Ευτυχώς δεν άλλαξε ο άνεμος… Του Νίκου Οικονόμου

Η μάχη με τις φλόγες, η καλή απόδοση της πολιτείας και των πολιτών και οι παραφωνίες

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

Από τότε που οι καλοκαιρινές πυρκαγιές έχουν μπει για τα καλά στην καθημερινότητά μας, κάθε ήχος από σειρήνες της Πυροσβεστικής στη Χαλκιδική προκαλεί μια έντονη εσωτερική ανησυχία. «Είναι Πυροσβεστική ή ασθενοφόρο;», «Είναι φωτιά; Και αν είναι πυρκαγιά, πόσο μεγάλη είναι;»

Κάπως έτσι και η χτεσινή μου ημέρα στη Φούρκα. Ήταν λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι και ενώ τελείωνα το τελευταίο κείμενο για την εφημερίδα, άκουσα τις σειρήνες. Κάπου στο βάθος, αχνές, αλλά διακριτές. Δεν πέρασε πολύ ώρα και «ντριν» το πρώτο μήνυμα μέσω 112 που δεν μπορούσε κανείς να το αγνοήσει. «Δασική πυρκαγιά στην Κασσάνδρα, να είστε σε επιφυλακή», έλεγε.

Τι κάνουμε; Το πρώτο τηλέφωνο στον γνωστό διασώστη και φίλο Θέμη Ιερισσιώτη, που με ενημερώνει για το που. Ο τόνος της φωνής του ήταν σαφής: «Τα πράγματα δε θα είναι εύκολα». Το ίδιο λίγο αργότερα και ο Μαργαρίτης Σχοινάς που βρισκόταν ήδη στο Συντονιστικό Κέντρο των Drones. Τον γνωρίζω χρόνια, έχει αντιμετωπίσει πολύ δύσκολες και περίπλοκες καταστάσεις, όπως η χρεοκοπία της Ελλάδας, αλλά δεν τον είχα ακούσει ποτέ τόσο συγκρατημένο. «Φοβήθηκα ότι θα έχουμε μεγάλη καταστροφή», μου είπε το βράδυ όταν πια η κατάσταση άρχισε να είναι υπό έλεγχο.

Δικαιολογημένα όλα αυτά. Το δάσος της Κασσάνδρας είναι ένας τεράστιος, αγαπημένος και υπερπολύτιμος πράσινος πνεύμονας. Που ενώνει τις δύο πλευρές. Αν ξεφύγει ο έλεγχος, μπορεί να καεί όλο το πόδι.

Τι κάνει, λοιπόν, κανείς σε αυτές τις στιγμές; Κατ΄ αρχήν αισθάνεται ένα σφίξιμο στο στομάχι, γιατί σκέφτεσαι τα χειρότερα. Ότι η φωτιά μπορεί να φτάσει στον οικισμό και να πάρει φωτιά το σπίτι. Μετά πρέπει να αποφασίσεις για τις κινήσεις σου. Αν θα φύγεις, που θα πας, αν θα πάρεις αυτοκίνητο και φυσικά τι θα πάρεις μαζί σου.

Όλα αυτά και ενώ όλος ο οικισμός είναι στο πόδι. Εκείνη τη στιγμή δημιουργείται μια ιδιαίτερη αλληλεγγύη, που δε τη συναντάς εύκολα. Είναι η στιγμή που ο καθένας κοντρολάρει το φόβο του με διαφορετικό τρόπο. Οι πιο νεαροί πιο κουλ, οι πιο μεγάλοι με μεγαλύτερο άγχος. Όλοι όμως έτοιμοι να δράσουν συλλογικά…

Τελικά όταν ήρθε και το τρίτο SMS, με την οδηγία να φύγουν και οι κάτοικοι της Φούρκας από τα σπίτια τους, τα ερωτήματα πια είχαν απαντηθεί. Με το ΙΧ στην κοντινή αλάνα, όπου δεν κινδυνεύει κανείς, το κατοικίδιο μαζί και ένα σακίδιο με τα πολύ απαραίτητα. Μια πετσέτα, νερό, πορτοφόλι, κινητό, φορτιστή, μια ομπρέλα για τον ήλιο και κλειδιά και για το σπίτι της Θεσσαλονίκης. Γιατί κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να συμβεί.

Αυτές τις στιγμές οι γρήγορες αποφάσεις είναι κρίσιμες. Γιατί αν αργήσεις λίγο, μπορεί να μποτιλιαριστείς ακόμη και στην πιο κοντινή διαδρομή. Όπως συνέβη σε πολύ κόσμο που έφυγε από τη Σίβηρη και τη Φούρκα με κατεύθυνση τη Νέα Σικιώνη, το νότιο μέρος του ποδιού ή ακόμη και τη Θεσσαλονίκη.

Στην αλάνα της Φούρκας παρκάραμε εύκολα και βρήκαμε θέση στην ταβέρνα του Τάκη. Σίγουρο μέρος. Γιατί είναι δίπλα στη θάλασσα, χωρίς δένδρα τριγύρω και ο ιδιοκτήτης της είναι ο επικεφαλής των Διασωστών της Κασσάνδρας, που φυσικά ήταν εν δράσει.

Όταν πια τακτοποιηθήκαμε «παρά θίν’ αλός» τότε μόνο αντιληφθήκαμε το μέγεθος της πυρκαγιάς στη διπλανή Σίβηρη. Τεράστιος και μαύρος ο καπνός και φυσικά απειλητικός. Είναι οι στιγμές που όλος ο κόσμος είχε στραμμένο το βλέμμα του προς τα δεξιά, εκεί που βρίσκεται η Σίβηρη και πάλευε με τις φωτιές.

Τέτοιες ώρες καλό είναι να ελέγχεις αυτά που ακούς. Ο ένας θα πει ότι δόθηκε εντολή να φύγουν όλοι από τη Φούρκα, ο άλλος ότι αναμένεται το απόγευμα Βαρδάρης και θα κάψει και τη Φούρκα, ο άλλος ότι καίγεται οι οικισμός των πανεπιστημιακών που βρίσκεται λίγο έξω από το χωριό, ο άλλος ότι τα κανάλια μεταδίδουν ότι ο κόσμος απομακρύνεται με πλοιάρια από τη Φούρκα, κάτι που συνέβη μόνο στη Σίβηρη.

Κάπου εκεί κόπηκε και το ρεύμα και κάπου εκεί κατέφτασαν και οι λιμενικοί. Για να δώσουν οδηγίες στον κόσμο στην παραλία να μην απομακρυνθεί από εκεί. Γιατί αν χρειαστεί να απεγκλωβιστούν, αυτό θα γίνει δια θαλάσσης.

Εκείνη την ώρα μετράς και αυτούς που σε σκέφτονται. Φίλοι, συγγενείς και συνάδελφοι. Και για πολλούς ξαφνιάζεται ευχάριστα που σε θυμήθηκαν.

Κατά τις 6 η εικόνα βελτιώθηκε. Και μετά από δύο τηλεφωνήματα προς αρμοδίους, που ήταν αρκετά καθησυχαστικά, ξεκινάμε για την επιστροφή στο σπίτι. Η φωτιά στο μεταξύ είχε εμφανώς περιοριστεί, ενώ και ο αρμόδιοι ακούγονταν πιο ήρεμοι. Με ένα μόνο αλλά. Να μη γυρίσει ο άνεμος. Που τελικά δεν γύρισε.

Αν κάτι, πέραν από τα έντονα προσωπικά συναισθήματα της στιγμής, σου μένει αφορά στη θετική δημόσια συμπεριφορά. Το καλό και το οργανωμένο της συνεργασίας. Πολιτεία, τοπικοί φορείς, δήμος, Περιφέρεια, εθελοντές, πολίτες ήταν σε ένα μήκος κύματος, με μόνη παραφωνία ίσως τους ξένους παραθεριστές που έδειχναν να μην συνειδητοποιούν το μέγεθος του κινδύνου και την ανάγκη της κινητοποίησης. Ίσως εδώ πρέπει να υπάρξει μια μέριμνα για ενημέρωση. Παραφωνία αποτέλεσαν και κάποιοι εγχώριοι χρήστες του πληκτρολογίου των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης. Που έδιναν την εντύπωση ότι ήθελαν να δουν καταστροφή στην Κασσάνδρα. Για να εκτοξεύσουν μετά τα συνήθη βλαβερά βέλη τους προς όλους (και κυρίως προς την πολιτεία). Εδώ φυσικά η ενημέρωση δε σώζει. Γιατί απέναντι στην τοξικότητα δεν υπάρχει σωτηρία.

Η επόμενη ημέρα ξεκίνησε στις 6.30 το πρωί με απόβαση εναέριων μέσων. Που έδωσαν και το τελικό κτύπημα στο να απομακρυνθεί ο κίνδυνος. Και να αποφευχθούν τα χειρότερα.

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA