Ο νόμος προβλέπει πως το σχέδιο σύμβασης συγχώνευσης (που συντάσεται κατά τα προηγούμενα στάδια της σχετικής διαδικασίας) υποβάλλεται, κατ’ αρχήν, σε εξέταση. Η εξέταση διενεργείται από έναν ή περισσότερους ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες για καθεμία από τις εταιρείες που μετέχουν στη συγχώνευση. Οι εμπειρογνώμονες διορίζονται με την προβλεπόμενη διαδικασία και συντάσσουν γραπτή έκθεση προς τους μετόχους (ή εταίρους) η οποία υπόκειται σε δημοσιότητα. Επίκεντρό της είναι ιδίως ο έλεγχος του κατά πόσο η προτεινόμενη σχέση ανταλλαγής είναι δίκαιη και εύλογη˙ με τον τρόπο αυτό συμβάλλουν στην πληρέστερη ενημέρωση των μετόχων ή εταίρων πριν από τη λήψη της εγκριτικής απόφασης.
Σκοπός
Η έκθεση των εμπειρογνωμόνων προσθέτει ένα ανεξάρτητο επίπεδο αξιολόγησης σε μια συναλλαγή που επηρεάζει κεφάλαιο, δικαιώματα και εταιρικές ισορροπίες. Σε συνδυασμό με τη δημοσίευση του σχεδίου και τη γραπτή έκθεση του διοικητικού συμβουλίου ή, κατά περίπτωση, των διαχειριστών, ενισχύει το πληροφοριακό υπόβαθρο επί του οποίου οι μέτοχοι ή εταίροι καλούνται να αποφασίσουν. Δεν αντικαθιστά την επιχειρηματική κρίση της διοίκησης ούτε την τελική απόφαση των μετόχων ή εταίρων. Τους δίνει όμως μια τεχνικά τεκμηριωμένη βάση για να εκτιμήσουν αν η προτεινόμενη συγχώνευση στηρίζεται σε εύλογες παραδοχές και αν η σχέση ανταλλαγής αποτυπώνει με ισορροπημένο τρόπο την οικονομική πραγματικότητα.
Ορισμός εμπειρογνωμόνων
Η επιλογή του κατάλληλου εμπειρογνώμονα είναι κρίσιμη για την αξιοπιστία ολόκληρης της διαδικασίας. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η τυπική επάρκεια αλλά και η ουσιαστική ανεξαρτησία, η εμπειρία σε αποτιμήσεις και η ικανότητα να κατανοεί τις ιδιαιτερότητες του κλάδου. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να επιλεγεί κοινός εμπειρογνώμονας για όλες τις συμμετέχουσες εταιρείες. Η λύση αυτή μειώνει χρόνο και κόστος, απαιτεί όμως ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μη γεννώνται αμφιβολίες ως προς την αντικειμενικότητα της κρίσης του.
Περιεχόμενο έκθεσης
Η έκθεση πρέπει να είναι συγκεκριμένη, ελέγξιμη και πρακτικά χρήσιμη. Ο εμπειρογνώμονας οφείλει να εξηγεί ποιες μεθόδους αποτίμησης χρησιμοποίησε, γιατί τις επέλεξε και ποια αποτελέσματα προέκυψαν από καθεμία. Οφείλει επίσης να παρουσιάζει τις βασικές παραδοχές, τους κρίσιμους παράγοντες που επηρέασαν την αποτίμηση και τις δυσχέρειες που συνάντησε. Η ουσία δεν βρίσκεται σε μια γενική διαβεβαίωση ότι το σχέδιο είναι ισορροπημένο. Βρίσκεται στη διαφανή τεκμηρίωση του γιατί η προτεινόμενη σχέση ανταλλαγής μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη και λογική.
Ενημέρωση εμπειρογνωμόνων
Για να λειτουργήσει σωστά ο έλεγχος, οι εμπειρογνώμονες πρέπει να έχουν πραγματική πρόσβαση στα στοιχεία που χρειάζονται. Αυτό σημαίνει οικονομικές καταστάσεις, επιχειρηματικά δεδομένα, προβλέψεις, βασικές συμβάσεις, στοιχεία χρηματοδότησης και κάθε άλλο υλικό που επηρεάζει την αποτίμηση. Η διοίκηση δεν αρκεί να παραδώσει έγγραφα τυπικά ή αποσπασματικά. Οφείλει να διευκολύνει ουσιαστικά το έργο του εμπειρογνώμονα και να ανταποκρίνεται έγκαιρα σε εύλογα αιτήματα διευκρινίσεων. Διαφορετικά, η τεχνική αξιολόγηση αποδυναμώνεται και αυξάνονται οι κίνδυνοι αμφισβήτησης της διαδικασίας.
Εξαίρεση πληροφοριών από την έκθεση
Η ανάγκη διαφάνειας δεν σημαίνει ότι πρέπει να δημοσιοποιείται κάθε ευαίσθητο επιχειρηματικό στοιχείο. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η πλήρης δημοσίευση ορισμένων πληροφοριών μπορεί να προκαλέσει ουσιώδη βλάβη, ιδίως όταν πρόκειται για εμπορικά μυστικά, στρατηγικό σχεδιασμό ή δεδομένα που μπορούν να αξιοποιηθούν από ανταγωνιστές. Η παράλειψη, πάντως, δεν μπορεί να είναι γενική ή αόριστη. Πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, να στηρίζεται σε πραγματικό κίνδυνο και να αιτιολογείται με τρόπο που να μην υπονομεύει τη χρησιμότητα της έκθεσης για τους αποδέκτες της.
Τύπος και δημοσιότητα της έκθεσης
Η έκθεση καταρτίζεται εγγράφως και τίθεται στη διάθεση των μετόχων ή εταίρων με τρόπο που διασφαλίζει έγκαιρη πρόσβαση στο περιεχόμενό της. Η δημοσιότητά της υπηρετεί δύο στόχους. Από τη μία πλευρά, ενισχύει τη διαφάνεια της συγχώνευσης. Από την άλλη, δημιουργεί σαφές πληροφοριακό ίχνος για το πώς θεμελιώθηκε η προτεινόμενη σχέση ανταλλαγής. Για τις διοικήσεις, αυτό σημαίνει ότι η έκθεση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τυπικό συνοδευτικό έγγραφο, αλλά ως βασικό εργαλείο τεκμηρίωσης της συναλλαγής.
Μη υποχρέωση σύνταξης έκθεσης
Η δυνατότητα να παραλειφθεί η έκθεση, όταν υπάρχει πλήρης συμφωνία όλων των προσώπων που διαθέτουν δικαίωμα ψήφου, μπορεί να επιταχύνει αισθητά τη διαδικασία. Η επιλογή αυτή δεν είναι ουδέτερη. Σημαίνει ότι οι συμμετέχοντες αποδέχονται συνειδητά πως η συγχώνευση θα προχωρήσει χωρίς ένα κρίσιμο επίπεδο ανεξάρτητης αποτιμητικής αξιολόγησης. Σε μικρές ή κλειστές εταιρικές δομές αυτό μπορεί να είναι λειτουργικό. Σε πιο σύνθετα σχήματα, όμως, ιδίως όταν υπάρχουν αποκλίνουσες προσδοκίες ή πολυεπίπεδα συμφέροντα, η παράλειψη αυτή χρειάζεται πολύ προσεκτική στάθμιση.
Περιπτώσεις σημαντικών μεταβολών
Μια συγχώνευση δεν εξελίσσεται πάντα σε στατικό περιβάλλον. Αν προκύψουν ουσιώδεις μεταβολές μετά την ολοκλήρωση της έκθεσης, όπως σοβαρή απώλεια πελάτη, σημαντική αλλαγή χρηματοδότησης ή αισθητή επιδείνωση αποτελεσμάτων, μπορεί να τεθεί ζήτημα επανεκτίμησης. Τότε η διοίκηση οφείλει να ενημερώσει εγκαίρως τα αρμόδια όργανα και να εξετάσει αν χρειάζονται πρόσθετες διευκρινίσεις ή νέα εμπλοκή του εμπειρογνώμονα. Η έγκαιρη διαχείριση τέτοιων γεγονότων προστατεύει τόσο την εγκυρότητα της διαδικασίας όσο και την αξιοπιστία της εταιρικής ενημέρωσης.
Συνέπειες έκθεσης
Η γνώμη του εμπειρογνώμονα δεν δεσμεύει τυπικά τη διοίκηση ούτε τους μετόχους ή εταίρους που θα λάβουν την τελική απόφαση. Στην πράξη, όμως, έχει σημαντικό βάρος. Επηρεάζει τη στάση των συμβαλλομένων, τη διαμόρφωση της τελικής σχέσης ανταλλαγής και την εκτίμηση του κατά πόσο η συναλλαγή στηρίζεται σε επαρκή οικονομική τεκμηρίωση. Για αυτό και η έκθεση συχνά λειτουργεί ως κομβικό σημείο αναφοράς σε εσωτερικές διαπραγματεύσεις, σε διαφωνίες μεταξύ μετόχων ή και σε μεταγενέστερο έλεγχο της διαδικασίας.
Ελαττωματικότητα της έκθεσης
Αν η έκθεση λείπει όπου απαιτείται ή αν παρουσιάζει ουσιώδη ελλείμματα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο θεωρητικό. Μπορεί να δημιουργηθούν καθυστερήσεις, να ενισχυθούν αντιρρήσεις, να τεθεί θέμα επάρκειας της ενημέρωσης και να αυξηθεί ο κίνδυνος ευθύνης για όσους χειρίστηκαν τη διαδικασία. Ελαττώματα μπορεί να προκύψουν από ακατάλληλη μεθοδολογία, ελλιπή δεδομένα, ασαφείς παραδοχές ή αδύναμη αιτιολόγηση. Για τις επιχειρήσεις και τους συμβούλους τους, το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι απλό: η ποιότητα της έκθεσης επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια, την ταχύτητα και την ανθεκτικότητα της συγχώνευσης.
Η εξέταση του σχεδίου σύμβασης συγχώνευσης από εμπειρογνώμονες δεν αποτελεί ένα τυπικό ή δευτερεύον στάδιο της διαδικασίας. Αποτελεί κρίσιμο μηχανισμό ανεξάρτητου ελέγχου της σχέσης ανταλλαγής και της οικονομικής τεκμηρίωσης του μετασχηματισμού. Η παράλειψή της, όταν απαιτείται ή η αντιμετώπισή της ως απλής διατύπωσης μπορεί να οδηγήσει σε καθυστερήσεις, στην αμφισβήτηση του κύρους του μετασχηματισμού, ακόμα και να δημιουργήσει ζητήματα ευθύνης των μελών της διοίκησης των συμμετεχουσών εταιρειών. Η έκθεση των εμπειρογνωμόνων, πάντως, πρέπει να διακρίνεται σαφώς από τη γραπτή έκθεση του διοικητικού συμβουλίου ή των διαχειριστών. Επιτελεί διαφορετική, εξ ορισμού ανεξάρτητη, λειτουργία στο πλαίσιο της συγχώνευσης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι εν λόγω εκθέσεις δεν υποκαθιστούν το δικαίωμα των μετόχων (ή εταίρων) να εξετάσουν πρωτογενώς το σύνολο των εγγράφων της συγχώνευσης. Περί αυτών, όμως, σε επόμενη αρθρογραφία μας.
Σημ.1: Το παρόν άρθρο αποτελεί τμήμα ευρύτερης ενότητας αρθρογραφίας της Δικηγορικής μας Εταιρείας για τους εταιρικούς μετασχηματισμούς. Στην ενότητα αυτή επιχειρούμε την ανάλυση, άρθρο προς άρθρο με business view, πάντα, προσέγγιση, του βασικού σχετικού νόμου (:ν. 4601/2019).
Σημ.2: Σε πλήρη μορφή το άρθρο Εξέταση σχεδίου σύμβασης συγχώνευσης από εμπειρογνώμονες