια που περιμένουν επί δεκαετίες στη βιτρίνα για μια «σημαντική περίσταση». Η χαρά, υποστηρίζει, δεν χρειάζεται ειδική άδεια. Η σημαντική περίσταση μπορεί να είναι απλώς μια Τρίτη βράδυ, επειδή είμαστε εδώ.

Η αναβολή της χαράς γίνεται έτσι ένας ακόμη τρόπος να μένουμε θεατές της ζωής μας.

Από τη μοναξιά στη μοναχικότητα

Το «μέτρημα» της ηρωίδας αρχίζει στις δύο και δεκατέσσερις το πρωί, στο κρύο πλακάκι μιας κουζίνας στην Αθήνα. Είναι μια εικόνα μοναξιάς, αλλά η συγγραφέας θέτει μια σαφή διάκριση ανάμεσα στη μοναξιά και τη μοναχικότητα.

Η πρώτη είναι η αίσθηση ότι, ενώ η ζωή είναι γεμάτη ανθρώπους, οθόνες και διαρκή επικοινωνία, εσύ απουσιάζεις από αυτήν. Η δεύτερη είναι επιλογή, δηλαδή ο χώρος που διεκδικείς για να ακούσεις τη δική σου φωνή.

Το βιβλίο ξεκινά από την ασφυκτική μοναξιά και κινείται προς μια συνειδητή μοναχικότητα. Από το κρύο πάτωμα που γίνεται, τελικά, το πρώτο καταφύγιο.

«Η αγαθή παραίνεση αντέχει ένα ‘όχι’»

Ιδιαίτερη θέση στο βιβλίο καταλαμβάνει η σχέση μας με εκείνους που εμφανίζονται ως «αρχιτέκτονες» της ζωής μας. Άνθρωποι που, συχνά στο όνομα της αγάπης ή του «καλού μας», επιχειρούν να διορθώσουν, να κατευθύνουν ή να αποφασίσουν για λογαριασμό μας.

Η συγγραφέας προτείνει έναν απλό έλεγχο: τι συμβαίνει όταν λέμε «όχι»;

«Η αγαθή παραίνεση αντέχει ένα ‘όχι’ χωρίς να χάσει τίποτα», λέει. «Η χειραγώγηση τιμωρεί το ‘όχι’ με σιωπή, με προσβεβλημένο ύφος, με έναν κατάλογο απ’ όσα ‘θυσίασε’ για σένα».

Και κάπου εδώ το υπηρεσιακό «Ελήφθη» αποκτά μια διαφορετική σημασία. Η Κωνσταντοπούλου υπηρετεί εδώ και 28 χρόνια στην Ελληνική Αστυνομία και γνωρίζει καλά τη σημασία μιας εντολής που λαμβάνεται και εκτελείται. Στο βιβλίο, όμως, το «Ελήφθη» γίνεται και μια μεταφορά για τις κοινωνικές προσδοκίες που δεχόμαστε χωρίς κανείς να χρειάζεται να μας τις διατυπώσει ρητά.

Να είσαι καλή. Διαθέσιμη. Δυνατή. Να μην απογοητεύεις. Να τα προλαβαίνεις όλα.

Η «στολή» αυτών των προσδοκιών, λέει, δεν βγαίνει με μια θεαματική κίνηση. Βγαίνει λίγο λίγο, κάθε φορά που πριν απαντήσεις «Ελήφθη» κάνεις μια διαφορετική ερώτηση: «Ποιος το αποφάσισε αυτό για μένα;».

photo-konstantopoulou.jpg

Η γυναίκα πίσω από τη στολή

Η επαγγελματική της εμπειρία έχει επηρεάσει και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τους ανθρώπους. Η καθημερινή επαφή με ανθρώπους στις δύσκολες στιγμές τους την έμαθε να κοιτάζει περισσότερο όσα δεν λέγονται.

«Έμαθα να μην παίρνω εύκολα τις σιωπές ως αδιαφορία, ούτε τις αντιδράσεις ως υπερβολή», σημειώνει. Γιατί πίσω από μια συμπεριφορά υπάρχει συχνά μια ιστορία που δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά.

Ίσως γι’ αυτό και το «45 κι ακόμα μετράω» αποφεύγει τις εύκολες απαντήσεις. Η συγγραφέας δηλώνει ότι προτιμά τη λογοτεχνία που αντέχει την αλήθεια χωρίς να την ωραιοποιεί και αποφεύγει τις «συνταγές αισιοδοξίας» και τα βεβιασμένα χαρούμενα τέλη.

Για την ίδια, η δύναμη της λογοτεχνίας βρίσκεται αλλού: στη στιγμή που μια πρόταση κατορθώνει να ονομάσει κάτι που κουβαλούσαμε χρόνια χωρίς να έχουμε τις λέξεις για να το εκφράσουμε.

Να αγαπάς την «τσαλακωμένη» εκδοχή σου

Το «τσαλάκωμα» είναι μία από τις βασικές λέξεις του βιβλίου. Δεν σημαίνει εγκατάλειψη ούτε παραίτηση. Σημαίνει να σταματήσεις να απαιτείς από τον εαυτό σου να είναι αψεγάδιαστος.

Τα λάθη, οι αποτυχίες, οι στιγμές που δεν τα κατάφερες όπως ήθελες, δεν είναι απαραίτητα πράγματα που πρέπει να κρυφτούν. Μπορούν να είναι η απόδειξη ότι έζησες, προσπάθησες, έπεσες και ξανασηκώθηκες.

Γι’ αυτό το «45 κι ακόμα μετράω» δεν επιχειρεί να προσφέρει μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Ίσως, αντίθετα, προτείνει κάτι πολύ πιο δύσκολο: να πάψουμε να ζητάμε διαρκώς από τον εαυτό μας να γίνει κάποιος άλλος.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη -«Υλικά Κατεδάφισης», «Εντός των Τειχών» και «Κοινόχρηστοι Χώροι»- και κινείται από τις σχέσεις και τον εσωτερικό κόσμο μιας γυναίκας στην καθημερινότητα της Αθήνας, τη δουλειά, την οικογένεια, τους γείτονες, τα social media και όλους εκείνους τους μικρούς κανόνες που ακολουθούμε χωρίς να θυμόμαστε ποιος τους έγραψε.

Και αν υπάρχει ένα «ακόμα» στον τίτλο, αυτό δεν αφορά τελικά όσα χρόνια πέρασαν. Αφορά όσα εξακολουθούν να υπάρχουν μπροστά μας.

«Η ζωή δεν μετριέται μόνο με όσα μας συνέβησαν», λέει η Φωτεινή Κωνσταντοπούλου. «Μετριέται και με όσα, παρά τα όσα μας συνέβησαν, συνεχίσαμε να ονειρευόμαστε, να περιμένουμε, να χαιρόμαστε, να χαμογελάμε».

Γιατί, τελικά, ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό «μετράω»: όχι πόσα χρόνια πέρασαν, αλλά πόσα πράγματα εξακολουθούμε να έχουμε λόγο να μετράμε.

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA