Τα χρόνια περνούν, η ακρίβεια μένει με την άνοδο των τιμών, έστω και αν ρίχνει ρυθμούς κατά καιρούς, να επιμένει πεισματικά ασκώντας πιέσεις στα οικονομικά των νοικοκυριών και αντανακλώντας εγγενείς και χρόνιες αδυναμίες της αγοράς.
Υπό αυτό το πρίσμα, νέο κύμα ανατιμήσεων, μέτριας έντασης χτυπά το ερχόμενο διάστημα ορισμένες κατηγορίες τροφίμων, πολλά από τα οποία μπαίνουν καθημερινά στο καλάθι των καταναλωτών. Στη λίστα με τις νέες ανατιμήσεις πρωταγωνιστούν κρέας, γαλακτοκομικά, τυροκομικά, καφές, ξηροί καρποί, μέλι με τον μέσο όρο των αυξήσεων να κυμαίνεται πέριξ του 10%.
Κάποιες από αυτές τις ανατιμήσεις περνούν αυτές τις ημέρες στα ράφια των σούπερ μάρκετ και κάποιες άλλες θα γίνουν αντιληπτές από τους καταναλωτές τις επόμενες ημέρες και σταδιακά έως τις αρχές Μαρτίου ανάλογα με τα αποθέματα των προϊόντων που έχουν στις αποθήκες τους οι αλυσίδες.
Στις αρχές κάθε χρόνου αρκετές είναι οι επιχειρήσεις οι οποίες προχωρούν σε ανατιμήσεις, ωστόσο, φαίνεται πως φέτος θα είναι λιγότερες από άλλα χρόνια, χωρίς αυτό όμως να συρρικνώνει την πίεση στα πορτοφόλια που θα έρθουν αντιμέτωπα με την πρώτη μίνι καταιγίδα αυξήσεων για το 2026.
Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης στην αρχές κάθε χρονιάς πραγματοποιούνταν ανατιμήσεις που προσέγγιζαν ακόμη και τoυς 1.000 κωδικούς σε είδη πρώτης ανάγκης. Ωστόσο, με την ακρίβεια στα βασικά αγαθά να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τους περισσότερους πολίτες, οι ανατιμήσεις έστω και σε μία μικρή ομάδα προϊόντων (100-200 κωδικοί) και παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τον περιορισμό τους, επιφέρουν ένα ακόμα καίριο πλήγμα στους ασθμαίνοντες οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Στο πλαίσιο αυτό, στο 2,6% επιταχύνθηκε ο ετήσιος πληθωρισμός (ο ρυθμός αύξησης των τιμών) τον Δεκέμβριο από 2,4% που ήταν έναν μήνα πριν σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, με τη Eurostat να «βλέπει» τον ελληνικό πληθωρισμό στο 2,9% (από 2,8% τον Νοέμβριο, συνεχίζοντας την ανοδική τάση μετά το σύντομο διάλειμμα του Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου, όταν «έπεσε» κάτω από 2%).
H Ελλάδα λαμβάνει τη δέκατη θέση σε ό,τι αφορά το ύψος του πληθωρισμού σε επίπεδο ευρωζώνης. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι κατά τους τελευταίους 17 μήνες, η Ελλάδα βρίσκεται τους 15 από αυτούς πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης σε όρους πληθωρισμού και μόλις 2 από…κάτω. «Φωτιά» έχουν πάρει οι τιμές σε καφέ και σοκολάτα, καθώς είναι 20% πάνω από τον Δεκέμβριο του 2024.
To μόνιμο αγκάθι, οι τιμές των τροφίμων, αυξάνονται με υψηλότερο ρυθμό από αυτό του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή με την ομάδα «Διατροφή και μη αλκοολούχα ποτά» να εμφανίζει ετήσια αύξηση 3,6%, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: Ψωμί, άλλα προϊόντα αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής, κρέατα, νωπά ψάρια, γαλακτοκομικά και αυγά, φρούτα, σοκολάτες-προϊόντα σοκολάτας, προϊόντα ζαχαροπλαστικής, καφέ, χυμούς φρούτων.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, μέρος της αύξησης αυτής αντισταθμίστηκε από τη μείωση κυρίως των τιμών σε: Δημητριακά για πρωινό, ελαιόλαδο, λαχανικά (γενικά).
Την ίδια στιγμή, πανάκριβο είναι και το φαγητό έξω καθώς σημαντική αύξηση της τάξης του 6,9% καταγράφει η ομάδα «Ξενοδοχεία-Καφέ-Εστιατόρια», λόγω ανόδου κυρίως των τιμών στα εστιατόρια-ζαχαροπλαστεία-καφενεία-κυλικεία.
Πάνω από 30% ακριβότερο το καλάθι, με τους φτωχότερους να πληρώνουν το μάρμαρο
Το σκηνικό και για τον τρέχοντα μήνα αλλά και για τους υπόλοιπους 11 του 2026, δεν προβλέπεται να αλλάξει ριζικά με τον σκληρό πυρήνα του πληθωρισμού να μένει… ανέπαφος, κρατώντας σε υψηλά επίπεδα τις τιμές.
Η διαχρονική ανάλυση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ αποκαλύπτει ανατιμήσεις που ζαλίζουν, πλήττοντας πρωτίστως τα φτωχότερα νοικοκυριά που ξοδεύουν αναλογικά πολύ μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν τις στοιχειώδεις ανάγκες τους.
Τα τρόφιμα αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα έξοδα των νοικοκυριών στην Ευρώπη, αντιπροσωπεύοντας κατά μέσο όρο περίπου το 11,9% των δαπανών σε ολόκληρη την ΕΕ. Στην Ελλάδα, ωστόσο, τα νοικοκυριά, βάσει στοιχείων Eurostat και ΕΛΣΤΑΤ, εκτιμάται πως δαπανούν πέριξ του 20% (σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από τον μέσο όρο της ΕΕ) του μηνιαίου προϋπολογισμού τους για να αγοράσουν τρόφιμα.
Τα φτωχά νοικοκυριά δαπανούν το 33,7% του μέσου προϋπολογισμού τους σε είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά, ενώ τα μη φτωχά το 19,7%, σύμφωνα με έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ (αφορά το 2024) που αποτυπώνει ανάγλυφα πως οι ανατιμήσεις «πληγώνουν» πολύ περισσότερο τα ασθενέστερα εισοδηματικά στρώματα.
Από τον Σεπτέμβριο του 2021 μέχρι και σήμερα η γενική κατηγορία της διατροφής, δηλαδή το τυπικό καλάθι του σούπερ μάρκετ, έχει ακριβύνει πάνω από 30%-35% (πάντα μιλάμε για μεσοσταθμική μεταβολή με τις αυξήσεις σε πολλά αγαθά να έχουν ξεπεράσει σωρευτικά το 60%). Η αύξηση αυτή σημαίνει πρακτικά ότι ένα καλάθι με τρόφιμα που κόστιζε 100 ευρώ το 2021 σήμερα κοστίζει περίπου 130-135 ευρώ!
Ανύπαρκτος ανταγωνισμός, υψηλός ΦΠΑ, κερδοσκοπία
Τρεις βασικοί παράγοντες σε συνδυασμό με την καταβαραθρωμένη αγοραστική δύναμη των Ελλήνων που τους κατατάσσει στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ (στοιχεία Eurostat) συντελούν στην εδραίωση των ανατιμήσεων.
1) O υψηλός ΦΠΑ στα τρόφιμα στην Ελλάδα (24% και 13% ανάλογα με την κατηγορία) ασκεί ανοδικές πιέσεις στις τιμές, «γεμίζοντας» παράλληλα τα κρατικά ταμεία σε περιόδους ακρίβειας (υψηλότερες τιμές σημαίνουν υψηλότερους έμμεσους φόρους). Όταν οι διεθνείς τιμές στις πρώτες ύλες πέφτουν, στην Ελλάδα ο υψηλός ΦΠΑ υψώνει «μπλόκο» στις όποιες σκέψεις για μειώσεις στις επιχειρήσεις. Ακόμα βέβαια κι αν μειωθεί ο ΦΠΑ κανείς και σε καμία περίπτωση ο δυσκίνητος κρατικός μηχανισμός, δεν μπορεί να διασφαλίσει πως αυτή τη μείωση θα τη δει στο ράφι ο πολίτης και δε θα την καρπωθούν οι επιχειρήσεις.
Είναι βέβαια γεγονός πως το πολύ υψηλό κόστος ενέργειας (σε σχέση ακόμα και με γειτονικές χώρες) που καταβάλουν βιομηχανίες και σούπερ μάρκετ καθίσταται τροχοπέδη στην πτώση των τιμών, με την κυβέρνηση με τεράστια καθυστέρηση να επεξεργάζεται σχέδιο στήριξης ενεργοβόρων επιχειρήσεων.
2) Η προβληματική λειτουργία της ελληνικής αγοράς και ο ισχνός ανταγωνισμός κατά βάση στις βιομηχανίες τροφίμων (μικρή σε μέγεθος αγορά με λίγες ελληνικές και ξένες εταιρείες να κάνουν κουμάντο), διαμορφώνει ολιγοπωλιακές συνθήκες και κατά συνέπεια ο πολίτης καλείται να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Παράλληλα, είναι πρακτικά αδύνατο για ένα νοικοκυριό να μειώσει πολύ την κατανάλωση βασικών αγαθών όσο κι αν αυξηθούν οι τιμές.
3) Ο λεγόμενος «πληθωρισμός της απληστίας», δηλαδή η πρακτική των επιχειρήσεων να περνούν στα αγαθά που παράγουν αυξήσεις οι οποίες δε δικαιολογούνται σε καμία περίπτωση από τις τρέχουσες συνθήκες στις αγορές. Για παράδειγμα, αν μία εταιρεία αντιμετωπίζει άνοδο στην τιμή μίας πρώτης ύλης κατά 10% και το προϊόν που παράγει το πουλήσει σε τιμή αυξημένη κατά 20% υπάρχει πληθωρισμός απληστίας που βοηθά ιδιαίτερα στην κερδοφορία των επιχειρήσεων.
Δεν είναι τυχαίο πως παρά τη «γκρίνια» των εταιρειών τροφίμων και των σούπερ μάρκετ (τα οποία μπορεί να μην γράφουν υψηλή κερδοφορία τα ίδια αλλά τη διαχέουν σε εταιρείες τροφίμων που συνδέονται με τους βασικούς τους μετόχους), εμφάνισαν τζίρους-ρεκόρ το 2024 ύψους 16,2 δισ. ευρώ και οι οιωνοί προμηνύουν νέο ρεκόρ το 2026 (οι βιομηχανίες τροφίμων «γράφουν» και υψηλά κέρδη, πέρα από τζίρους), προφανώς όχι επειδή συγκράτησαν τις τιμές στο μέτρο του εφικτού…
Η χρυσοτόκος όρνιθα των 16,2 δισ. ευρώ
Μία αγορά που «μεγαλώνει» ταχύτατα τόσο λόγω αυξημένης κατανάλωσης όσο και λόγω ακριβότερων προϊόντων αποτυπώνουν τα στοιχεία για τα σούπερ μάρκετ το 2025. Σύμφωνα με τα ευρήματα της NielsenIQ για το σύνολο του περασμένου έτους, ο τζίρος του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων στην Ελλάδα ανήλθε στα 16,2 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά +7,1% σε ετήσια βάση, με τα σούπερ μάρκετ να διάγουν χρυσές μέρες που όπως όλα δείχνουν θα… λάμψουν ακόμα περισσότερο το τρέχον έτος, με τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις σταθερό τροφοδότη των ανατιμήσεων.
Στα ταχυκίνητα καταναλωτικά προϊόντα (FMCGs), που αντιπροσωπεύουν περίπου το 75% των συνολικών πωλήσεων του οργανωμένου λιανεμπορίου, η ανάπτυξη ήταν +5,9%. Από αυτή την αύξηση, το +1,7% προήλθε από την άνοδο της μέσης τιμής καλαθιού, ενώ το +4,2% από την αύξηση των πωλούμενων όγκων. Δηλαδή, οι καταναλωτές όχι μόνο αγόρασαν περισσότερα προϊόντα αλλά πλήρωσαν και ακριβότερα για κάθε καλάθι αγορών (παρά τις αυξήσεις).
Η εικόνα αυτή ενισχύεται και από τη δομή της ανάπτυξης ανά κατηγορία. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις τζίρου καταγράφηκαν στο snacking (+10,9%), στα γαλακτοκομικά (+9,5%), στα μη αλκοολούχα ροφήματα (+8,0%) και στα προϊόντα για κατοικίδια (+8,7%) -κατηγορίες που, όπως δείχνουν και τα στοιχεία του ΙΕΛΚΑ, επηρεάζονται άμεσα από αυξήσεις στο κακάο, στον καφέ, στο γάλα και στις ζωοτροφές.
Τα 5 σημεία «κλειδιά»
1)Η λίστα του σούπερ μάρκετ και το 2026 δε θα είναι ένα… ευχάριστο ανάγνωσμα, με νέο κύμα ανατιμήσεων προ των πυλών.
2) Χρυσές δουλειές κάνουν τα σούπερ μάρκετ με τον τζίρο να ξεπερνά τα 16 δισ.
3) Ένα εκρηκτικό κοκτέιλ παραγόντων κρατά σε ανοδική τροχιά τις τιμές ενώ ανασταλτικά σε ενδεχόμενες μειώσεις λειτουργεί η ανθεκτικότητα της κατανάλωσης.
4) ΑκόμΑ και με έναν σχετικά συγκρατημένο γενικό πληθωρισμό, οι ισχυρές ανατιμήσεις σε τρόφιμα πρώτης ανάγκης ανεβάζουν τη μέση δαπάνη των νοικοκυριών και «φουσκώνουν» τα έσοδα των αλυσίδων.
5) Η ακρίβεια θα εξακολουθήσει να αποτελεί κινητήριο δύναμη για την αγορά και μόνιμο πονοκέφαλο για τα νοικοκυριά.
Αγκαζέ με τον πληθωρισμό μέχρι… το 2028
Οι προβλέψεις πάντως δείχνουν πως παρά την όποια ήπια αποκλιμάκωση αναμένεται εντός του 2026 (χωρίς κανείς να είναι σίγουρος γι’ αυτό με δεδομένη την πρωτοφανή ρευστότητα σε όλα τα επίπεδα), ο κίνδυνος νέου κύκλου ανατιμήσεων δεν έχει αποφευχθεί.
Στο πλαίσιο αυτό, κυρίως στον τομέα των τροφίμων, αλλά και στη μικρότερη αποκλιμάκωση των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών, αποδίδει η Τράπεζα της Ελλάδος την οριακή άνοδο του πληθωρισμού τον Δεκέμβριο σε σύγκριση με τον αμέσως προηγούμενο μήνα.
Όπως σημειώνεται σε σχετική ανάλυση, ο δείκτης τιμών καταναλωτή διαμορφώθηκε στο 2,9% τον Δεκέμβριο από 2,8% τον Νοέμβριο, διευρύνοντας την απόκλιση από την Ευρωζώνη, όπου διαμορφώθηκε στο 2% από 2,1% στο ίδιο διάστημα.
Ο γενικός δείκτης είχε υποχωρήσει κατακόρυφα στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο αλλά επανήλθε σε υψηλότερα επίπεδα τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο. Η μεταβλητότητα αυτή αποδίδεται ιδίως στις διακυμάνσεις των τιμών στις υπηρεσίες και τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα.
Σε ό,τι αφορά τον δομικό δείκτη, ο οποίος εξαιρεί τις ευμετάβλητες τιμές των τροφίμων, της ενέργειας, του αλκοόλ και του καπνού, ακολούθησε αντίστοιχη πορεία στην Ελλάδα, καθώς επηρεάστηκε επίσης από τα σκαμπανεβάσματα των τιμών στον κλάδο των υπηρεσιών. Σύμφωνα με την ΤτΕ, κατά μέσον όρο ο γενικός δείκτης πληθωρισμού ανήλθε στο 2,9% το 2025, ενώ ο δομικός δείκτης στο 3,6%.
Συνολικά, στην Ευρωζώνη, ο πληθωρισμός παρέμεινε σε σταθερά επίπεδα το δεύτερο εξάμηνο του 2025 και διαμορφώθηκε κατά μέσον όρο στο 2,1%. Ο δομικός πληθωρισμός αντίστοιχα παρουσίασε τάσεις σταθεροποίησης το τελευταίο εξάμηνο του 2025 και κατά μέσο όρο ανήλθε στο 2,4%. Σημειώνεται ότι στην Ελλάδα, οι διακυμάνσεις του προηγούμενου έτους αποδόθηκαν σε μεγάλο βαθμό στον πληθωρισμό των υπηρεσιών, που τον Δεκέμβριο ανήλθε στο 4,5%.
Οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη δείχνουν πτωτική πορεία το 2026 και το 2027 στο 1,9% και το 1,8% αντίστοιχα, προτού ανακάμψουν το 2028 στο 2%, λόγω της εισαγωγής του νέου συστήματος εμπορίας ρύπων. Ο πληθωρισμός των υπηρεσιών αναμένεται να συνεχίσει να αποτελεί βασική συμβολή στον γενικό δείκτη.
Στην Ελλάδα, ο πληθωρισμός προβλέπεται ότι θα επιμείνει στο 2,1% το 2,2% και το 2,5% το 2026, 2027 και 2028 αντίστοιχα (παίρνοντας τον ανήφορο σε αντίθεση με την Ευρωζώνη), ιδίως λόγω του πληθωρισμού στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα και τις υπηρεσίες.
Απαισιόδοξοι για τα επόμενα χρόνια οι Έλληνες
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ελλάδα διατηρεί τις αρνητικές «πρωτιές» και στα ευρήματα της έρευνας της ΕΚΤ (Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) για τις προσδοκίες των καταναλωτών στο πεδίο των τιμών.
Τον Νοέμβριο η μέση προσδοκία για το πως θα πάει ο πληθωρισμός τους επόμενους 12 μήνες παρέμεινε αμετάβλητη στην Ελλάδα στο 7,2% από 8% τον Σεπτέμβριο αλλά και 5,6% τον Ιούλιο. Στην Ευρωζώνη, η μέση προσδοκία είναι για πληθωρισμό 2,8%.
Η μέση προσδοκία για τον πληθωρισμό τα επόμενα τρία χρόνια στην Ελλάδα ωστόσο επιταχύνθηκε στο 7,2% από 6,4% τον προηγούμενο μήνα, ενώ στην Ευρωζώνη παρέμεινε γενικά σταθερή στο 2,5%. Η μέση προσδοκία για τον πληθωρισμό σε εύρος πενταετίας παρέμεινε επίσης αμετάβλητη στην Ελλάδα στο 5% και στο 2,2% στην ευρωζώνη. Σε όλες τις περιπτώσεις οι πληθωριστικές πιέσεις στην Ελλάδα όπως αποτυπώνονται στην άποψη που έχει διαμορφώσει ο καταναλωτής είναι μακράν οι πιο υψηλές στην ΕΕ.
*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 25.01.2026