Τη δεκαετία του 2000 η Νέα Δημοκρατία ήταν απόλυτα κυρίαρχη στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην Κεντρική Μακεδονία.
Βασικοί πυλώνες αυτής της κυριαρχίας της, σε τοπικό επίπεδο, ήταν ο Βασίλης Παπαγεωργόπουλος και ο Παναγιώτης Ψωμιάδης.
Ο πρώτος είχε εκλεγεί δήμαρχος ήδη από το 1998 και αποχώρησε το 2010, έπειτα από τρεις διαδοχικές θητείες. Ο δεύτερος εξελέγη για πρώτη φορά νομάρχης Θεσσαλονίκης το 2002, επανεκλέχθηκε το 2006 και το 2010 εξελέγη περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας.
Νωρίτερα, τη δεκαετία του '90, κυρίαρχο στη Θεσσαλονίκη ήταν το ΠΑΣΟΚ στο οποίο μεγάλος πρωταγωνιστής ήταν ο Άκης Τσοχατζόπουλος, εξέχων υπουργός για σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια και παρ' ολίγο πρωθυπουργός.
Οι αλλεπάλληλοι εκλογικοί τους θρίαμβοι διόλου δεν προμήνυαν το άδοξο, έως και ατιμωτικό τέλος της πολιτικής καριέρας τους. Το 2013 ο κ. Παπαγεωργόπουλος καταδικάστηκε, αρχικά σε ισόβια και στη συνέχεια, σε δεύτερο βαθμό σε κάθειρξη 12 ετών για το μεγάλο σκάνδαλο της υπεξαίρεσης στο δήμο Θεσσαλονίκης. Μπήκε στη φυλακή για περίπου δυόμισι χρόνια και τον Ιούλιο του 2015 αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας.
Νωρίτερα, το 2009, εκδόθηκε η πρώτη δικαστική απόφαση για τον κ. Ψωμιάδη. Αφορούσε τη μείωση προστίμου ύψους 89.000 ευρώ, σε 5.000 ευρώ, το οποίο είχε επιβληθεί σε ιδιοκτήτη πρατηρίου για νοθεία καυσίμων. Το 2011 η ποινή κατέστη τελεσίδικη με αποτέλεσμα ο κ. Ψωμιάδης, που στο μεταξύ είχε εκλεγεί περιφερειάρχης, να εκπέσει του αξιώματός του.
Ακολούθησαν και άλλες καταδίκες σε βάρος του. Σοβαρότερες όλων ήταν αυτή του Νοεμβρίου 2025 σε κάθειρξη οκτώ ετών για “μαϊμού” συμβάσεις έργου στην πρώην νομαρχία και η προχθεσινή σε κάθειρξη δέκα ετών για τα διαβόητα “45αρια”.
Τον Απρίλιο του 2012 ο Άκης Τσοχατζόπουλος συνελήφθη έξω από το σπίτι του με την κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα και στις 7 Οκτωβρίου 2013 καταδικάστηκε σε κάθειρξη αρχικά είκοσι ετών, η οποία στη συνέχεια μειώθηκε στα 19 χρόνια. Έμεινε στη φυλακή σχεδόν εξήμισι χρόνια και αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας.
Η περίπτωση του καθενός είναι ασφαλώς διαφορετική. Ωστόσο, εκτός από τις διαφορές, υπάρχουν και ορισμένες ομοιότητες. Και στις τρεις περιπτώσεις είχαμε να κάνουμε με πανίσχυρα συστήματα εξουσίας τα οποία για να συντηρηθούν, και μάλιστα επί μακρόν, χρειάζονταν μπόλικο “μαύρο” πολιτικό χρήμα.
Επιπλέον και οι τρεις προδόθηκαν από την προκλητική και εν τέλει, καταστροφική για τους ίδιους, αλαζονεία τους, ως αποτέλεσμα της μακράς παραμονής τους σε θέσεις εξουσίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι και στις τρεις περιπτώσεις οι κακουργηματικές πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκαν ανάγονται χρονικά μετά την πρώτη θητεία τους, όταν άρχισαν να αισθάνονται παντοδύναμοι και άτρωτοι.
Ένα ακόμη κοινό στοιχείο είναι ότι και οι τρεις προέβησαν σε αυτές τις πράξεις όταν ένιωσαν ότι το πολιτικό μέλλον τους δεν θα τους επιφύλασσε κάτι σπουδαιότερο από το αξίωμα που ήδη κατείχαν.
Ο Άκης βρισκόταν σε πολιτική παρακμή μετά την ήττα του από τον Κώστα Σημίτη για τη θέση του διαδόχου του Ανδρέα Παπανδρέου στην πρωθυπουργία, ενώ οι κ. Παπαγεωργόπουλος και Ψωμιάδης αντιλαμβάνονταν ότι μετά την ολοκλήρωση του κύκλου τους στην αυτοδιοίκηση η επιστροφή στην κεντρική πολιτική σκηνή θα ήταν πάρα πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Και βεβαίως καθόλου ελκυστική ως προοπτική καθώς, στην καλύτερη περίπτωση θα ήταν απλοί βουλευτές. Θα γίνονταν, δηλαδή, από δήμαρχοι, κλητήρες.
Μία ακόμη ομοιότητα, ίσως η πιο σοκαριστική, είναι ότι και στις τρεις περιπτώσεις οι Θεσσαλονικείς συνέχισαν να τους επιδοκιμάζουν, αν και ήδη γνώριζαν ότι “κάτι συνέβαινε”.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση Ψωμιάδη ο οποίος εξελέγη πρώτος περιφερειάρχης στην Κεντρική Μακεδονία το 2010 παρότι ένα χρόνο νωρίτερα, όντας νομάρχης Θεσσαλονίκης, είχε καταδικαστεί για υπόθεση εξαιτίας της οποίας, στη συνέχεια, κηρύχθηκε έκπτωτος από την περιφέρεια.
Αλλά και ο Παπαγεωργόπουλος πέτυχε έστω και οριακή τρίτη επανεκλογή το 2006 παρότι είχαν ήδη αποκαλυφθεί τα πρώτα σκάνδαλα στο δήμο.
Για δε τον Άκη οι “ψίθυροι” σχετικά με τις μίζες κυκλοφορούσαν για χρόνια σαν ανέκδοτο μεταξύ των στελεχών, καθώς και μερίδας ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ.
Κατά συνέπεια, είναι απολύτως εύλογα τα ερωτήματα “γιατί η Θεσσαλονίκη έκανε τον ανήξερο”, γιατί “έκλεινε αυτιά και μάτια” σε όσα αποκαλύπτονταν και συνέχιζε να εκλέγει για εκπροσώπους της ανθρώπους που, όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, αποτελούν κηλίδα στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της.
Ίσως είναι νωρίς ακόμη για να δοθούν ολοκληρωμένες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, όμως κάποια στιγμή η πόλη θα πρέπει να το κάνει. Το οφείλει στον εαυτό της.