Η Denise Ελευθερίου θυμάται πολύ καθαρά τη στιγμή. Ήταν από τις πρώτες μέρες που είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα και έστηνε το νέο της ατελιέ. Πήγε στη Νηματουργία Μέντης–Αντωνόπουλος περισσότερο από περιέργεια, αφού πολλοί φίλοι τής είχαν μιλήσει για τη συγκεκριμένη επιχείρηση. «Όταν άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα, έπαθα σοκ. Είπα: αυτός είναι ο κόσμος μου», λέει στη «ΜτΚ» η γνωστή σχεδιάστρια μόδας. Τα νήματα, οι κλωστές, οι βαφές, τα χρώματα. Όχι ως υλικά μόδας, αλλά ως πρώτη ύλη σκέψης.
Δύο χρόνια μετά, αυτή η πρώτη, σχεδόν ενστικτώδης αντίδραση, οδήγησε στην έκθεση «ΝΗΜΑΤΩΝ ΕΝΔΥΜΑ», που αποτελεί παραγωγή του Μουσείου Μπενάκη και παρουσιάζεται στους χώρους του της ιστορικής ΝΗ.Μ.Α. στα Πετράλωνα. Όχι ως αναδρομή, ούτε ως επίδειξη, αλλά ως μια συμπυκνωμένη δήλωση για το πώς το ένδυμα μπορεί να σταθεί ανάμεσα στην τέχνη, τη χειροτεχνία και τη μνήμη.
Η σχέση της Ελευθερίου με το νήμα δεν είναι καινούρια. Στο ατελιέ της, από τα χρόνια της Θεσσαλονίκης - όταν το 1997 άνοιξε τον πρώτο της χώρο στην οδό Αριστοτέλους - η ύλη περνά πάντα από τα χέρια της: βάφεται, επεξεργάζεται, μετασχηματίζεται. «Σχεδόν όλα τα ρούχα μας περνούν από βάψιμο. Συνεργαζόμαστε δηλαδή με βαφείο. Ξέρω από τέτοιους χώρους. Έχω δει βαφεία στο Περού, στην Ινδία. Μπορώ να επιβεβαιώσω με μεγάλη σιγουριά ότι οι βαφές στο ΝΗ.Μ.Α. είναι οι καλύτερες που έχω δει παγκοσμίως», επισημαίνει η Ντενίζ Ελευθερίου.
Αυτό που την ενδιέφερε στην έκθεση δεν ήταν να αξιοποιήσει αυτά τα υλικά με τον αναμενόμενο τρόπο. «Δεν ήθελα να τα χρησιμοποιήσω ως διακοσμητικά στοιχεία. Αυτό γίνεται έτσι κι αλλιώς, και από μεγάλους οίκους. Ήθελα να τα αξιοποιήσω ως πρώτη ύλη. Να δημιουργήσω επιφάνειες, να φτιάξω το ίδιο το ύφασμα από αυτά». Έτσι, οι τρέσες, τα κορδόνια και τα μεταξωτά νήματα δεν «στολίζουν» το ένδυμα, αλλά το συγκροτούν.
Γι’ αυτό και τα ρούχα που παρουσιάζονται στο Μπενάκη δεν ακολουθούν τη λογική του πατρόν με τον συμβατικό τρόπο. Η Ελευθερίου δουλεύει με τεχνικές όπως το μουλάζ, διαμορφώνοντας το ένδυμα απευθείας πάνω στην κούκλα ή στο σώμα. «Το ύφασμα εδώ δεν έχει φάρδος. Δεν έχεις τρέχον μέτρο. Έπρεπε να βρεθεί ένας άλλος τρόπος». Το αποτέλεσμα είναι όγκοι και επιφάνειες που πλησιάζουν τη γλυπτική, χωρίς να χάνουν τη σχέση τους με το σώμα.
Η ελληνική παράδοση είναι παρούσα, αλλά όχι ως αναφορά ή σχόλιο. «Με ενδιαφέρει η παράδοση όχι ως παρελθόν, αλλά ως εργαλείο για τον σχεδιασμό του μέλλοντος», λέει. Η ματιά της αποφεύγει συνειδητά τον φολκλόρ κώδικα και επιλέγει μια πιο αφαιρετική, σχεδόν αρχιτεκτονική ανάγνωση της ύλης.
Η ένταξη της μόδας σε έναν μουσειακό χώρο όπως το Μπενάκη δεν είναι για εκείνη απλώς μια προσωπική δικαίωση, αλλά και ένα ισχυρό πολιτιστικό σχόλιο. «Είναι πολύ σημαντικό ότι το μουσείο ανοίγεται και στην εφαρμοσμένη τέχνη. Το βρίσκω καινοτόμο και πραγματικά πρωτοποριακό», υπογραμμίζει.
Σήμερα, έχοντας μεταφέρει την έδρα του ατελιέ της στην Αθήνα και με μια πορεία που μετρά ήδη σχεδόν τρεις δεκαετίες, η Denise Ελευθερίου μοιάζει να επιστρέφει -με άλλους όρους - στην αρχική της πρόθεση: να αφήσει το ένδυμα να μιλήσει μέσα από την ύλη του. Από την Αριστοτέλους, στην Αθήνα και στο Μουσείο Μπενάκη, το νήμα παραμένει το ίδιο. Και η διαδρομή, απολύτως συνεπής.