- Newsroom
Δυναμικά ξεκίνησε το 2026 για τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, αφήνοντας πίσω του μια χρονιά ορόσημο με την επιβατική κίνηση να φτάνει τα 34 εκατ. επιβάτες, «με τα πρώτα στοιχεία να επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητα της ζήτησης για την Αθήνα, τόσο ως προορισμό όσο και ως κόμβο σύνδεσης με διεθνείς αγορές» δηλώνει σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο διευθύνων σύμβουλος (CEO) του ΔΑΑ, Γιώργος Καλλιμασιάς.
Σε ό,τι αφορά την γεωπολιτική κρίση, επισημαίνει ότι «παρακολουθούμε προσεκτικά τα γεγονότα στη Μ. Ανατολή και την επίδρασή τους στην επιβατική κίνηση, παραμένουμε όμως αισιόδοξοι ότι η χρονιά θα κινηθεί σε θετικά επίπεδα. Είμαστε σε στενή συνεργασία με τις αεροπορικές εταιρείες και τους υπόλοιπους φορείς του κλάδου και του τουρισμού, με στόχο τον καλύτερο δυνατό μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό».
Σύμφωνα με το ίδιο, «η ανθεκτικότητα του ΔΑΑ βασίζεται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: ισχυρή ζήτηση για την Αθήνα, διευρυμένο δίκτυο, σαφές και σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο, υγιή χρηματοοικονομική θέση και μεθοδική υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου μας».
Απαντώντας σε ερώτηση για αν τίθεται ζήτημα επαρκειας καυσίμων, ο CEO του ΔΑΑ δηλώνει: «Δεν διαπιστώνεται ζήτημα επαρκειας αεροπορικών καυσίμων για το αεροδρόμιο της Αθήνας ενόψει της θερινής περιόδου.
Ωστόσο, σημειώνει, «σε περίπτωση ευρύτερης διαταραχής ή έλλειψης αεροπορικού καυσίμου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ελληνική αγορά δεν θα μπορούσε να μείνει πλήρως ανεπηρέαστη, ανεξαρτήτως των διαθέσιμων αποθεμάτων σε εθνικό επίπεδο», διευκρινίζοντας πως «η προμήθεια αεροπορικού καυσίμου αποτελεί ευθύνη των αεροπορικών εταιρειών».
Τέλος, ο διευθύνων σύμβουλος του ΔΑΑ, αναφέρεται στο εμβληματικό Πρόγραμμα Επέκτασης του Αεροδρομίου με στόχο την σταδιακή αύξηση της δυναμικότητας σε 40 εκατ. επιβάτες ετησίως με ορίζοντα το 2032 αλλά και στην Αθήνα που έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο δυναμικούς ευρωπαϊκούς city break προορισμούς και στις συνεργειες που χρειάζονται ώστε η ανάπτυξη να παραμείνει βιώσιμη για επισκέπτες και κατοίκους.
Ακολουθεί η συνέντευξη του διευθύνοντος συμβούλου(CEO) του ΔΑΑ, Γιώργου Καλλιμασιά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τη δημοσιογράφο Βάσω Κουτσούμπα
Ερ: Το 2025 ήταν χρονιά ρεκόρ για τον ΔΑΑ, με 34 εκατ. επιβάτες, ενώ και το 2026 έχει ξεκινήσει με θετική δυναμική. Πώς εξελίσσεται μέχρι στιγμής η φετινή χρονιά για το αεροδρόμιο της Αθήνας και σε ποιο στάδιο βρίσκεται το πρόγραμμα επέκτασης, που θα αυξήσει τη δυναμικότητα στα 40 εκατ. επιβάτες έως το 2032;
Απ: Το 2025 αποτέλεσε ακόμη μία χρονιά-ορόσημο για τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, με την επιβατική κίνηση να φτάνει τα 34 εκατ. επιβάτες, αυξημένη κατά 6,7% σε σχέση με το 2024. Το 2026 ξεκίνησε δυναμικά, με τα πρώτα στοιχεία να επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητα της ζήτησης για την Αθήνα, τόσο ως προορισμό όσο και ως κόμβο σύνδεσης με διεθνείς αγορές. Παρακολουθούμε προσεκτικά τα γεγονότα στη Μ. Ανατολή και την επίδρασή τους στην επιβατική κίνηση, παραμένουμε όμως αισιόδοξοι ότι η χρονιά θα κινηθεί σε θετικά επίπεδα.
Στο πλαίσιο αυτό, υλοποιούμε τις επενδύσεις για την ανάπτυξη των υποδομών μας. Το εμβληματικό Πρόγραμμα Επέκτασης του Αεροδρομίου είναι η απάντηση στη μελλοντική ζήτηση και αποτελεί κρίσιμη επένδυση για τη χώρα, με στόχο τη σταδιακή αύξηση της δυναμικότητας σε 40 εκατ. επιβάτες ετησίως με χρονικό ορίζοντα το 2032.
Ήδη βρίσκονται σε κατασκευαστική φάση ο νέος πολυώροφος χώρος στάθμευσης και ο βορειοδυτικός χώρος στάθμευσης αεροσκαφών, ενώ η διαγωνιστική διαδικασία για την επέκταση του Κύριου και του Δορυφορικού Αεροσταθμού βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, με τη μέθοδο ECI -- Early Contractor Involvement, δηλαδή Πρώιμη Συμμετοχή Εργολάβου. Πρόκειται για μια διαδικασία που επιτρέπει την έγκαιρη συμμετοχή εξειδικευμένων κατασκευαστικών σχημάτων, ώστε να επιτευχθούν οι βέλτιστες δυνατές συνθήκες για τον σχεδιασμό, την κατασκευή, το κόστος και τη διαχείριση κινδύνων ενός τόσο σύνθετου έργου. Πρέπει να πούμε εδώ ότι στο σχεδιασμό μας περιλαμβάνονται όλα αυτά τα μέτρα που απαιτούνται για την ελαχιστοποίηση της όχλησης του επιβατικού κοινού από τα έργα στους χώρους των αεροσταθμών και -φυσικά- τα θέματα ασφάλειας τόσο των εργαζομένων όσο και του κοινού αποτελούν προτεραιότητα.
Θέλουμε να παραδώσουμε στο τέλος της διαδικασίας, ένα αεροδρόμιο πιο μεγάλο, πιο λειτουργικό, με βελτιωμένη αισθητική, πιο ανθεκτικό και καλύτερα προετοιμασμένο για τις ανάγκες της επόμενης δεκαετίας.
Ερ: Οι αερομεταφορές επηρεάζονται έντονα από γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακό κόστος και διεθνή αβεβαιότητα. Πώς αξιολογείτε τους βασικούς κινδύνους για το 2026 και ποια είναι τα στοιχεία που ενισχύουν την ανθεκτικότητα του ΔΑΑ και της Αθήνας ως αεροπορικής αγοράς;
Απ: Οι αερομεταφορές είναι, όπως και ο τουρισμός, εξαιρετικά ευμετάβλητοι κλάδοι - ας θυμηθούμε τις περιόδους της χρηματοπιστωτικής διεθνούς κρίσης, της ελληνικής μακροοικονομικής κρίσης ή την πανδημία - είχαν τεράστια επίπτωση τόσο στις αερομεταφορές όσο και στον τουρισμό. Τώρα βλέπουμε εκ νέου ότι γεωπολιτικές εντάσεις και αβεβαιότητες, ενεργειακό κόστος, μεταβολές στη ζήτηση και επιχειρησιακοί περιορισμοί μπορούν να έχουν επίπτωση στις αγορές. Η δική μας προσέγγιση είναι να παρακολουθούμε στενά τις εξελίξεις, σε στενή συνεργασία με τις αεροπορικές εταιρείες και τους υπόλοιπους φορείς του κλάδου και του τουρισμού, με στόχο τον καλύτερο δυνατό μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό.
Η ανθεκτικότητα του ΔΑΑ βασίζεται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: ισχυρή ζήτηση για την Αθήνα, διευρυμένο δίκτυο, σαφές και σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο, υγιή χρηματοοικονομική θέση και μεθοδική υλοποίηση του επιχειρηματικού σχεδίου μας.
Η Αθήνα έχει πλέον εδραιωθεί ως προορισμός με ζήτηση πέρα από την περίοδο αιχμής, ενώ η διεθνής διασυνδεσιμότητα ενισχύεται σταθερά. Θυμίζω ότι το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία του ACI EUROPE, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών κατέγραψε αύξηση 33% στη συνολική διασυνδεσιμότητα έναντι του 2019 και 13% έναντι του 2024, επίδοση που τον τοποθετεί στην κορυφή μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών αεροδρομίων ως προς την ανάπτυξη μετά την πανδημία. Παράλληλα, το αεροδρόμιό μας βρίσκεται πλέον στα Top 10 hubs της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ έχει ενισχύσει σημαντικά τόσο την απευθείας διασυνδεσιμότητα όσο και τη λειτουργία του ως κόμβου.
Επίσης, σημαντικό στοιχείο ανθεκτικότητας είναι και η ενεργειακή στρατηγική μας. Με το πρόγραμμά μας ROUTE 2025, ο ΔΑΑ ολοκλήρωσε τον στόχο για μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ενώ από τις αρχές του 2026 οι ανάγκες ηλεκτροδότησης της εταιρείας καλύπτονται από καθαρή ενέργεια που παράγεται εντός του αεροδρομίου. Αυτό ενισχύει την ενεργειακή αυτονομία και περιορίζει την έκθεση σε μεταβλητό ενεργειακό κόστος, συμβάλλοντας παράλληλα στην ενίσχυση της ταυτότητας της πόλης μας ως βιώσιμου προορισμού.
Ερ: Με δεδομένη τη συζήτηση που έχει ανοίξει για την ενεργειακή ασφάλεια και τα αεροπορικά καύσιμα, υπάρχει ζήτημα επαρκειας για τη θερινή περίοδο; Πώς αξιολογείτε τον σχετικό κίνδυνο για το αεροδρόμιο της Αθήνας; Παράλληλα, θα πρέπει οι επιβάτες να αναμένουν αυξήσεις στο κόστος του αεροπορικού ταξιδιού;
Απ: Όπως έχουμε αναφέρει και σε πρόσφατη ενημέρωση, με τα σημερινά δεδομένα δεν διαπιστώνεται ζήτημα επαρκειας αεροπορικών καυσίμων για το αεροδρόμιο της Αθήνας ενόψει της θερινής περιόδου. Όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα διαθέτει διυλιστήρια με παραγωγή αεροπορικού καυσίμου, ενεργειακές υποδομές και αποθέματα, ενώ η τροφοδοσία της αγοράς παρακολουθείται στενά από τους αρμόδιους φορείς και τους παρόχους καυσίμων.
Την ίδια στιγμή, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Σε περίπτωση ευρύτερης διαταραχής ή έλλειψης αεροπορικού καυσίμου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ελληνική αγορά δεν θα μπορούσε να μείνει πλήρως ανεπηρέαστη, ανεξαρτήτως των διαθέσιμων αποθεμάτων σε εθνικό επίπεδο.
Η προμήθεια αεροπορικού καυσίμου αποτελεί ευθύνη των αεροπορικών εταιρειών, οι οποίες διαχειρίζονται και τη σχετική αντιστάθμιση κινδύνου, το λεγόμενο hedging, δηλαδή την κάλυψη έναντι διακυμάνσεων στις τιμές.
Σε ό,τι αφορά το κόστος του αεροπορικού ταξιδιού, οι τιμές των εισιτηρίων καθορίζονται από τις αεροπορικές εταιρείες και επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων ασφαλώς και το κόστος καυσίμων. Επομένως, μια παρατεταμένη αύξηση ή μεταβλητότητα στις τιμές καυσίμων μπορεί να ασκήσει πίεση στο συνολικό κόστος λειτουργίας των αεροπορικών εταιρειών. Αυτή τη στιγμή πάντως, ο πιο ορατός κίνδυνος φαίνεται να αφορά περισσότερο το κόστος και τη μεταβλητότητα των τιμών καυσίμων, παρά την επαρκεια.
Ερ: Η Αθήνα έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο δυναμικούς ευρωπαϊκούς city break προορισμούς, δηλαδή προορισμούς ολιγοήμερης αστικής απόδρασης, με διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση. Υπάρχει κατά τη γνώμη σας, κίνδυνος κόπωσης του προορισμού ή υπερτουρισμού, και ποιες υποδομές ή συνεργειες χρειάζονται ώστε η ανάπτυξη να παραμείνει βιώσιμη για επισκέπτες και κατοίκους;
Απ: Η Αθήνα έχει πράγματι διανύσει μια εντυπωσιακή πορεία τα τελευταία χρόνια. Έχει ενισχύσει τη θέση της ως διεθνής προορισμός, έχει αποκτήσει πιο ισχυρή αναγνωρισιμότητα και προσελκύει πλέον επισκέπτες καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Δεν θεωρώ, όμως, ότι τα διαθέσιμα στοιχεία τεκμηριώνουν σήμερα εικόνα υπερτουρισμού στην Αθήνα.
Προφανώς παρατηρούνται πιέσεις σε συγκεκριμένα σημεία της πόλης και σε συγκεκριμένες περιόδους αιχμής. Η συζήτηση όμως, πρέπει να γίνεται με ακρίβεια: με βάση τα δεδομένα, τη φέρουσα ικανότητα, τις υποδομές και τη συνεχή αναβάθμιση της ποιότητας ζωής κατοίκων και επισκεπτών.
Από την πλευρά του αεροδρομίου, απαντούμε με επενδύσεις στη δυναμικότητα, στη λειτουργικότητα και στην επιβατική εμπειρία. Όμως, απαιτείται συντονισμός όλων των φορέων, με στόχο την αναβάθμιση των δημόσιων υποδομών, των μεταφορών, της καθαριότητας, της προσβασιμότητας, της ασφάλειας και του τουριστικού προϊόντος εν γένει. Η ανάπτυξη είναι δυνατή όταν οι κρίκοι της αλυσίδας λειτουργούν μαζί και όταν ο στόχος δεν είναι απλώς περισσότερες αφίξεις, αλλά καλύτερη συνολική εμπειρία, σε συνδυασμό με διεύρυνση της τουριστικής περιόδου και μείωση της εποχικότητας, βιώσιμη διαχείριση των προορισμών και καλύτερη διάχυση της αξίας στην οικονομία και στις τοπικές κοινωνίες.
Από την πλευρά μας, στηρίζουμε αυτή τη στρατηγική με αναπτυξιακά κίνητρα, κίνητρα για την εκτός αιχμής περίοδο, έμφαση σε υπερπόντιους προορισμούς και νέες αγορές, αλλά και με επενδύσεις στις υποδομές. Το ζητούμενο για τον ελληνικό τουρισμό είναι η μετάβαση σε πιο ποιοτική, ισορροπημένη και ανθεκτική ανάπτυξη.