2 ήσαν τα άτομα, τα οποία συνόδευαν τον Καποδίστρια, κατά την έξοδό του, για τον κυριακάτικο εκκλησιασμό του στον Άγιο Σπυρίδωνα
9 ήσαν οι μήνες που μεσολάβησαν από τη σύλληψη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ως τη δολοφονία του Καποδίστρια
Πρωί Κυριακής, 27 Σεπτεμβρίου του 1831 και ο κυβερνήτης της Ελλάδος, Ιωάννης Καποδίστριας, έβγαινε από το σπίτι του στο Ναύπλιο, με τη συνοδεία του σωματοφύλακά του Κοζώνη και του στρατιώτη Λέοντα, προκειμένου να μεταβεί στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα για τον εκκλησιασμό. Το έπραττε κάθε Κυριακή, θα το έκανε και τώρα. Ο κυβερνήτης ήταν ειδοποιήμενος ότι κινδύνευε η ζωή του. Την προειδοποίηση την είχε από τον Πάνο Ράγκου, κοινό φίλο αυτού και του Γιώργη Μαυρομιχάλη. Ο τελευταίος είχε μηνύσει στον Καποδίστρια, με τον Ράγκο, ότι θα τον σκότωνε για την προσβολή που επεφύλαξε στον πατέρα του. Ο Καποδίστριας, ακούγοντας την απειλή, είχε σχολιάσει: «Αυτά είναι κουβέντες. Πες του ότι αν με σκοτώσουν, θα σκοτώσουν μαζί και την πατρίδα».
Ενώ, λοιπόν, δεν πίστευε κατά βάθος ότι οι Μαυρομιχαλαίοι θα πραγματοποιούσαν την απειλή τους, όταν τους είδε στημένους στους παραστάτες της πόρτας, σίγουρα θα πέρασε από το νου του η προειδοποίηση του Ράγκου. Οι μάρτυρες κατέθεσαν αργότερα ότι δίστασε κάπως να προχωρήσει και έστρεψε τα μάτια του προς το σπίτι του υπουργού Στρατιωτικών Ροδίου, το οποίο βρισκόταν απέναντι. Στη συνέχεια, τα πάντα εκτυλίχθηκαν αστραπιαία. Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και ο αστυνομικός Καραγιάννης τράβηξαν τα πιστόλια τους, πυροβολώντας τον Καποδίστρια. Ο Καραγιάννης αστόχησε, αλλά η σφαίρα του Μαυρομιχάλη τον πέτυχε πίσω στο κεφάλι. Καθώς ο κυβερνήτης παραπατούσε χτυπημένος, όρμησε ο Γιώργος Μαυρομιχάλης με ένα μαχαίρι και τού κατάφερε δύο πλήγματα στην κοιλιά. Ο Καποδίστριας έπεσε νεκρός, στα χέρια του Κοζώνη. Αυτός, ωστόσο, άφησε στο έδαφος το σώμα του κυβερνήτη, καταδιώκοντας τους δολοφόνους. Μαζί του και ένα πλήθος οργισμένων για τη δολοφονική ενέργεια, αλλά το θανατηφόρο χτύπημα στον Κωνσταντίνο, προερχόταν από το όπλο του στρατηγού Φωταμάρα, ο οποίος είχε βγει στο παράθυρό του, να δει τι συμβαίνει. Μισοπεθαμένος ο Κωνσταντίνος, ζητούσε να τον αποτελειώσουν και πράγματι μία εξιλαστήρια σφαίρα τον άφησε νεκρό. Όμως η οργή του κόσμου ξέσπασε ακόμα και επάνω στο σώμα του. Τον έσυραν ως την πλατεία του πλάτανου και τον πέταξαν στη θάλασσα από τα τείχη του κάτω φρουρίου.
Ο Γιώργος Μαυρομιχάλης αρχικά διέφυγε, για να καταλήξει στη γαλλική πρεσβεία, λέγοντας: «Ο τύραννος πέθανε από τα χέρια μου και τα χέρια του θείου μου. Σας παρακαλώ, προστατέψτε με». Πολλοί λένε ότι δεν ήταν τυχαία η καταφυγή του Μαυρομιχάλη στη συγκεκριμένη πρεσβεία, αφού οι Γάλλοι είχαν ανάμιξη στη συνωμοσία. Ωστόσο, αργότερα η απαίτηση του πλήθους να του παραδοθεί ο δολοφόνος ικανοποιήθηκε, με τη συμφωνία να περάσει από τακτικό δικαστήριο. Τελικά, δικάστηκε από έκτακτο στρατοδικείο και εκτελέστηκε στις 10 Οκτωβρίου 1831.
2 ήσαν τα άτομα, τα οποία συνόδευαν τον Καποδίστρια, κατά την έξοδό του, για τον κυριακάτικο εκκλησιασμό του στον Άγιο Σπυρίδωνα
9 ήσαν οι μήνες που μεσολάβησαν από τη σύλληψη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ως τη δολοφονία του Καποδίστρια