Με ένα από τα πιο σκοτεινά και απαιτητικά κείμενα της παγκόσμιας δραματουργίας καταπιάνεται το Θέατρο του Άλλοτε. Ο «Faust» του Johann Wolfgang von Goethe ανεβαίνει στη σκηνή του Θεάτρου Αυλαία όχι ως μια κλασική αφήγηση, αλλά ως μια ζωντανή, ανοιχτή διαδικασία, ένα έργο «υπό κατασκευή», που αρνείται συνειδητά την οριστική του μορφή.
Σταθερά προσανατολισμένο σε μια υπαρξιακή και σκοτεινή ανάγνωση των μεγάλων κειμένων, το Θέατρο του Άλλοτε αντιμετωπίζει τον «Faust» ως ένα διαρκές φιλοσοφικό ερώτημα. Η παράσταση τοποθετείται ανάμεσα στην πρόβα και το ολοκληρωμένο έργο, εκεί όπου το θέατρο εκτίθεται, δοκιμάζεται και αμφισβητείται μπροστά στα μάτια του θεατή. Οι ηθοποιοί μπαίνουν και βγαίνουν από ρόλους, διακόπτουν, επαναλαμβάνουν, αποτυγχάνουν και ξαναρχίζουν, μετατρέποντας τη σκηνή σε χώρο αναζήτησης και όχι βεβαιότητας.
Όπως σημειώνει η σκηνοθέτρια της παράστασης, Βαρβάρα Δουμανίδου, ο «Faust» είναι «ένα έργο βαθιά ανθρώπινο», που δεν περιορίζεται στη διάκριση καλού και κακού, αλλά φωτίζει «την ανικανοποίητη φύση του ανθρώπου, τη μόνιμη αγωνία του να ξεπεράσει τα όριά του». Για την ίδια, ο Φάουστ δεν είναι ένας μυθικός ήρωας, αλλά «ένας άνθρωπος σε κρίση», μια κατάσταση που, όπως τονίζει, είναι απολύτως σύγχρονη.
Παρότι γραμμένο πριν από δύο αιώνες, το έργο συνομιλεί άμεσα με τη σημερινή κοινωνία. «Ζούμε σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, συνεχούς επιτάχυνσης και έντονης απαίτησης για επιτυχία», επισημαίνει η Βαρβάρα Δουμανίδου, περιγράφοντας τον Φάουστ ως καθρέφτη της υπαρξιακής εξάντλησης του σύγχρονου ανθρώπου. «Ο άνθρωπος καλείται να τα έχει όλα και παρ’ όλα αυτά νιώθει συχνά κενός. Ο Φάουστ είναι η φωνή αυτής της κούρασης, αλλά και της επικίνδυνης επιθυμίας να σπάσουμε τα όρια, χωρίς πάντα να σκεφτόμαστε το κόστος».
Η σκηνοθετική επιλογή της πρόβας ως βασικής δραματουργικής συνθήκης δεν λειτουργεί ως αισθητικό τέχνασμα, αλλά ως στάση απέναντι στο ίδιο το έργο. «Δεν με ενδιέφερε να προτείνω μια ‘καινοτομία’», εξηγεί η Βαρβάρα Δουμανίδου. «Αυτό που με απασχόλησε ήταν να ανεβάσω τον Φάουστ ως ένα έργο υπό κατασκευή». Όπως και ο ίδιος ο ήρωας, έτσι και οι ηθοποιοί βρίσκονται «σε μια συνεχή αναζήτηση, σε μια κατάσταση δοκιμής, αμφιβολίας και ρήξης», με τον θεατή να παρακολουθεί το «γίγνεσθαι» του έργου και όχι απλώς ένα τελικό αποτέλεσμα.
Στην παράσταση, το λάθος, η παύση και η αμηχανία δεν κρύβονται, αλλά αποκτούν δραματουργικό βάρος. Οι σκηνοθετικές οδηγίες είναι ορατές, αμφισβητούμενες, και το θέατρο εκτίθεται στην ίδια του τη διαδικασία. Όπως τονίζει η σκηνοθέτρια, «αυτός ο ανοιχτός, εύθραυστος χαρακτήρας της παράστασης συνομιλεί άμεσα με τον πυρήνα του Φάουστ: την αδυναμία της ολοκλήρωσης, τη διαρκή επιθυμία για κάτι ακόμη, που πάντα ξεφεύγει».
Τελικά, πόσο Φάουστ μπορούμε να είμαστε όλοι μας; «Πολύ περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε να παραδεχτούμε», απαντά η Βαρβάρα Δουμανίδου. «Όλοι έχουμε βρεθεί στη θέση να ανταλλάξουμε κάτι ουσιαστικό, χρόνο, αξίες, σχέσεις, για μια υπόσχεση επιτυχίας ή ευτυχίας. Ο Φάουστ δεν είναι ο «άλλος». Είναι η στιγμή που λέμε «ας γίνει, κι ας ξέρω ότι κάτι χάνω».
Στη σύγχρονη εποχή, ο Φάουστ μοιάζει με τον άνθρωπο που έχει πρόσβαση στα πάντα αλλά δεν νιώθει πλήρης. Με κάποιον που επενδύει διαρκώς στο «περισσότερο», πιστεύοντας ότι εκεί βρίσκεται η λύση, χωρίς να τολμά να σταματήσει και να κοιτάξει μέσα του. Και ίσως γι’ αυτό, όπως υπογραμμίζει η σκηνοθέτρια, παραμένει «πιο επίκαιρος από ποτέ».
Ο «Faust» του Θέατρου του Άλλοτε παρουσιάζεται στο Θέατρο Αυλαία (Τσιμισκή 136, Πλατεία ΧΑΝΘ) σε περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.