Η γυναικοκτονία αποτελεί μία από τις πιο ακραίες εκφράσεις της έμφυλης βίας και συνιστά ένα σοβαρό κοινωνικό φαινόμενο με βαθιές και σύνθετες διαστάσεις. Δεν πρόκειται απλώς για τη δολοφονία μίας γυναίκας, αλλά για μία μορφή βίας που συνδέεται με το φύλο, τις ανισότητες, τα στερεότυπα και τις σχέσεις εξουσίας που εξακολουθούν να υφίστανται σε πολλές κοινωνίες. Η συχνότητα με την οποία γυναίκες χάνουν τη ζωή τους μέσα στο οικογενειακό ή συντροφικό τους περιβάλλον αναδεικνύει την ανάγκη για ουσιαστική πρόληψη και αποτελεσματική προστασία.
Σε πολλές περιπτώσεις, η γυναικοκτονία αποτελεί την κορύφωση μίας μακράς πορείας κακοποιητικής συμπεριφοράς. Ψυχολογική και σωματική βία, απειλές, εκφοβισμός, παρενοχλητικές συμπεριφορές, οικονομικός έλεγχος και κοινωνική απομόνωση μπορούν να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον διαρκούς φόβου για το θύμα.
Επομένως, η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να περιορίζεται στην τιμωρία του δράστη μετά την τέλεση του εγκλήματος. Απαιτείται έγκαιρη αναγνώριση των προειδοποιητικών ενδείξεων και άμεση παρέμβαση πριν οι συμπεριφορές οδηγήσουν σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει την έμφυλη βία. Στερεότυπα που παρουσιάζουν τη ζήλια ως ένδειξη αγάπης, τον έλεγχο ως ενδιαφέρον ή την επιθετικότητα ως «οικογενειακή υπόθεση» μπορούν να συμβάλουν στην ανοχή κακοποιητικών συμπεριφορών.
Παράλληλα, η ενοχοποίηση του θύματος, μέσω ερωτήσεων σχετικά με τη συμπεριφορά, την εμφάνιση ή τις επιλογές του, απομακρύνει την προσοχή από τον πραγματικό υπεύθυνο της βίας. Η κοινωνική στάση πρέπει να βασίζεται στην αναγνώριση της αυτονομίας, της αξιοπρέπειας και του δικαιώματος κάθε ανθρώπου να ζει χωρίς φόβο.
Η πρόληψη χρειάζεται να πραγματοποιηθεί ως μία συντονισμένη δράση από την Πολιτεία, τους θεσμούς και την κοινωνία. Η εκπαίδευση από μικρή ηλικία μπορεί να συμβάλει στην καλλιέργεια του σεβασμού, της ισότητας και της υγιούς επικοινωνίας.
Παράλληλα, είναι απαραίτητη η αποτελεσματική λειτουργία των μηχανισμών προστασίας, η επαρκής υποστήριξη των θυμάτων, η πρόσβαση σε ψυχολογική και νομική βοήθεια και η κατάλληλη εκπαίδευση των επαγγελματιών που έρχονται σε επαφή με περιστατικά έμφυλης βίας.
Εξίσου σημαντικό είναι να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι γυναίκες θα μπορούν να ζητούν βοήθεια χωρίς φόβο, ντροπή ή αμφισβήτηση. Η σιωπή και η αδιαφορία μπορούν να επιτρέψουν στη βία να κλιμακωθεί. Αντίθετα, η έγκαιρη αντίδραση του οικογενειακού, φιλικού και κοινωνικού περιβάλλοντος μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα προστασίας.
Οι γυναίκες χρειάζεται να είναι σε θέση να μην νιώθουν «κτήμα» του συντρόφου τους και να έχουν τη δύναμη να διεκδικήσουν την ελευθερία τους που δυστυχώς παρόλο που έχουν αυτή τη δύναμη, το αποτέλεσμα αυτής της έκφρασης και επιθυμίας του να είναι ελεύθερες, οδηγεί τον εκάστοτε σύντροφο στα φρικτά εγκλήματα για τα οποία ακούμε καθημερινά.
Η αντιμετώπιση των γυναικοκτονιών δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα ποινικής δικαιοσύνης. Είναι ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κοινωνικής ισότητας και συλλογικής ευθύνης. Μία κοινωνία που επιδιώκει να προστατεύει ουσιαστικά τα μέλη της οφείλει να αντιμετωπίζει κάθε μορφή έμφυλης βίας με σοβαρότητα, να ενισχύει την πρόληψη και να εξασφαλίζει ότι κανένα θύμα δεν θα αισθάνεται μόνο του ή αβοήθητο.
Η εξάλειψη της γυναικοκτονίας απαιτεί μακροπρόθεσμη προσπάθεια, θεσμική συνέπεια και, πάνω απ’ όλα, αλλαγή νοοτροπίας όλων.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 04.10.2026