Δήμος Θεσσαλονίκης: Οκτώ μέτρα «ανάσα» για το δημογραφικό και τη στεγαστική κρίση - Επίδομα 3ου και 4ου παιδιού
Μείωση δημοτικών τελών κατά 70% και 150 κοινωνικά διαμερίσματα - Το σχέδιο του Δήμου για την περίοδο 2027-2030
Οι αριθμοί που προβληματίζουν, τα αίτια και οι λύσεις
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην GoogleΣε εκτεταμένη αναδιάρθρωση του σχολικού δικτύου για το ακαδημαϊκό έτος 2026-2027 προχωρά το υπουργείο Παιδείας, με δεκάδες σχολεία να κλείνουν λόγω του δημογραφικού προβλήματος. Ταυτόχρονα, ιδρύονται νέες εκπαιδευτικές μονάδες και ενισχύονται οι δομές Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης. Η υπουργός Σοφία Ζαχαράκη τόνισε ότι οι παρεμβάσεις στοχεύουν στη διαμόρφωση ενός σχολικού χάρτη που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της εκπαιδευτικής κοινότητας.
«Η ίδρυση νέων σχολικών μονάδων σε περιοχές με αυξημένες ανάγκες, η ενίσχυση της Ειδικής Αγωγής, η αναβάθμιση σχολείων με αυξημένο μαθητικό δυναμικό και η προσαρμογή του δικτύου όπου παρατηρούνται δημογραφικές μεταβολές αποτελούν μέρος μίας συνολικής στρατηγικής για ένα πιο λειτουργικό, δίκαιο και αποτελεσματικό δημόσιο σχολείο» σημείωσε.
Καταργούνται συνολικά 43 νηπιαγωγεία και 32 δημοτικά σχολεία σε όλη την Ελλάδα με τη συντριπτική πλειονότητα να βρίσκεται σε αναστολή λειτουργίας τα τελευταία χρόνια λόγω πολύ χαμηλού έως μηδενικού μαθητικού δυναμικού. Επιπλέον, υποβιβάζονται 40 νηπιαγωγεία και 106 δημοτικά σχολεία λόγω μείωσης του αριθμού φοίτησης μαθητών. Παράλληλα, το υπουργείο προχωρά στην ίδρυση νέων σχολικών μονάδων: Στην Πρωτοβάθμια ιδρύεται δημοτικό σχολείο στη Σαντορίνη και προάγονται 7 νηπιαγωγεία και 31 δημοτικά σχολεία σε όλη τη χώρα λόγω αύξησης του μαθητικού πληθυσμού. Στη Δευτεροβάθμια ιδρύονται 10 νέες σχολικές μονάδες, μεταξύ αυτών το 4ο Ημερήσιο Γενικό Λύκειο Πολίχνης και το Ειδικό Νηπιαγωγείο Μονολόφου στη Θεσσαλονίκη και το Μουσικό Γυμνάσιο Ορεστιάδας.
Το σχολικό έτος 2000-01, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι μαθητές δημοτικών δημόσιων σχολείων στη χώρα ανέρχονταν σε 641.368 και οι σχολικές μονάδες σε 5.995. Το σχολικό έτος 2024-2025 οι εγγεγραμμένοι μαθητές δημοτικού μειώθηκαν κατά 67.321 και οι σχολικές μονάδες κατά 1.641. Όσον αφορά τα γυμνάσια το 2000-2001 οι εγγεγραμμένοι μαθητές στα 1.870 δημόσια σχολεία της χώρας ανέρχονταν σε 348.758 ενώ το 2024-2025 το μαθητικό δυναμικό ανερχόταν σε 331.114 και τα σχολεία σε 1.375.
Την ίδια ώρα τα ποσοστά γεννήσεων συνεχίζουν να υποχωρούν, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που δημοσιεύθηκαν στις 18 Ιουνίου, οι γεννήσεις στην Ελλάδα το 2025 ανήλθαν σε 65.594, σε σύγκριση με 68.467 το 2024, σημειώνοντας μείωση κατά 2.873 γεννήσεις (-4,2%). Από την ανάλυση των γεννήσεων κατά ηλικιακή ομάδα της μητέρας το 2025 σε σχέση με το 2015, οι κυριότερες μειώσεις, σε απόλυτες τιμές, καταγράφονται για τις ηλικιακές ομάδες 30 έως 34 ετών (12.356 γεννήσεις), 25 έως 29 ετών (7.922 γεννήσεις) και 35 έως 39 ετών (4.597 γεννήσεις), ενώ οι κυριότερες αυξήσεις παρατηρούνται για τις ηλικιακές ομάδες 40 έως 44 ετών (1.031 γεννήσεις) και 45 έως 49 ετών (445 γεννήσεις).
Ο απόηχος στα δημοτικά
Η Αλεξάνδρα Τραγάκη, καθηγήτρια Οικονομικής Δημογραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, εξηγεί στη «ΜτΚ» πως η συνεχιζόμενη μείωση των γεννήσεων έχει σαν ένα άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση του μαθητικού πληθυσμού. Ο απόηχος αυτής τη μείωσης εντοπίζεται πρωτίστως στα δημοτικά σχολεία. «Η μείωση των γεννήσεων δεν είναι συγκυριακή. Πρόκειται για μία εξέλιξη που θα συνεχιστεί στα επόμενα χρόνια καθώς έχουμε έναν διαρκώς μειούμενο αριθμό εν δυνάμει γονέων. Διότι πλέον δεν λείπει μόνο η διάθεση τεκνοποίησης, λείπουν και οι γονείς. Από το 1990 κάθε χρόνο γεννιούνται όλο και λιγότερα παιδιά. Από το 2013 και μετά καταγράφονται λιγότερες από 100.000 γεννήσεις/χρόνο, ενώ το 2025 οι γεννήσεις ήταν λιγότερες από 66.000. Έτσι, η φθίνουσα πορεία στις γεννήσεις αντικατοπτρίζεται στα παιδιά του δημοτικού, ενώ στα αμέσως επόμενα χρόνια αυτή η μείωση θα φανεί στα παιδιά του γυμνασίου και του λυκείου και εν συνεχεία στους φοιτητές του πανεπιστημίου».
Ανάγκη επανασχεδιασμού
Η κ. Τραγάκη επισημαίνει πως ο χάρτης της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης χρειάζεται να επανασχεδιαστεί ολικά, με μεγάλη προσοχή. «Οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες και δυνατότητες έχουν αποτελέσει στο παρελθόν λόγο εγκατάλειψης μικρότερων περιοχών. Το σχολείο θα πρέπει να βρίσκεται κοντά στην κατοικία του παιδιού και να υπάρχουν και άλλες επιλογές όπως πρότυπα, μουσικά, αθλητικά σχολεία διότι διαφορετικά οι γονείς θα αναγκαστούν να μεταφερθούν σε άλλες περιοχές που θα διαθέτουν αυτές τις παροχές. Η μείωση των γεννήσεων περιορίζει αναπόφευκτα τις ανάγκες σε σχολικές υποδομές και εκπαιδευτικό προσωπικό. Ταυτόχρονα όμως, η κατάργηση σχολικών μονάδων και η αποχώρηση εκπαιδευτικών μπορεί να ενισχύσουν το αίσθημα εγκατάλειψης των τοπικών κοινωνιών, να επιταχύνουν την πληθυσμιακή συρρίκνωση και, τελικά, να συμβάλουν σε περαιτέρω μείωση των γεννήσεων. Για τον λόγο αυτό, ο επανασχεδιασμός του σχολικού δικτύου δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στον αριθμό των μαθητών».
Περιγράφει πως απαιτείται μία ολοκληρωμένη και συντονισμένη προσέγγιση, η οποία θα λαμβάνει υπόψη δημογραφικούς, κοινωνικούς, αναπτυξιακούς και γεωγραφικούς παράγοντες. «Το κλείσιμο ενός σχολείου δεν αποτελεί μία απλή διοικητική απόφαση, αλλά μία παρέμβαση με σημαντικές επιπτώσεις στη βιωσιμότητα μίας περιοχής. Επομένως, πριν από οποιαδήποτε απόφαση, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι ιδιαίτερες συνθήκες και οι αναπτυξιακές προοπτικές κάθε περιοχής, καθώς και η δυνατότητα διατήρησης μίας σχολικής μονάδας, ακόμη και με μικρό αριθμό μαθητών, όταν υπάρχει ένα συν».
Λιγότερες από 65.000 γεννήσεις
Οι γεννήσεις στην Ελλάδα, όπως εξηγεί στη «ΜτΚ» ο Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής Δημογραφίας, διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), άρχισαν να μειώνονται, αν και με διαφορετικούς ρυθμούς, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 με αποτέλεσμα το 2026 να είναι λιγότερες από 65.000. «Η μείωση αυτή οφείλεται στο ότι τα ζευγάρια που γεννήθηκαν μετά το 1955-60 και άρχισαν να τεκνοποιούν μετά το 1980, αποκτούν όλο και λιγότερα παιδιά (γύρω στα δύο όσοι γεννήθηκαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950, λίγο λιγότερα από 1,5 όσοι γεννήθηκαν γύρω από το 1985.). Όπως δε οι γεννήσεις μειώνονται αναπόφευκτα έχουμε μετά από 25-40 χρόνια όλο και λιγότερα άτομα σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας, ακόμα δε λιγότερα καθώς ένα τμήμα από αυτούς μετανάστευσαν μετά το 2010 χωρίς να αντικατασταθούν από άλλους (αρνητική μεταναστευτική ζυγαριά). Έτσι, ενώ το 2001 οι γυναίκες 25-44 ετών ήταν 1,617 εκατ. περιορίσθηκαν στα 1,498 το 2015, ενώ το 2025 είναι ακόμα λιγότερες (μόλις 1,17 εκατ.). Η πτωτική δε αυτή τάση δεν πρόκειται να ανακοπεί τις επόμενες δεκαετίες καθώς οι γεννήσεις το 2012-2026 είναι λιγότερες από αυτές της περιόδου 1996-2011».
Σημειώνει πως η επαναφορά των γεννήσεων στα επίπεδα της προηγουμένης δεκαετίας (2011-20, 92 χιλ. ετησίως κατά μέσο όρο) είναι ανέφικτη. «Εκείνο που είναι εφικτό είναι η επιβράδυνση αρχικά της μείωσής τους και στη συνέχεια η προοδευτική αύξησή τους από το χαμηλότερο επίπεδο που θα φθάσουν. Για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται ένα θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο στις ηλικίες 25-45 ετών που θα περιορίσει την αναμενομένη μείωση της ηλικιακής αυτής ομάδας (ανακοπή της τάσης φυγής των νεότερων γενεών, άμεση επιστροφή του μεγαλύτερου τμήματος όσων εγκατέλειψαν τη χώρα μας μέχρι σήμερα και προσέλκυση νέων αλλοδαπών που θα εγκατασταθούν μόνιμα στη χώρα μας και θα αποκτήσουν παιδιά). Απαιτείται όμως κυρίως η δημιουργία ενός εξαιρετικά ευνοϊκού περιβάλλοντος που θα δώσει στις νεότερες γενεές την δυνατότητα να αποκτήσουν τον αριθμό παιδιών που επιθυμούν, με αποτέλεσμα, προοδευτικά, να αυξήσουν τον αριθμό τους από τα 1,4 παιδιά στις γενεές που γεννήθηκαν γύρω από το 1985 στα 1,8 σε αυτές που έχουν γεννηθεί μετά το 2010».
Η στόχευση
Ο δρ Κοτζαμάνης σημειώνει πως για να δοθούν κίνητρα στη νέα γενιά θα πρέπει να ληφθούν στοχευμένα μέτρα που θα εστιάζουν στα εξής:
* μείωση του (άμεσου ή έμμεσου) πολύ υψηλού κόστους σε σχέση με τα διαθέσιμα εισοδήματα που προκύπτει από τη γέννηση και το μεγάλωμα ενός παιδιού,
* εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή,
* άμβλυνση των έμφυλων διακρίσεων τόσο στον δημόσιο όσο και στην ιδιωτικό βίο,
* επίλυση του στεγαστικού προβλήματος που αντιμετωπίζουν οι νέοι στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου έχει συγκεντρωθεί η πλειοψηφία τους μέσω κυρίως ενός εκτεταμένου προγράμματος ενοικιαζόμενης κοινωνικής κατοικίας,
* μείωση της ανεργίας, των επισφαλών σχέσεων εργασίας και την αύξηση των διαθέσιμων πραγματικών εισοδημάτων των νεότερων γενεών,
* μερική προστασία τους από κινδύνους που ενδεχομένως να αντιμετωπίσουν μέσω μιας διευρυμένης κοινωνικής πολιτικής
* άρση του κλίματος αβεβαιότητας- και έλλειψης εμπιστοσύνης στο μέλλον.
«Η αβεβαιότητα αυτή δημιουργεί ανασφάλεια και επηρεάζει την απόφαση για μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις (επομένως και για τη δημιουργία οικογένειας). Η στάση των νέων μας αποκαλύπτει ένα έλλειμμα εμπιστοσύνης η αποκατάσταση της οποίας απαιτεί συλλογική προσπάθεια και προϋποθέτει δίκαιους θεσμούς, διαφάνεια, λογοδοσία, παιδεία που καλλιεργεί την ενσυναίσθηση και την αλληλεγγύη, καθώς και κοινωνικά και οικονομικά μοντέλα λιγότερο άνισα και ανταγωνιστικά και περισσότερο συνεργατικά» εξηγεί.
Έμφαση στην εκπαίδευση
Για τη μείωση ειδικότερα του κόστους μεγαλώματος των παιδιών και την ταυτόχρονη εναρμόνιση της οικογενειακής και εργασιακής ζωής ο δρ Κοτζαμάνης επισημαίνει πως ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί στα αστικά κέντρα, όπου συγκεντρώνεται η πλειοψηφία των νέων 25-45 ετών, τόσο στην προσχολική όσο και στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. «Ένα δημόσιο σχολείο, για να πληροί τις αναμονές που έχουν οι μελλοντικοί γονείς για τα παιδιά τους και να τους διευκολύνει ταυτόχρονα στην εργασία τους θα έπρεπε, καταρχάς, εκτός από ένα ασφαλές και ποιοτικό κτιριακό περιβάλλον και καλά καταρτισμένους εκπαιδευτικούς να διαθέτει σύγχρονα εκπαιδευτικά μέσα και χώρους δημιουργίας και άθλησης, έναν περιορισμένο αριθμό μαθητών ανά τάξη και την δυνατότητα υποστήριξης των μαθησιακών τους δυσκολίων. Θα έπρεπε ταυτόχρονα να λειτουργεί με διευρυμένο ωράριο (αλλά όχι σαν «παρκινγκ»), προσφέροντας με την συνδρομή του κατάλληλου προσωπικού κάποιες βασικές δραστηριότητες (εξοικείωση με τις ξένες γλώσσες, την τέχνη και τον πολιτισμό, αθλητικές δραστηριότητες ή ακόμη και καλλιέργεια κάποιων δεξιοτήτων τους). Θα όφειλε δηλαδή αφενός μεν να μην είναι μόνον ένας χώρος μετάδοσης γνώσεων αλλά και ολόπλευρης ανάπτυξης των παιδιών, αφετέρου δε να διευκολύνει σημαντικά τους εργαζομένους γονείς, οι οποίοι προφανώς δεν έχουν από ένα τέτοιο σχολείο κάποιες εξωφρενικές απαιτήσεις».
Επισημαίνει πως η μη ύπαρξη τέτοιων δημόσιων δημοτικών σχολείων, παρόλες τις βελτιώσεις των τελευταίων ετών, είναι φυσικά μία μόνον από τις παραμέτρους που επηρεάζουν τις γεννήσεις. «Στη χώρα μας, οι επιλογές των νέων γονέων όσον αφορά την εκπαίδευση των παιδιών τους είναι περιορισμένες. Ένα τμήμα τους που δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να προσφύγει σε ιδιωτικά σχολεία που παρέχουν κάποια από τα προαναφερόμενα θα προσφύγει στο δημόσιο δημοτικό. Στην περίπτωση αυτή, σε συνεργασία συνήθως με τους ανιόντες, θα προσπαθήσουν να περιορίσουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν για να συνδυάσουν οικογένεια και εργασία, προσφεύγοντας ταυτόχρονα και σε υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα για να καλύψουν κάποιες από τις εξωσχολικές ανάγκες των παιδιών τους. Η προσφυγή στις υπηρεσίες αυτές όμως, εκτός του ότι συχνά δύσκολα συνδυάζεται με την εργασιακή ζωή των γονέων, επιβαρύνει τον οικογενειακό προϋπολογισμό, και δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τα νεότερα ζευγάρια να αποκτήσουν τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν».
Οι πρωτοβουλίες
Για τις πρωτοβουλίες που έχουν ληφθεί μιλά στη «ΜτΚ» η αντιπεριφερειάρχης Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Μελίνα Δερμεντζοπούλου επισημαίνοντας πως η κατάρρευση των γεννήσεων αποτελεί μία διεθνή πρόκληση. «Ως Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας προχωρήσαμε στη διενέργεια ποσοτικής και ποιοτικής έρευνας, με στόχο όχι μόνο την ακριβή αποτύπωση των μεγεθών σε όλους τους νομούς μας, αλλά και την εξαγωγή συμπερασμάτων που μας βοηθούν να διαμορφώσουμε τις πολιτικές μας στοχευμένα, να προχωρήσουμε σε μία σειρά μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων μέτρων. Όπως δείχνουν τα αποτελέσματα, διαφορετικές παράμετροι, οικονομικές, κοινωνικές και επαγγελματικές, οδηγούν το 30% των νέων μας στο να διστάζουν να κάνουν οικογένεια, προκαλώντας έντονη πληθυσμιακή πόλωση και αποψίλωση της υπαίθρου. Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, οι πολιτικές μας οφείλουν να είναι εξίσου πολύπλευρες και δυναμικές. Έτσι, οι πολιτικές μας στοχεύουν στο να στηρίζουμε με όλα τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία την απασχόληση με νέες θέσεις εργασίας, να ενισχύουμε τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, να κρατάμε τους νέους στον τόπο τους με δράσεις συγκεκριμένες, να στηρίζουμε την οικογένεια με την εξασφάλιση προσχολικής εκπαίδευσης και δημιουργικής απασχόλησης, να επενδύουμε σε Κέντρα Ημερήσιας Φροντίδας Ηλικιωμένων, σε δομές φροντίδας, σε κοινωνική στέγαση, σε φροντίδα ηλικιωμένων και ΑμεΑ, σε υπηρεσίες που κρατούν τις οικογένειες όρθιες και τις κοινότητες ζωντανές».
Η εικόνα στην Κ. Μακεδονία
Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Κόπτση, διευθυντή Περιφερειακής Εκπαίδευσης Κεντρικής Μακεδονίας την τελευταία πενταετία στην Κεντρική Μακεδονία το μαθητικό δυναμικό στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση μειώθηκε κατά 8%, στη Δευτεροβάθμια κατά 4% και η συνολική μείωση φτάνει το 6%. Όσον αφορά την πρώτη δημοτικού, την τελευταία πενταετία, η μείωση ξεπερνά το 10%. «Παρά το γεγονός ότι ο μαθητικός πληθυσμός μειώνεται τα τελευταία χρόνια εντούτοις διατηρούμε σταθερό τον αριθμό των σχολικών μας μονάδων, με γνώμονα την τόνωση της περιφέρειας και τον σεβασμό απέναντι στους μαθητές και τις οικογένειές τους ώστε να παραμένουν στις περιοχές τους, παράλληλα όμως να υποστηρίζουμε την ποιότητα εκπαίδευσης». Συμπληρώνει πως «οι καταργήσεις σχολείων γίνονται όταν ο αριθμός των μαθητών είναι μηδενικός. Οι καταργήσεις ωστόσο ισοσκελίζονται με τις ιδρύσεις σχολείων έτσι ο αριθμός των σχολικών μονάδων παραμένει σταθερός παρά τη μείωση του μαθητικού δυναμικού». Δεν παραλείπει να αναφέρει ότι στην Κ. Μακεδονία ιδρύονται 17 σχολικές μονάδες μέσω ΣΔΙΤ, 25 μέσω ΕΣΠΑ και αρκετές μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Τονίζει ότι «η αναλογία εκπαιδευτικών/μαθητών στην περιφέρεια είναι στις περισσότερες περιπτώσεις πάρα πολύ μικρή (κάτω του προβλεπόμενου από την κείμενη νομοθεσία) και στις μεγάλες πόλεις, σε ελάχιστες περιπτώσεις κατά μέγιστο σύμφωνα με τον νόμο». Περιγράφει πως μέσα στην επόμενη πενταετία δεν θα υπάρχει πρόβλημα σχολικής στέγης στην Κ. Μακεδονία. «Θέλουμε να πιστεύαμε ότι δεν θα επιβεβαιωθούν οι φόβοι ότι θα έχουμε πολλά σχολεία και λίγους μαθητές» καταλήγει.
*Δημοσιεύτηκε στη "ΜτΚ" στις 5 Ιουλίου 2026
Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google
Πρόσθεσέ το στην GoogleΜείωση δημοτικών τελών κατά 70% και 150 κοινωνικά διαμερίσματα - Το σχέδιο του Δήμου για την περίοδο 2027-2030
Για τα ελληνικά δεδομένα, έκανε εκτενή αναφορά στην ομιλία στην περσινή ΔΕΘ, η οποία ήταν μία φορολογική μεταρρύθμιση με κέντρο βάρους το δημογραφικό
Στην κατηγορία «Εμπειρία Μαθητή»
Υπουργείο Παιδείας: «Θα αποδοθούν ευθύνες» για το λάθος στην εξέταση των Νέων Ελληνικών