Η χώρα χρειάζεται κυβέρνηση σε αναμονή, όχι αντιπολίτευση σε εμφύλιο. Του Χάρη Τσιόκα

Αν αποτύχουν σε αυτή την αποστολή, δεν θα έχουν χάσει μόνο μια εκλογική αναμέτρηση, αλλά μια σημαντική ιστορική ευκαιρία

charis-tsiokas.png?v=0

Γράφει ο Χάρης Τσιόκας
Πρώην βουλευτής


Οι επόμενες εθνικές εκλογές δεν θα κριθούν αποκλειστικά από τη φθορά της κυβέρνησης, αλλά κυρίως από το αν θα διαμορφωθεί μία αξιόπιστη και πειστική πρόταση διακυβέρνησης. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πότε θα στηθούν οι κάλπες, αλλά ποιος προετοιμάζεται πραγματικά να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας και ποιος εξακολουθεί να περιορίζεται στη μάχη της πρωτοκαθεδρίας στην αντιπολίτευση.

Η εμπειρία της Μεταπολίτευσης δείχνει ότι οι κυβερνήσεις επιλέγουν τον χρόνο των εκλογών όταν εκτιμούν πως οι πολιτικοί συσχετισμοί τις ευνοούν ή όταν θεωρούν ότι μπορούν να ελέγξουν τις εξελίξεις της επόμενης ημέρας. Ωστόσο, η σημερινή προεκλογική περίοδος ξεκινά χωρίς ουσιαστική αντιπαράθεση προγραμμάτων. Στη θέση της πολιτικής σύγκρουσης κυριαρχούν η πόλωση, οι προσωπικές αντιπαραθέσεις, η τοξικότητα και η επικοινωνιακή διαχείριση, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται η ουσία του δημόσιου διαλόγου.

Τα ανοιχτά προβλήματα και η κρίση εμπιστοσύνης

Την ίδια στιγμή, τα μεγάλα ζητήματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία παραμένουν χωρίς ολοκληρωμένες απαντήσεις. Η ακρίβεια συνεχίζει να επιβαρύνει τα νοικοκυριά, η περιφέρεια χάνει πληθυσμό και αναπτυξιακές δυνατότητες, ενώ το δημογραφικό εξελίσσεται σε μείζονα εθνική πρόκληση. Παράλληλα, η παραγωγική οικονομία αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση, και οι δημόσιες υπηρεσίες υγείας και παιδείας δοκιμάζονται από πολιτικές που ενισχύουν την εμπορευματοποίηση αντί της καθολικής πρόσβασης.

Πάνω από όλα, όμως, κυριαρχεί μία βαθιά κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Οι πολίτες αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τους θεσμούς και τα κόμματα, ενώ οι νεότερες γενιές απομακρύνονται ολοένα περισσότερο από την πολιτική διαδικασία, επιλέγοντας συχνά την αποχή ως μορφή έκφρασης της απογοήτευσής τους. Αυτή η πραγματικότητα καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για μια πολιτική πρόταση που θα αποκαθιστά σχέσεις εμπιστοσύνης με την κοινωνία.

Η ευθύνη της προοδευτικής παράταξης

Σε αυτό το περιβάλλον βρίσκεται και η μεγαλύτερη ευθύνη της προοδευτικής παράταξης. Παρά τη φθορά που εμφανίζει η κυβέρνηση, οι δυνάμεις της προοδευτικής αντιπολίτευσης δεν έχουν καταφέρει να τη μετατρέψουν σε κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία. Αντί να επενδύουν σε προγραμματικές συγκλίσεις, σχέσεις εμπιστοσύνης και κοινό σχέδιο διακυβέρνησης, συχνά εγκλωβίζονται σε προσωπικές στρατηγικές, κομματικούς ανταγωνισμούς και εσωτερικές αντιπαραθέσεις.

Έτσι, η σύγκρουση μεταφέρεται από την αντιπαράθεση με τις συντηρητικές πολιτικές σε έναν αδιέξοδο ανταγωνισμό για την πρωτοκαθεδρία στον χώρο της αντιπολίτευσης.

Η κοινωνία, όμως, δεν ζητά ιδεολογική ομοφωνία. Ζητά καθαρές δεσμεύσεις, προγραμματική συνεννόηση και την απόδειξη ότι οι πολιτικές δυνάμεις μπορούν να συνεργαστούν όταν οι συνθήκες το απαιτούν. Με δεδομένο ότι η επόμενη Βουλή δύσκολα θα οδηγήσει σε αυτοδύναμη κυβέρνηση, οι συνεργασίες αποτελούν όρο πολιτικής σταθερότητας και όχι επιλογή τακτικής.

Αν τα προοδευτικά κόμματα συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν ως βασικό αντίπαλο το ένα το άλλο αντί να αντιπαρατεθούν με τις κυβερνητικές πολιτικές, κινδυνεύουν να προσφέρουν τα ίδια το μεγαλύτερο πλεονέκτημα στη σημερινή πλειοψηφία.

Η ιστορία δεν θα τα κρίνει από το ποιος κατέκτησε την ηγεσία της αντιπολίτευσης, αλλά από το αν ανταποκρίθηκαν στην κοινωνική απαίτηση για συνεργασία, αξιόπιστη εναλλακτική διακυβέρνηση και προοδευτική προοπτική. Αν αποτύχουν σε αυτή την αποστολή, δεν θα έχουν χάσει μόνο μια εκλογική αναμέτρηση, αλλά μια σημαντική ιστορική ευκαιρία.


* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 15-16.08.2026

ESPA