Άρειος Πάγος: Αλλαγές στον τρόπο δίωξης εγκλημάτων βίας και παρενόχλησης - Αυξημένα τα περιστατικά από πέρσι

Αναλυτικά οι τροποποιήσεις με την ανανέωση της εγκυκλίου

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

- Newsroom

Τροποποιήσεις έρχεται να φέρει ο Άρειος Πάγος σχετικά με τον τρόπο δίωξης και αντιμετώπισης των εγκλημάτων έμφυλης βίας, της παρενοχλητικής κυβερνοπαρακολούθησης και της ενδοοικογενειακής βίας.

Πιο αναλυτικά και σύμφωνα με το dikastiko.gr, το έγγραφο (υπ’ αριθμόν 3 εγκύκλιος) που εκδόθηκε χθες (19/5) φέρει την υπογραφή της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Μαρίας Α. Γκανέ, και απευθύνεται προς τους Εισαγγελείς Εφετών της χώρας, καθώς και τους Εισαγγελείς Πρωτοδικών των περιφερειών τους, καθορίζοντας τη νέα γραμμή πλεύσης των δικαστικών αρχών.

Η έκδοση της συγκεκριμένης οδηγίας κρίθηκε επιβεβλημένη «ενόψει της εμφάνισης νέων μορφών κυβερνοεγκλημάτων, αύξησης των εγκλημάτων έμφυλης βίας και των ποικίλλων μορφών βίας κατά των γυναικών – παρενοχλητική παρακολούθηση (stalking), ψυχολογική βία, οικονομική βία, σωματική βία, σεξουαλική βία, διαδικτυακή βία (εκδικητική πορνογραφία) και υποτροπή (κύκλος της βίας)».

Η ανάγκη για άμεση παρέμβαση εντείνεται από τα ανησυχητικά στατιστικά στοιχεία που ενσωματώνονται στο κείμενο, σύμφωνα με τα οποία καταγράφηκε «αύξηση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας το έτος 2025 σε ποσοστό 4% σε σχέση με το έτος 2024 (αριθμός υποθέσεων-δικογραφιών 18.598) και την αύξηση των συλλήψεων σε ποσοστό 7%».

Οι αλλαγές 

Αυστηρές κρίνονται οι ρυθμίσεις που εισάγει το νέο νομικό «οπλοστάσιο», που βασίζεται στις διατάξεις του Νόμου 5172/2025 και την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2024/1385. Στο επίκεντρο των αλλαγών βρίσκεται η ποινικοποίηση σύγχρονων μορφών κακοποίησης και ψηφιακής παρενόχλησης.

Στον τομέα της γενετήσιας εκμετάλλευσης, η εγκύκλιος υπογραμμίζει την ανάγκη δίωξης για τον «ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων με διεύρυνση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθρου 315 Π.Κ.» και αναφέρεται στη θέσπιση νέας ποινικής αντιμετώπισης για τον καταναγκαστικό γάμο, «ως αυτοτελές αδίκημα, με προσθήκη νέας παραγράφου 3 στο άρθρο 330 Π.Κ.».

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις διώξεις για ψηφιακά εγκλήματα και παρενοχλητικές συμπεριφορές μέσω διαδικτύου. Πλέον διώκεται ποινικά «η παρενοχλητική κυβερνοπαρακολούθηση των δραστηριοτήτων του θύματος, χωρίς τη συναίνεσή του, μέσω της χρήσης της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών με σκοπό την ιχνηλάτηση ή την επιτήρηση των δραστηριοτήτων του θύματος».

Παράλληλα, θεσπίζεται δίωξη για την «κυβερνοπαρενόχληση στη νέα παράγραφο 5 του άρθρου 337 Π.Κ.» αναφορικά με την αθέμιτη κοινοποίηση ή αποστολή προσβλητικού ή γενετήσιου υλικού , για «την υποκίνηση αορίστου αριθμού προσώπων μέσω διαρροής πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα άλλου προσώπου με τη χρήση της τεχνολογίας των πληροφοριών, με σκοπό να προκαλέσει στο στοχοποιούμενο πρόσωπο σωματική ή ψυχολογική βλάβη» , αλλά και για «την παρακολούθηση γενετήσιας πράξης μέσω της χρήσης της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών στις περιπτώσεις γενετήσιων πράξεων ενώπιον ανηλίκων».

Νέοι υπόχρεοι

Η εγκύκλιος της Μαρίας Α. Γκανέ διευκρινίζει ότι οι αλλαγές επεκτείνονται και στον βασικό νόμο για την ενδοοικογενειακή βία (Ν. 3500/2006). Στο προστατευτικό πλαίσιο εντάσσεται πλέον ρητά η νέα κρίσιμη έννοια «”του συντρόφου”, ως το πρόσωπο που τελεί σε σταθερή σχέση προσωπικής δέσμευσης, ανεξαρτήτως συγκατοίκησης ή μη».

Παράλληλα, τυποποιείται ως νέα μορφή ενδοοικογενειακής βίας «η απειλή μέσω επίμονης καταδίωξης ή αθέμιτης παρακολούθησης μέλους οικογένειας».

Μία από τις πιο σημαντικές προβλέψεις αφορά την επέκταση του κύκλου των προσώπων που έχουν νομική υποχρέωση να καταγγέλλουν περιστατικά βίας. Συγκεκριμένα, «εντάσσονται φαρμακοποιοί και φυσιοθεραπευτές στους “επαγγελματίες” που έχουν υποχρέωση αναφοράς εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας, όταν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, διαπιστώνουν ενδείξεις διάπραξης σε βάρος ανηλίκου ή ενηλίκου εγκλήματος ενδοοικογενειακής βίας». Η υποχρέωση αυτή ισχύει «ανεξαρτήτως ύπαρξης επαγγελματικού απορρήτου» και η ενημέρωση μπορεί να γίνεται εγγράφως, ηλεκτρονικά ή προφορικά, ενώ σε κατεπείγουσες περιπτώσεις προβλέπεται άμεση τηλεφωνική αναφορά στην αστυνομία.

Αποκλεισμός αναστολής των ποινών

Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των δραστών, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου δίνει σαφείς εντολές για την άμεση προσαγωγή τους στη δικαιοσύνη. Σύμφωνα με το κείμενο, «η τήρηση της αυτόφωρης διαδικασίας όλων των ανωτέρω πλημμελημάτων με παραπομπή του κατηγορουμένου αμέσως στο αρμόδιο ακροατήριο (άρθρο 417 επ. Κ.Ποιν.Δ.) αποτελεί τον κανόνα». Για τον σκοπό αυτό, «για τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών είναι υποχρεωτική η εκδίκαση των αδικημάτων του νόμου αυτού κατ’ απόλυτη προτεραιότητα».

Στο πλαίσιο αυτό, η κράτηση στις περιπτώσεις αυτοφώρου «μπορεί να διατηρείται, αν ο χρόνος αναβολής δεν υπερβαίνει τις τρεις (3) ημέρες και για λόγους ανωτέρας βίας τις πέντε (5) ημέρες», εκτός εάν το δικαστήριο, αφού ακούσει το θύμα, κρίνει αιτιολογημένα πως δεν συντρέχει κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων.

Η ποινική μεταχείριση των καταδικασθέντων γίνεται εξαιρετικά αυστηρή, καθώς περιορίζονται δραστικά τα ευεργετήματα του νόμου. Η εγκύκλιος ορίζει ρητά ότι «στις περιπτώσεις δε των εγκλημάτων που εμπίπτουν στο Νόμο 5172/2025, η ανώτερη των δύο (2) ετών στερητική της ελευθερίας ποινή, δεν μετατρέπεται και δεν αναστέλλεται, τυχόν δε ασκηθείσα ποινική έφεση δεν έχει αναστέλλουσα δύναμη».

Μέτρα προστασίας

Η εγκύκλιος απλουστεύει τις διαδικασίες καταγγελίας, ορίζοντας ότι «μπορεί να λαμβάνεται και προφορικά μέσω τηλεφώνου ή άλλων φωνητικών μηνυμάτων ή μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας στην αρμόδια υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας», με παράλληλο «δικαίωμα λήψης αντιγράφου του καταγγέλλοντος».

Όταν η υπόθεση φτάνει στο στάδιο της κύριας ανάκρισης, οι εισαγγελικοί λειτουργοί μπορούν να προτείνουν, εφόσον δεν επαρκούν οι περιοριστικοί όροι, τον «κατ΄ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση ή και προσωρινή κράτηση» του κατηγορουμένου. Στους ενισχυμένους περιοριστικούς όρους περιλαμβάνεται πλέον «η υποχρέωση παράδοσης των όπλων, η εμφάνισή του στο οικείο αστυνομικό τμήμα και η παροχή στοιχείων επικοινωνίας διαθέσιμων στις αρχές ανά πάσα στιγμή».

Παράλληλα, θεσπίζονται εκτεταμένα μέτρα για την προστασία των θυμάτων από τη δευτερογενή κακοποίηση κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας. Προβλέπεται η «δυνατότητα απομακρυσμένης κατάθεσης των ανηλίκων θυμάτων, χωρίς φυσική παρουσία στο ακροατήριο, με τη συνδρομή ειδικού ψυχολόγου – ψυχιάτρου πραγματογνώμονα», μέτρο που επεκτείνεται μέσω τηλεδιάσκεψης και για τα ενήλικα θύματα που κρίνονται ευάλωτα. Ενεργοποιείται επίσης η διαδικασία αποζημίωσης του θύματος από την Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης.

Σε εργασιακό επίπεδο, εισάγεται η δυνατότητα για «την κατά προτεραιότητα απόσπαση ή μετάθεση υπαλλήλου-θύματος ενδοοικογενειακής βίας προκειμένου να προστατευθεί από το δράστη». Επιπλέον, σε κάθε περίπτωση καταγγελίας, οι εισαγγελείς οφείλουν να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως την περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων περί των συνεπειών κακής άσκησης της γονικής μέριμνας.

Τέλος, αναφορικά με τον θεσμό της ποινικής διαμεσολάβησης, διευρύνεται η δυνατότητα οικονομικής στήριξης, «περιλαμβάνοντας και την υποχρέωση του δράστη σε αποζημίωση για την κάλυψη άμεσων αναγκών του θύματος». Ωστόσο, ο εισαγγελικός λειτουργός αποκτά το δικαίωμα να απορρίψει τη σχετική συμφωνία αν συντρέχουν σοβαρές περιστάσεις, όπως η σκληρότητα της πράξης ή ο κίνδυνος επανειλημμένης βίας. Σε αυτή την περίπτωση, ο δράστης διατηρεί το «δικαίωμα προσφυγής στον Εισαγγελέα Εφετών».

Η εγκύκλιος καταλήγει με την εντολή της Αντεισαγγελέως προς τους Διευθύνοντες τις Εισαγγελίες Εφετών «να ασκούν τη δέουσα εποπτεία για την εφαρμογή της παρούσας».

Δείτε όλη την εγκύκλιο πατώντας εδώ

ΠΗΓΗ: dikastiko.gr

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA