Γράφουν οι
Σταύρος Μαλκίδης
Οικονομολόγος, MA Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης (ΝYU)
Θεόδωρος Παναγιωτίδης
Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας
Τα τελευταία χρόνια η Αλεξανδρούπολη έχει βρεθεί στο επίκεντρο ενός φαινομένου που είναι πλέον ορατό στην καθημερινότητα της πόλης: Ολοένα και περισσότεροι Τούρκοι επισκέπτες περνούν τα σύνορα για να πραγματοποιήσουν αγορές στην Ελλάδα. Δεν πρόκειται μόνο για τουρισμό αναψυχής, αλλά για καταναλωτικές επισκέψεις σε σούπερ μάρκετ, καταστήματα ηλεκτρονικών, φαρμακεία, εστιατόρια και ξενοδοχεία.
Η εύκολη -και προφανής- εξήγηση είναι ότι «η Ελλάδα είναι φθηνή». Στην πραγματικότητα, όμως, το φαινόμενο αντανακλά τις μεγάλες μακροοικονομικές ανισορροπίες που δημιουργήθηκαν στην Τουρκία, μετά την πανδημία.
Μετά το 2020, η τουρκική οικονομία ακολούθησε ιδιαίτερα επεκτατική νομισματική πολιτική, με χαμηλά επιτόκια και έντονη πιστωτική επέκταση. Η στρατηγική αυτή ενίσχυσε την οικονομική δραστηριότητα, αλλά οδήγησε και σε έντονες πληθωριστικές πιέσεις. Η επιμονή σε χαμηλά επιτόκια, παρά τον αυξανόμενο πληθωρισμό, υπονόμευσε την αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας και επιτάχυνε την υποτίμηση της τουρκικής λίρας.
Από το 2023 η οικονομική πολιτική άλλαξε κατεύθυνση, με σημαντικές αυξήσεις επιτοκίων και επιστροφή σε πιο συμβατική νομισματική πολιτική. Παρότι η υποτίμηση της λίρας επιβραδύνθηκε, ο πληθωρισμός παρέμεινε πολύ υψηλός, με αποτέλεσμα οι τιμές στην Τουρκία να συνεχίσουν να αυξάνονται σημαντικά ταχύτερα από ό,τι στην Ελλάδα.
Αυτό εξηγεί γιατί η Αλεξανδρούπολη έγινε ελκυστικός προορισμός αγορών. Η ονομαστική ισοτιμία είναι μόνο μέρος της εικόνας. Το κρίσιμο είναι η σχέση των τιμών μεταξύ των δύο χωρών. Όταν οι τιμές στην Τουρκία αυξάνονται ταχύτερα από όσο υποτιμάται η λίρα, η Τουρκία γίνεται ακριβότερη σε πραγματικούς όρους. Έτσι, αρκετά αγαθά και υπηρεσίες στην Ελλάδα εμφανίζονται οικονομικότερα για τον Τούρκο καταναλωτή, ιδιαίτερα σε κατηγορίες όπως τα τρόφιμα και τα βιομηχανικά αγαθά, όπου ο πληθωρισμός υπήρξε ακόμη υψηλότερος.
Η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει ότι τέτοιες αποκλίσεις στις πραγματικές ισοτιμίες μπορούν να διαρκέσουν αρκετά χρόνια, καθώς η προσαρμογή των σχετικών τιμών είναι αργή. Αντίστοιχο παράδειγμα αποτέλεσε η Βραζιλία τη δεκαετία του 1990, όπου οι εγχώριες τιμές αυξάνονταν ταχύτερα από την υποτίμηση του νομίσματος, καθιστώντας τη χώρα απρόσμενα ακριβή, μέχρι την απότομη διόρθωση του 1999.
Για την Αλεξανδρούπολη, αυτό σημαίνει ότι το σημερινό κύμα αγορών δεν είναι ούτε παροδικό φαινόμενο λίγων μηνών, ούτε μόνιμη μεταβολή της τοπικής οικονομίας. Μπορεί να διατηρηθεί όσο παραμένει η μακροοικονομική ανισορροπία στην Τουρκία, αλλά θα υποχωρήσει όταν μειωθεί ο πληθωρισμός ή προσαρμοστεί η ισοτιμία.
Η αυξημένη ζήτηση δημιουργεί πραγματικά οφέλη για την τοπική οικονομία, ενισχύοντας τον τζίρο των επιχειρήσεων, την απασχόληση και τον τομέα των υπηρεσιών. Ο βασικός (οικονομικός) κίνδυνος, όμως, είναι να θεωρηθεί αυτή η προσωρινή ζήτηση ως μόνιμη. Επενδύσεις που απαιτούν δεκαετίες για να αποδώσουν μπορεί να αποδειχθούν υπερβολικές, εάν το κύμα διασυνοριακών αγορών εξασθενήσει.
Η αυξημένη τουριστική ζήτηση πιέζει και την αγορά κατοικίας, καθώς η επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων περιορίζει την προσφορά μακροχρόνιας κατοικίας και αυξάνει τα ενοίκια. Για τον λόγο αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί μία στοχευμένη ρύθμιση, αντίστοιχη με εκείνη της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, με περιορισμό νέων εγγραφών στο κέντρο της πόλης, εξαιρώντας τα κλειστά ακίνητα, ώστε να ενθαρρύνεται η ανακαίνισή τους.
Η συγκυρία πρέπει να αξιοποιηθεί με τρόπο που ενισχύει τη μακροχρόνια ανθεκτικότητα της πόλης. Υποδομές, ποιότητα υπηρεσιών, ανθρώπινο κεφάλαιο, logistics και δραστηριότητες που εξυπηρετούν ευρύτερα την περιφερειακή οικονομία αποτελούν ασφαλέστερες επιλογές, σε σχέση με επενδύσεις οι οποίες βασίζονται αποκλειστικά στη σημερινή διαφορά τιμών Ελλάδας-Τουρκίας. Η Αλεξανδρούπολη μπορεί να μετατρέψει το σημερινό πρόσκαιρο πλεονέκτημα σε μόνιμη, πιο ανθεκτική και διαφοροποιημένη ανάπτυξη.
* Δημοσιεύθηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 09.08.2026