Ένα βιβλίο για τη γενιά της «απρόσμενης ματαιότητας»

Ο δικηγόρος Μιχάλης Νταγγίνης υπογράφει το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Πατημένα Τριάντα» και μιλά για τη γενιά που μεγάλωσε στις καλύτερες συνθήκες και «σφραγίστηκε» από αλλεπάλληλες κρίσεις

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google

«Συλλογική αυτοβιογραφία», έτσι χαρακτηρίζουν οι αναγνώστες το βιβλίο «Πατημένα Τριάντα» του Μιχάλη Νταγγίνη που κυκλοφόρησε πριν δύο μήνες από τις εκδόσεις Διόπτρα και ήδη εξαντλήθηκε η πρώτη του έκδοση.

«Είναι ένα βιβλίο γι’ αυτά που ζει η γενιά μας, η προηγούμενη και η επόμενη, τους millenials πρακτικά. Αναφέρεται στη γενιά που τριανταρίζει και που τριαντάριζε μέσα στις αλλεπάλληλες κρίσεις που βιώνουμε από το 2015 και μετά. Είναι ένα ταξίδι στη ζωή ανθρώπων αυτής της γενιάς και των συγγενών γενιών μας, οι οποίοι σε τόσα λίγα χρόνια βιώσαν τα πάντα» εξηγεί ο ίδιος στη «ΜτΚ».

Το «Πατημένα Τριάντα» είναι το πρώτο βιβλίο του Μιχάλη Νταγγίνη και είναι αποτέλεσμα μίας πηγαίας και σχεδόν θεραπευτικής ανάγκης έκφρασης. «Δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου να γράψω ένα μυθιστόρημα. Από μικρός διάβαζα λογοτεχνία και ένιωθα μία ανάγκη έκφρασης. Δεν είχα αποφασίσει ότι θα γράψω, αισθανόμουν όμως ότι υπάρχει μέσα μου κάτι, ένα συνονθύλευμα από σκέψεις, όνειρα, προβληματισμούς, ματαιώσεις και φαντασιώσεις» εξηγεί. Ο ίδιος είναι δικηγόρος με εξειδίκευση στο Ποινικό Δίκαιο, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και μένει στην Αθήνα. Όπως τονίζει επειδή για πολλά χρόνια ήταν πάνω από επιστημονικά βιβλία, δεν του δόθηκε ποτέ ο χρόνος να σκεφτεί όντως την πιθανότητα να γράψει κάτι δικό του. Την απόφαση την πήρε τελικά όταν τελείωσε το διδακτορικό του στο Ποινικό Δίκαιο, όπου είχαν συσσωρευτεί πολλά μέσα του που ήθελε να εκφράσει. Και πάλι, όμως, δεν ξεκίνησε συνειδητά να πει ότι γράφει μυθιστόρημα, απλά έγραφε και η ιστορία ξεδιπλωνόταν μπροστά του. «Είχα μέσα μου ένα φορτίο το οποίο όμως ήταν εν μέρει ανέκφραστο. Όταν ξεκίνησα, έγραφα εντελώς αυθόρμητα. Είχα την αίσθηση ότι σκάβω σε ένα τούνελ ψάχνοντας υπόγειους δρόμους. Δεν σχεδίασα την πλοκή μου, ούτε ήξερα πού θα καταλήξει. Ένιωθα απλά ότι όσο γράφω ανακουφίζομαι και ότι έχω πράγματα να πω, τα οποία έχουν φωλιάσει μέσα μου και σιγά σιγά έβγαιναν».

Αν θα περιέγραφε αυτή τη γενιά με λίγες λέξεις ο Μιχάλης Νταγγίνης, αυτές θα ήταν «η απρόσμενη ματαίωση». «Είμαστε η γενιά η οποία μεγάλωσε στις καλύτερες συνθήκες που έχει βρεθεί ποτέ η χώρα. Μεγαλώσαμε με εργαλεία ατομικής λάμψης, με πολλές στοχεύσεις, με σπουδές, με μία προοπτική να τα πάμε ακόμα καλύτερα και με μία χώρα που έδειχνε ότι μπορεί να το υποστηρίξει όλο αυτό. Και ξαφνικά, μας βάλανε μία τρικλοποδιά, σκοντάψαμε και έκτοτε ακόμη ψάχνουμε τα πατήματά μας. Αυτή η ματαίωση, αυτή η αίσθηση ότι ο κόσμος για τον οποίο μεγαλώσαμε είναι διαφορετικός από τον κόσμο που συναντήσαμε, έχει ‘σφραγίσει’ και τη δική μας γενιά και την αμέσως προηγούμενη. Και έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε πώς βιώνουν τις καταστάσεις οι επόμενες γενιές, οι οποίες μεγαλώνουν μέσα στην απαισιοδοξία και σε ένα περιβάλλον κρίσης.»

dsc03677.jpg?v=0

Το βιβλίο ξεδιπλώνει το πορτρέτο πέντε διαφορετικών προσώπων, η ζωή των οποίων συνδέεται και διασταυρώνεται σε μία δεκαετή πορεία που ξεκινάει το 2015 και ολοκληρώνεται λίγο μετά το 2026. «Το έργο διατηρεί την αυτονομία και των πέντε χαρακτήρων, αποτυπώνοντας όλα όσα μπορούν να συμβούν στην πορεία ενός ανθρώπου, από έρωτες, βαθιές απογοητεύσεις και προσωπικές φαντασιώσεις, μέχρι φιλοδοξίες και την ανάγκη για επαγγελματική ανέλιξη, αλλά και μία διάχυτη ματαίωση και μία έντονη τάση φυγής από τον κόσμο της κυριολεξίας, δηλαδή από τη δουλειά και το αποπνικτικό, πιεστικό περιβάλλον της καθημερινής εργασίας».

«Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου ανήκουν σε μία συγκεκριμένη γενιά που σήμερα είναι σαραντάρηδες, οι οποίοι μπήκαν στο πανεπιστήμιο με την κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008 που προκάλεσε και την ελληνική κρίση, και βγήκαν στην αγορά εργασίας όταν αυτή βρισκόταν στο πικ της. Το πιο ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι τόσο οι γενιές που βρίσκονται μία δεκαετία πριν, όσο και αυτές που έπονται, εξακολουθούν να βιώνουν τις ίδιες ακριβώς καταστάσεις και αυτός είναι ο λόγος που άνθρωποι της ίδιας ηλικίας, ή ακόμη και 10-15 χρόνια μικρότεροι, ταυτίζονται απόλυτα με τους χαρακτήρες του βιβλίου, νιώθοντας μέρος της ίδιας της ιστορίας και όχι απλώς παρατηρητές μιας απομακρυσμένης εικόνας, γεγονός που φανερώνει μία βαθιά στασιμότητα στον τρόπο που βιώνουμε τα πράγματα, δημιουργώντας τον φόβο ότι ακόμη και οι επόμενες γενιές που έρχονται από πίσω θα βιώνουν τις ίδιες ακριβώς ταυτίσεις.

Αυτή η διαπίστωση ίσως ακούγεται απελπιστική και σίγουρα εμπεριέχει μία δόση απαισιοδοξίας -με την ελπίδα βέβαια να διαψευστεί στην πράξη- όμως, με τα τωρινά δεδομένα, οι πιθανότητες ανατροπής της κατάστασης και αλλαγής του μοντέλου ζωής μας δεν φαντάζουν πολλές, καθώς πέρα από τα δομικά και τεχνικά ζητήματα, όπως η οικονομία ή το δημογραφικό, το βασικότερο πρόβλημα της εποχής είναι η βαθιά κρίση απαισιοδοξίας, η εδραιωμένη αίσθηση ότι τα πράγματα δεν πρόκειται να αλλάξουν ούτε να γίνουν καλύτερα, και ότι το μέγιστο που μπορεί να καταφέρει κανείς είναι να εξασφαλίσει μία βολική, ατομική κατάσταση, αδιαφορώντας για το σύνολο. Αυτή η απαισιοδοξία έχει ποτίσει τόσο βαθιά τις συνειδήσεις, που έχει μετατραπεί σε έναν στυγνό κυνισμό, όπου δεν αναζητούνται πλέον λύσεις που ξεπερνούν το ατομικό επίπεδο και χάνεται η πίστη στη συλλογική ένωση. Ακόμα και η πολιτική, το κατεξοχήν θεσμικό εργαλείο για τη μεταβολή των πραγμάτων, έχει μετατραπεί σε έναν χώρο καθαρά διακοσμητικό, ο οποίος μας ενοχλεί, αλλά νιώθουμε ανίκανοι να τον αλλάξουμε. Έτσι παραμένουμε βυθισμένοι σε μία ζοφερή συνθήκη που μας καλεί απλώς να επιβιώσουμε με κάθε τρόπο και να αναλωνόμαστε καθημερινά στο να δικαιώσουμε την ύπαρξή μας, τις σπουδές μας και τα χρόνια που έχουμε ιδρώσει διαβάζοντας και δουλεύοντας».

Όπως τονίζει, δεν έχει κάποιο πρόταγμα στο βιβλίο του, ούτε κάποια διδαχή. «Δεν προσπαθώ να υποδείξω μία διέξοδο για τα πράγματα. Αν το έκανα αυτό, θα έγραφα ένα μανιφέστο, ένα πολιτικό κείμενο, ένα άρθρο. Θεωρώ ότι είναι πολύ κακό όταν το κάνει η μυθοπλασία. Εμένα με ενδιαφέρει να αφηγηθώ τον τρόπο που οι πρωταγωνιστές βλέπουν τα πράγματα, να τους αφήσω δηλαδή να διηγηθούν τη ζωή τους».

Τέλος, ο Μιχάλης Νταγγίνης ξεκαθαρίζει πως δεν μπορεί να κρίνει αν το βιβλίο του είναι καλό ή όχι, καθώς αυτό είναι δουλειά του κοινού, βλέπει πάντως το κοινό να ταυτίζεται «πράγμα που σημαίνει ότι ο κόσμος έχει ανάγκη να ακουμπήσει τις ανησυχίες του», όπως λέει χαρακτηριστικά. Σκοπεύει να συνεχίσει να γράφει, θα το κάνει όμως με τους όρους του: Όταν δηλαδή γεννηθεί ξανά μία ανάγκη και μία ιδέα, η οποία για εκείνον τουλάχιστον θα έχει νόημα να εξωτερικευτεί.

81f671b7529dcf3697fb72a986f471c9jpg.webp

*Δημοσιεύθηκε στη «ΜτΚ» στις 07/06/2026

Κάνε κλικ και δες περισσότερο emakedonia.gr στην αναζήτηση της Google

Πρόσθεσέ το στην Google
Loader
ESPA