- Newsroom
Πιο καθαρό πλαίσιο για την απαλλαγή από τον ΦΠΑ μικρών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ και δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα θέτει απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ Γιώργου Πιτσιλή. Το ειδικό καθεστώς εφαρμόζεται σε πωλήσεις αγαθών και παροχές υπηρεσιών που πραγματοποιούνται από 1.1.2025 και μετά.
Σύμφωνα με την απόφαση, δικαίωμα ένταξης έχουν επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλο κράτος-μέλος, εφόσον έχουν υποβάλει προηγούμενη κοινοποίηση ή επικαιροποίηση στο κράτος εγκατάστασής τους, δηλώνοντας τη βούλησή τους να κάνουν χρήση του καθεστώτος στην Ελλάδα. Βασική προϋπόθεση είναι ο ετήσιος κύκλος εργασιών σε επίπεδο ΕΕ να μην υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ, τόσο στο τρέχον όσο και στο προηγούμενο έτος, ενώ ο κύκλος εργασιών στην Ελλάδα δεν πρέπει να ξεπερνά τις 10.000 ευρώ για τα ίδια έτη.
Η διαδικασία προβλέπει ότι η επιχείρηση υποβάλλει αίτημα μέσω της Φορολογικής Διοίκησης του κράτους όπου είναι εγκατεστημένη. Το αίτημα διαβιβάζεται στην ΑΑΔΕ, συνοδευόμενο από στοιχεία για τις συναλλαγές της τόσο στο σύνολο της ΕΕ όσο και ειδικά στην Ελλάδα. Το ίδιο ισχύει και για επιχειρήσεις που ήδη υπάγονται στο απαλλακτικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων στη χώρα έδρας τους.
Ως κράτος-μέλος εγκατάστασης νοείται εκείνο στο οποίο βρίσκεται η έδρα της οικονομικής δραστηριότητας και ασκείται η κεντρική διοίκηση, ενώ για τα φυσικά πρόσωπα λαμβάνεται υπόψη η μόνιμη κατοικία. Επιχειρήσεις με έδρα εκτός ΕΕ αποκλείονται από το καθεστώς, ακόμη και αν διαθέτουν μόνιμη εγκατάσταση σε κράτος-μέλος. Ενδεικτικά, επιχείρηση με έδρα την Τουρκία και υποκατάστημα στην Ελλάδα δεν μπορεί να επωφεληθεί της απαλλαγής.
Η ένταξη στο ειδικό καθεστώς συνεπάγεται διοικητικές απλουστεύσεις, όπως μη υποβολή δήλωσης ΦΠΑ και έκδοση απλουστευμένων τιμολογίων, χωρίς όμως να παρέχεται δικαίωμα έκπτωσης ΦΠΑ για δαπάνες και αγορές.
Η παύση χρήσης του καθεστώτος μπορεί να γίνει είτε οικειοθελώς, κατόπιν αίτησης της επιχείρησης στο κράτος εγκατάστασης (για την Ελλάδα ή για όλα τα κράτη-μέλη), είτε υποχρεωτικά, όταν διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις ή υπάρχει υπέρβαση των ορίων κύκλου εργασιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εξαίρεση μπορεί να ισχύσει αναδρομικά, ιδίως αν αποδειχθεί ότι οι όροι δεν συνέτρεχαν εξαρχής, ενώ παύση προβλέπεται και σε περίπτωση διακοπής εργασιών ή μετά από συστημικούς φορολογικούς ελέγχους.